Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012


Καιρός να θυμηθούμε πάλι την υπέροχη γραφή της Νοέλ Μπάξερ με άλλο ένα κείμενό της. 

Παράλληλα βήματα.
Κανένας Γερμανός δεν είχε ρωτήσει τη γιαγιά μου το ’41 αν ήθελε να μεγαλώσει παιδιά της Κατοχής. Έτσι και τώρα, κανένας Γερμανός, ούτε άλλος, με ρωτάει εμένα αν θέλω να μεγαλώνω ένα παιδί της Κρίσης. Αυτό σκεφτόμουν βλέποντας στην τηλεόραση, στις ειδήσεις, την Άνγκελα Μέρκελ να βαδίζει στο κόκκινο, κι όχι μπλε θαλασσί, χαλί της Ελλάδας.
Η καλεσμένη μας περπατούσε στο χαλί μας αργά, επίσημα, και μου έδωσε τον χρόνο να σκεφθώ τη γιαγιά μου κι εμένα. Με εκείνη τη γυναίκα που θυμάμαι το πρόσωπό της σαν μια σκιά, κι αυτή αμυδρή, να τρεμοσβήνει στο λυχνάρι της λήθης, βρεθήκαμε ξάφνου να καθόμαστε δίπλα-δίπλα στον καναπέ και να βλέπουμε μαζί  μιαν άγνωστή μας Γερμανίδα να βαδίζει αγέρωχα προς την ζωή μας. Κι ας αγνοώ το πρόσωπο της γιαγιάς μου, μου έμελλε  να γνωρίσω τα συναισθήματά της τότε που στην ηλικία μου τάιζε παιδιά με σχεδόν τίποτε κι έντυνε τα κορίτσια της χρησιμοποιώντας το ύφασμα από τις λουλουδάτες κουρτίνες της.
Ακόμη ένα βήμα της Μέρκελ και πάω ακόμη πιο βαθιά, στα ενδότερα της γιαγιάς μου, φεύγοντας από τα υλικά ανύπαρκτα αγαθά της και πηγαίνοντας στις νύχτες της. Κάθομαι δίπλα της στο κρεβάτι και ψιθυριστά, για να μην ξυπνήσουμε το σπίτι, μιλάμε σαν έφηβα κοριτσόπουλα που συνωμοτούν με έρωτες, μόνο που εμείς μιλάμε για αγάπη. Για άλλους πόθους. Τον πόθο να μην στερήσεις από όσους αγαπάς τα απαραίτητα και ίσως, γιατί όχι;, και κάτι ακόμα.
Άλλο ένα βήμα και βρίσκομαι καθισμένη στο μπράτσο της αγαπημένης πολυθρόνας της γιαγιάς μου που την έσυρε κοντά στο παράθυρο για να προλάβει κι άλλο λίγο ήλιο. Πριν δύσει και κρυώσει.
Από τον κόκκινο δίσκο του ήλιου, κόκκινο σαν το χαλί που πατάει η Γερμανίδα Καγκελάριος, παίρνω με δυσκολία το βλέμμα μου κι επιστρέφω στην οθόνη της τηλεόρασης για να δω τις χειραψίες. Με εμποδίζουν να δω καθαρά οι πάμπολλες ασπρόμαυρες εικόνες από κατοχικά ξυλιασμένα χέρια και χεράκια που τρίβονται το ένα με το άλλο για να ζεσταθούν. «Μην ξεχάσεις να βάλεις τα χέρια της κόρης σου άμα παγώσουν κάτω από την μασχάλη σου», μου λέει το μυαλό μου και του λέω σουτ για να ακούσω πώς αντηχούν στην ησυχία τα «βιλκόμεν» του δικού μας Πρωθυπουργού και του μισού υπουργικού μας συμβουλίου.
«Τίποτε δεν ξεχνώ», καθησυχάζω το μυαλό μου.
Η γιαγιά μου το ακούει και χαμογελάει από την πολυθρόνα της. Γυρισμένη ακόμη  προς το παράθυρο, ψάχνει με το πρόσωπό της την τελευταία ακτίνα της μέρας. Βρίσκω την ακτίνα πρώτη, απλώνω το χέρι και την κρατώ να μην φύγει. Έρχομαι από μια άλλη εποχή και από μια γενιά που όλα της επιτρέπονταν. «Η ακτίνα σου, γιαγιά», της λέω τρυφερά χωρίς να καώ. Την παραλαμβάνει από το χέρι μου και την τυλίγει σαν μαλλί για πλέξιμο, από συνήθεια. Θα πλέξει με την ακτίνα του ήλιου κάλτσες και φανέλες του στρατιώτη. Έτσι λογαριάζει.
Τώρα φεύγουνε μαζί. Οι δύο Πρωθυπουργοί. Πού θα πάνε; Με πιάνει ταραχή. Σηκώνομαι και κλειδώνω την πόρτα του σπιτιού μου. Ξέρω όμως πως δεν θα μπορέσω να κρατήσω απέξω την Κρίση. Σαν τον καπνό της φωτιάς θα βρει τρόπο να εισβάλει. Αναστενάζω. Σέρνω μια καρέκλα της τραπεζαρίας και κάθομαι κοιτώντας την εξώπορτα. Περιμένω το αναπόφευκτο. Φαίνομαι στωική αλλά στην πραγματικότητα δείχνω την ευγένεια του ηττημένου. Βιλκόμεν, θα πω κι εγώ.
Ερήμην μας συμβαίνει, γιαγιά.
Κοιτάω ένα άδειο κόκκινο χαλί στην οθόνη της τηλεόρασης.
Μια άδεια γενιά μού ζητείται να αναθρέψω. Άδεια από προοπτικές, άδεια από καλά προσόντα και με αδειασμένες τσέπες.
Χωρίς να με ρωτάει κανείς αν θέλω, γίνομαι μάνα μιας γενιάς που θα στερηθεί και θα τραυματιστεί. Ενώ η γιαγιά μου στην Κατοχή είχε την λάθος εντύπωση πως είναι κάτι περαστικό και δεν θα αφήσει μόνιμα σημάδια πάνω στο παιδί όπως η βαριά ανεμοβλογιά, εγώ δεν έχω την πολυτέλεια να αγνοώ. Από τις διηγήσεις της μητέρας μου γνωρίζω πώς είδαν τα παιδικά μάτια την Κατοχή. Τρέμω τι βλέπουν τα μάτια της κόρης μου σήμερα. Πιο πολύ από τις εικόνες φοβάμαι τα συναισθήματα, αφού στο καλό σαλόνι της ψυχής συμβαίνουν τα δράματα.
«Ποιος παίζει μουσική;» με ρωτάει η γιαγιά μου με την ακτίνα του ήλιου κουβάρι στα πόδια της. Δεν αναγνωρίζει τον εθνικό της ύμνο και τον γερμανικό δεν θέλει να τον θυμάται. Χαμηλώνω τον ήχο στην τηλεόραση.
Εσύ, γιαγιά μου, νόμιζες πως ανέθρεφες τις κόρες σου με στερήσεις λόγω του πολέμου αλλά μετά τα πράγματα θα συνεχίζανε κανονικά, η προπολεμική ζωή θα ξαναρχόταν κουνιστή και λυγερή, εγώ δεν ξεγελιέμαι. Δεν ήσουν εδώ να την δεις αλλά η ζωή εξελίχθηκε αλλιώς. Μας μάζεψε όλους και μας έδειξε πως δεν μπορείς να πετάς από πάνω σου τους χρόνους και τις εμπειρίες που σε σένα δεν δείχνουν όμορφα σαν φουστάνι που το μπαινοβγάζεις. Φοράνε οι άνθρωποι κάθε χρόνο ένα ακόμη μεσοφόρι. Στα ειρηνικά χρόνια της ευημερίας που θα ακολουθήσουν Κατοχές και Κρίσεις μπορεί να μπούνε από πάνω χλιδάτες φορεσιές, αλλά το τρύπιο τρίχινο μεσοφόρι από κάτω θα τσιμπάει την σάρκα. Ίσως πάντα θα την πληγώνει.
Ίσως πάντα θα πληγώνει το παιδί μου όπως πάντα πλήγωνε τη μάνα μου.
Η γενιά της μητέρας μου βγήκε από την Κατοχή τραυματισμένη. Σε τέτοιο μεγάλο βαθμό που ούτε οι μετακατοχικές  έγιαναν. Τις επιπτώσεις του τραύματος τις είδαμε και συνεχίζουμε να τις βλέπουμε, είναι η Σύγχρονή μας Ιστορία, τόσο σύγχρονη που είναι το ίδιο μας το σπίτι, η οικογενειακή ιστορία του κάθε ελληνικού σογιού. Η υστερία του πλούτου, η μανία τα παιδιά των παιδιών να μην στερηθούν όσα στερήθηκαν οι γονείς τους, η ανάγκη για βόλεμα και κούρνιασμα. Μια ανόρθωση των ιδανικών με ανύψωση του βιοτικού επιπέδου και ταυτόχρονα –πώς γίνεται;- ένα κοινωνικό ξεφτίλισμα.
Η γιαγιά μου στην Κατοχή όταν ακουμπούσε πάνω στο τραπέζι την πορσελάνινη πιατέλα με την μπομπότα και τα καλούδια του Δελτίου δεν τα ήξερε αυτά που γνωρίζω εγώ, η απόγονος. Η μεταγενέστερη γυναίκα. Δεν μπορώ να εμποδίσω την ζωή να κάνει κύκλους, δεν μπορώ να σταματήσω όσα συμβαίνουν πίσω από την εξώπορτά μου, για πόσο ακόμα, γιαγιά, θα ορίζω αυτά που συμβαίνουν στο μυαλό μου;
Το κόκκινο χαλί που πάτησε η Μέρκελ θα το έχουν μαζέψει τώρα, σκέφτομαι. Θα το έχουν κάνει ρολό όπως ανοίγουν μια κονσέρβα σαρδέλες. Πίσω από την εξώπορτα, κρατώντας τσίλιες για να μην μπει η Κρίση, σκέφτομαι αυτό και γελάω.
Νοέλ Μπάξερ
(Για το ηλεκτρον. περιοδικό «Ως3»)

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

ΘΕΜΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΟΣ/ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ

                    Ο πατέρας μου σκυμμένος σε δικόγραφα στο γραφείο του στο Ιλίου Μέλαθρον,
                    όταν ήταν εκεί η έδρα του Αρείου Πάγου

Δε θυμάμαι να σας έχω μιλήσει ποτέ για τον πατέρα μου.  Θα έπρεπε να το είχα κάνει γιατί όπως λέει  ο ΄Ομηρος και επαναλαμβάνει η φίλη μου συγγραφέας  Νοέλ Μπάξερ, κανείς δε γεννήθηκε από δρύ  ή από παλιά πέτρα. Καθένας μας κουβαλάει εκτός από το DNA που του κληροδότησαν οι πρόγονοί του και ένα θησαυρό αναμνήσεων και γνώσεων που δεν πρέπει, δεν έχει το δικαίωμα, ν΄αφήσει να χαθούν μαζί με το πέρασμα του στη γη. Καθένας μας έχει υποχρέωση, στο μέτρο που μπορεί, να περνάει τις αναμνήσεις και τις εμπειρίες που απέκτησε στις επόμενες γενιές. Αυτό πίστευε και ο πατέρας μου  λέγοντας πως "..δεν πρέπει να αφήνουμε να χάνονται εποχές, γεγονότα, πρόσωπα περιβάλλοντα και καταστάσεις που απόμειναν στην ψυχική και πνευματική μας υπόσταση βιώματα "κεκαθαρμένα", μετουσιωμένα".

Ο πατέρας μου ήταν δικαστής. Αξιώθηκε να φτάσει στον ανώτατο βαθμό της ιεραρχικής κλίμακας. Έγινε Αρεοπαγίτης. Διακρίθηκε για την ευθυκρισία, την τιμιότητα και το θάρρος της γνώμης του σε καιρούς χαλεπούς και δύσκολους. Τότε που άλλοι δείλιαζαν  να πουν το "ΟΧΙ" αυτός δε δίστασε ούτε στιγμή. Για μένα και τον αδερφό μου υπήρξε πάντα το πρότυπο του πατέρα, του ολοκληρωμένου ανθρώπου, του δίκαιου και σωστού. Εκείνο όμως που του χρωστάμε είναι ότι μας άνοιξε τα μάτια και μας έμαθε να αγαπάμε τις τέχνες και τα γράμματα και πιο πολύ απ΄όλα τη Λογοτεχνία, με "Λ" κεφαλαίο.  Καθόλου  παράξενο μια και ο ίδιος εκτός από τη Θέμιδα λάτρευε και τις Μούσες.  Υπήρξε λογοτέχνης, με το ψευδώνυμο Θέμης Τριφύλιος, ή αξία του αναγνωρίστηκε σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, στην Ελλάδα και διεθνείς. Έργα του δημοσιεύθηκαν στην "Καθημερινή" και την "Ελληνική Δημιουργία", το περιοδικό που έβγαζε ο ακαδημαϊκός Σπύρος Μελάς. Εξέδωσε δύο συλλογές διηγημάτων και ένα θεατρικό έργο, γραμμένο στα πρότυπα αρχαίας τραγωδίας.  Το Θέατρο ήταν η μεγάλη του αγάπη, υπήρξε και ηθοποιός στον ερασιτεχνικά θίασο που ίδρυσε, φοιτητής ακόμη, μαζί με άλλους νέους του χωριού του. Υπήρξε και δημοσιογράφος, για μικρό χρονικό διάστημα, ενόσω ήταν ακόμη δικηγόρος, μαζί με άλλους δύο φίλους του εξέδιδαν τα "Τριφυλλιακά Χρονικά", περιοδικό με αξιώσεις, στο οποίο ο ίδιος έγραφε το κύριο άρθρο και είχε την ευθύνη της σύνταξης.  Στη διάρκεια της Κατοχής, στη Σπάρτη όπου υπηρετούσε, τις πικρές μέρες της στυγνής καταπίεσης και απαγόρευσης της κυκλοφορίας τις εκμεταλλεύτηκε για να διευρύνει τις γνώσεις του στη Λογοτεχνία και να γράψει τα πρώτα έργα του.
Τον πατέρα μου λοιπόν αποφάσισε να τιμήσει  η Ένωση Μεσσηνίων Συγγραφέων, διοργανώνοντας την Τετάρτη 10 Οκτωβρίου, προς τιμή του μια βραδιά στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Γαργαλιάνων.

                                                        Οι συντελεστές της βραδιάς

 Ο ΄Αγγελος Λάππας, Πρόεδρος της ΄Ενωσης, λογοτέχνης ο ίδιος μίλησε δια μακρών αναλύοντας με ευαισθησία  το έργο του πατέρα μου  σε βάθος, κάνοντάς το  γνωστό στους νεώτερους που δεν τον ήξεραν. Ηθοποιοί του Εραστεχνικού Τριφυλιακού Θεάτρου, διάβασαν αποσπάσματα από διηγήματά του και ζωντάνεψαν άλλο ένα απόσπασμα από το θεατρικό του έργο "Οινόμαος". ΄Ηταν μια βραδιά ξεχωριστή.  Τους ευχαριστώ όλους τους συντελεστές της, το Δήμαρχο κ.Κώστα Κόλλια, λογοτέχνη και αυτόν, που μίλησε με συγκίνηση και αγάπη για τον πατέρα μου και το έργο του, την υπεύθυνη του Πολιτιστικού κ. Βιβή Παντελάκη, τον αντιπρόεδρο της ΄Ενωσης κ. Κώστα Παπαδόπουλο (Ζωτόπουλο)  και τις  κυρίες Γιούλα Ζαχαροπούλου και Νατάσα Παπαδάκη, του Τριφυλιακού Θεάτρου.
Στο blog http://kopanakinews.wordpress.com και  την εφημερίδα "Ελευθερία" της Καλαμάτας της 11 Οκτωβρίου μπορείτε αν θέλετε να διαβάσετε περισσότερα και να δείτε και την εκδήλωση βιντεοσκοπημένη.

Μίλησα και εγώ για τον πατέρα μου, μάλλον άφησα να μιλήσει ο ίδιος, διαβάζοντας ένα απόσπασμα από ένα ανέκδοτο κείμενο του με τον τίτλο " Εμπειρίες", μέσα από το οποίο φανερώνεται όλη  η αγάπη  που κουβαλούσε πολύτιμη μέσα του σε όλη του τη ζωή και πέρα από αυτή, για την ιδιαίτερη πατρίδα του, το χωριό Πυργάκι Τριφυκλίας, και τους ανθρώπους της. Αγάπη που μετουσιώθηκε σε έμπνευση  και στάση ζωής, παράδειγμα προς μίμηση για όλους μας..

Το κείμενο που ακολουθεί είναι όπως το έγραψε ο πατέρας μου, διατήρησα την ορθογραφία και τη σύνταξη του ίδιου.
                                      "   ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ


 Γεννήθηκα πάνω από ένα καφενείο τη δεύτερη μέρα του Δεκέμβρη του 1907. Πρώτα άκουσα τη μελισσοβουή του καφενείου, που σα μουρμούρα έφτανε  στ΄αυτιά μου διαπερνώντας το  ταβάνι και το πάτωμα, κι ύστερα είδα τον κόσμο που καθόταν στα τραπέζια του.

Τις καθημερνές ο κόσμος εκείνος ήταν ένα  «φυγιό», ένας συνεπαρμός που εισορμούσε στο καφενείο, προχωρούσε ως το τζάκι απέναντι στην είσοδο, παράγγελνε τον καφέ, το φασκόμηλο, το τσάι  του, το ρούφαγε καφτό, κολυμπώντας στη «σκουτέλα» μια φετιασμένη αγκωνή ψωμιού, «καπίνιζε» ένα-δυο τσιγάρα κι αμέσως επετιώταν έξω. Σε λίγο εκείνοι που ήταν το πέρασμά τους, κάλπαζαν, άλλοι για τον απάνω κάμπο, άλλοι για την κάτω «περιφέρεια»  να πάνε στις δουλειές, στα χτήματά τους. Και το βραδάκι που γύριζαν, πάλι έρχονταν στο καφενείο, βιαστικοί και τότε, αλλά λιγότερο, να πιούν τον καφέ, το «κονιάκο» τους να στυλωθεί η καρδιά τους και να πάνε να πλαγιάσουν, γιατί την άλλη μέρα, κάθε άλλη μέρα που δεν ήταν γιορτή, τους περίμενε ο «έργος»
Το πρωί έφευγαν γεμάτοι ζωντάνια, ξέχειλοι από όρεξη για δουλειά, με πειράγματα, καλαμπούρια, φωνές, διαταγές και παραγγέλματα, καμιά φορά με φοβέρες και βρισιές. Κάθε αυλή, κάθε γειτονιά, κάθε σταυροδρόμι, κάθε δρόμος κι ένα σμάρι από ανθρώπους, άντρες, γυναίκες, παιδιά και ζα, αλογογαίδουρα, μαρτίνια και σκυλιά που ξεκινούσαν με τα εργαλεία, τα προσφάγια κι όλα τα χρειαζούμενα.

Αυτός ήταν ο κόσμος που περνούσε μπρος στο καφενείο, χτισμένο στο τριγωνικό σταυροδρόμι με τη μικρή πλατεία.

Τις Κυριακές και τις  γιορτές ήταν άλλο πράμα. Όλοι περνούσαν, οικογένειες, οικογένειες και κατηφόριζαν  στο δημόσιο δρόμο να πάνε στην εκκλησιά στο κάτω μέρος του χωριού μετά το τελευταίο σπίτι. Κι όταν σχόλαζε η εκκλησιά ανέβαιναν κάπως  αργά, επίσημα. Οι άντρες σταματούσαν στο καφενείο να πιούν τον καφέ τους, τα παιδιά σκόρπαγαν αγοράσουν καραμέλες στα μαγαζιά και  να παίξουν, οι γυναίκες πήγαιναν στα σπίτια να μαγειρέψουν.

Τελευταίος ερχόταν αργά ο παπά Γιώργης με τους επιτρόπους που κάθονταν στο ίδιο τραπέζι φέροντας μαζί τους  και ένα μεγάλο κομμάτι «πρόσφορο», «λειτουργιά» που τους φίλευε ο παπάς. Εκείνος νοιαζόταν να τραβήξει το ναργιλέ του και να καλεί   τους ενορίτες να πληρώσουν τη χρονιάτικη συνδρομή της εκκλησίας δίνοντας τους την  ετοιμασμένη απόδειξη πληρωμής. Πόσοι δε δυστροπούσαν για τούτη  τη συνδρομή από είκοσι πέντε δραχμές ο φτωχότερος ως σαράντα ο καλύτερος του χωριού, άλλοι από φτώχεια, άλλοι από «τζαναμπετιά.»

Και ποιοι ήταν κείνοι οι « άντρωποι» που εγώ πρωτογνώρισα, που εντυπωσίασαν. Κάποιοι  γέροι με μπενοβράκια, με ρούχινα γελέκα που σταύρωναν στο στήθος με θηλυκωτές κόπιτσες, με άσπρα φαρδομάνικα πουκάμισα, με γονατάρες που κατάληγαν σε βακετένια παπούτσια και καμιά φορά με κάπες από τραγόμαλο. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν λίγοι, παππούδες με γένια σε βαθουλωμένα πρόσωπα που ένας-ένας έφευγαν από τον κόσμο τούτο. Ο Καραμποτσογιωργάκης που τον έβριζαν τα παιδιά «γκιοτή»,. Ο γέρο-Λύγκος που τον είχε βάλει η Κοινότητα να ανάβει τα φανάρια στους δρόμους του χωριού, ο γέρο Λαγάκης, ο Γλιαταριστίρης, ο Παναγογιώργης που φούμερνε ναργιλέ απέξω  στο καφενεδάκι των παιδιών του, του Δημήτρη και του Παρασκευά, ο Κατσουλόχρηστος, ο στραβός που όταν πλήρωνε τον καφέ του χάιδευε την πεντάρα και για να μην τον κοροϊδεύουν έλεγε  κάθε φορά «φράγκο είναι τούτο, ρε παιδί;». Ο Κωσταντονικόλας, ο Κουλοφώτης ο Αδαμόπουλος που διασκέδαζε το χωριό της απόκριες με τα μασκαριλίκια του, ο Αποστόλης ο Κάππος, ο Τσολοπάνάγος και δυο τρεις άλλοι ακόμα. ΄Ησυχοι άνθρωποι, πρόβατα του Θεού, που από  παιδαρέλια ζέχτηκαν στη σκληρή δουλειά. Τούτοι ξελόγκιασαν τον απάνω και τον κάτω κάμπο και τον φύτεψαν σταφίδες που τώρα τις άφηναν καρπερές στα παιδιά τους. Τούτοι πονέσανε και κλάψανε σαν εφύτευαν και τις νύχτες πήγαιναν αγριωποί τσομπαναρέοι με τις στάνες των γιδιών κι έτρωγαν τα τρυφερά βλαστάρια των κλημάτων και άντε ξαναφύτευαν άλλα από την αρχή.. Τούτοι δουλέψανε μονιασμένοι, όλο το χωριό, και χτίσανε το ξωκλήσι του ΄Αγιου Νικόλα  πάνω από την Αυρηλιωνόρουγα, βάλανε και τον κάναλο της βρύσης που το νερό της περνάει κάτω από την ΄Αγια Τράπεζα. Τούτοι χτίσανε με πελεκητές πέτρες και την κάτω βρύση με τους δύο ξέχειλους κάναλους που το νερό της τόσο χαρούμενο την ημέρα και το σκιαχτερό  τη νύχτα, βροντάγε ασταμάτητα. Τούτοι βάλανε λεφτά και φέρανε τον καλύτερο τεχνίτη που σκάλισε το μελίχρωμο τέμπλο της εκκλησιάς και στρώσανε το δάπεδό της με χρωματιστές πλάκες  κι είχανε σκοπό να φτιάσουν και καινούργιο πέτρινο καμπαναριό στη θέση του παλιού χτισμένο με ξυλάρμενο. Τούτοι φωνάξανε και ζητήσανε και έγινε και σχολείο των θηλέων και δε μένουν τα κορίτσια τους κούτσουρα απελέκητα σαν τις δικές τους γυναίκες και αδερφάδες. Στέργιωσαν και το πανηγύρι της Αγιά-Παρασκευής  στις 26 Ιούλη και μαζεύονται στο εξωκλήσι χτισμένο πάνω στο λόφο απ΄όπου αγναντεύουν από βοριά-ανατολή μέχρι νότο το βουνό της Αγιάς και σ΄όλο τον άλλο κύκλο ως το βοριά το Νιόκαστρο και το λιμάνι του Ναυαρίνου και το Ιόνιο και όταν ο ουρανός   είναι ξάστερος ύστερ΄από δυνατή βροχή, φαίνονται κα τα Στροφάδια. Εφτά ζυγιές όργανα παίζαν στη μικρή πλατεία τη μέρα κείνη και χόρευαν και γλένταγαν από τα΄απόγευμα ως τα ξημερώματα της άλλης μέρας. Εκεί έβλεπαν οι νέοι και τις νέες , στο χορό, στο τραγούδι, στον περίπατο και γλάρωναν τα μάτια και στέλνανε από το ένα χωριό σε άλλο προξενητάδες και παντρεύονταν και έρχονταν σώγαμπροι στα σπίτια και μεγάλωνε το χωριό. Τούτοι οι παλαιοί άνθρωποι που γεννήθηκαν μπρος-πίσω στην «ξεθρόνιση του ΄Οθωνα» κι είχανε να μολογάνε για την αναρχία  κείνων των ημερών..» 

Η πλατεία του χωριού. Το Καφενείο του παππού μου, Μήτσου Καλογερόπουλου, διακρίνεται ο ίδιος  με την  άσπρη ποδιά και στο μπαλκόνι πάνω η γιαγιά μου Ελένη και ο πατέρας μου μωρό., 

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012


"Οσο κι αν ο ποιητής"
Συνιορίτσα Σκλάβου-Καραγιαννάκη,  Σκόπελος.

Μ' ένα φως που δε σβήνει
Με το φως της Ελλάδας!
Τις σειρήνες του κόσμου
σε κατάρτι δεμένη
κάθε αυγή προσπερνάω..
Στον ματιών μου την άκρη
δε μετράω τι μένει,
κι αν πονώ.. κι αν γερνάω.
Τις φωτιές τ΄Αι- Γιάννη
κι ένα χάδι..φυλάω
στης καρδιάς το συρτάρι!
Με το φως της Ελλάδας,
με το μπλε του πελάου..
σου κεντώ μαξιλάρι!
Σαν κοιμάσαι, μικρό μου..
μεσ΄της νύχτας το ψέμα. .
τις σκιές να φωτίζεις!
Σαν ξυπνάς..δίχως φόβο..
με καθάριο το βλέμμα
στ΄ανοιχτά ν΄αρμενίζεις!


Η κ. Συνιορίτσα Σκλάβου-Καραγιαννάκη είναι ποιήτρια, μέλος του Γραφείου Εθελοντισμού Δημοτικής Κοινότητας Σκοπέλου. Το ποιήμα απαγγέλθηκε στην εκδήλωση Ποιητική βραδιά που διοργάνωσε η Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Σκοπέλου και το Γραφείο Εθελοντισμού του Δήμου Σκοπέλου, στο δημοτικό κινηματογράφο "Ορφέα" στη Σκόπελο την Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012 όπου και απονεμήθηκαν τα βραβεία του Α Πανελλήνιου Ποιητικού Διαγωνισμού "'ΚΑΙΣΑΡΙΟΣ ΔΑΠΟΝΤΕΣ"

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΟΜΑΔΑ ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ στο facebook

Η Γιούλη Τσάκαλου, η ψυχή της ομάδας "ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ=ΚΡΙΤΙΚΕΣ" του fb μου έκανε την τιμή να μου ζητήσει συνέντευξη "εφ΄όλης της ύλης" που δημοσιεύεται στον πιο κάτω σύνδεσμο, για όσους θα ήθελαν να τη διαβάσουν. http://www.facebook.com/groups/312947662056158/

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

Ακολουθώντας και πάλι τη γραμμμή της Θάλασσας

Την Κυριακή, λίγο μετά τις εκλογές, έθεσα σε φίλη το ερώτημα «Και τώρα τι;» και η φίλη που είναι σοφή και ξέρει καλά ιστορία μου είπε: «Ποίει μουσικήν και εργάζου».. Αυτό λοιπόν σκοπεύω να κάνω και ξεχνώντας εκλογές και κόμματα να σας ξεναγήσω σε ένα ταξίδι στο χώρο και στο χρόνο με οδηγό το καινούργιο βιβλίο της Νοέλ Μπάξερ «Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας» που είχα την τιμή να παρουσιάσω προχθές βράδυ στον «Ιανό». Το καινούργιο βιβλίο της Νοέλ λοιπόν, όπως και τα προηγούμενα της, αλλά πιο πολύ από εκείνα, κινείται σε περισσότερα του ενός επίπεδα. Ιστορίες παράλληλες, κρυμμένες η μία μέσα στην άλλη, σαν τις Ρωσικές κούκλες, ή σαν τα πέταλα ενός εκατόφυλλου τριαντάφυλλου. Ιστορίες απ το μακρινό παρελθόν και άλλες πιο πρόσφατες.Αρώματα και μηνύματα αλλοτινών εποχών που επιβιώνουν στο σήμερα. Κάποιες μοιάζουν άσχετες με το κυρίως θέμα στην πραγματικότητα όμως δίνουν κάποια κλειδιά στον προσεκτικό αναγνώστη.Ιστορίες που αλληλοσυμπληρώνονται και παράλληλα ολοκληρώνονται. Ένας παλιός χάρτης που έφτιαξε κάποτε ένας Ενετός ταξιδευτής των ακτών του Ιονίου που αργότερα έγινε πειρατής τρομερός, αλλά που στο τέλος τον κέρδισε η στεριά και μια γυναίκα συνδέει τόπους και εποχές. Ο χαρτογράφος πειρατής κληροδοτεί το χάρτη σε όλες τις απογόνους του μαζί και μια ευχή, μια προτροπή, «Στα δύσκολα ακολουθούμε τη θάλασσα» Την προτροπή του μακρινού προγόνου ακολουθεί και η Βενέτα, ένα κορίτσι από τη Νοτιοδυτική Πελοπόννησο, απόγονος της πρώτης Βενετίας της κόρης του πειρατή. Όταν η ζωή της δείχνει το άγριο πρόσωπό της φεύγει τρέχοντας σαν αερικό μέσα στη νύχτα ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας. Με οδηγό το χάρτη του Ενετού προγόνου της και τη βοήθεια του ίδιου φτάνει κάποτε στην Κεφαλονιά. Εκεί κρύβει τις πληγές και το παρελθόν της, χωρίς όμως να ξεχνά… Η εγγονή της Βενέτας, Βενετία και αυτή, νέα και ωραία, μόλις είκοσι χρονών, τρέφει από παιδί ένα όνειρο που της καλλιέργησε ο παππούς της, ο ιδιόρρυθμος Κεφαλλονίτης άντρας της Βενέτας, μιλώντας της συνεχώς για το μυθικό αρχαιολόγο Σλήμαν, το ταξίδι του στο νησί τους και τη γνωριμία του με τον παππού του, Το όνειρο της Βενετίας είναι να γίνει αρχαιολόγος και ακολουθώντας τα χνάρια του Σλήμαν να συνεχίσει το έργο του. Το όνειρο όμως δε μοιάζει να υλοποιείται, τρείς φορές έχει αποτύχει να μπει στην Αρχαιολογική Σχολή. Το μέλλον της μοιάζει προδιαγεγραμμένο, μουντό, σαν των γυναικών του άμεσου περίγυρού της. Θα έχει και Βενετία την κοινή μοίρα των γυναικών που χάνουν χωρίς να το συνειδητοποιήσουν, ή όταν το συνειδητοποιήσουν είναι πια αργά, αυτό που ήταν πολύτιμο και έπρεπε να το διαφυλάξουν. Αναρωτιέται η Βενετία αν απέτυχε γιατί τα όνειρά της ήταν αδύνατα, αδύναμα. Ίσως να μην ήταν δυνατά, όπως εκείνα του Σλήμαν που έβλεπε κάτω από τους σωρούς των χωμάτων την πόλη του Πριάμου ή τις Μυκήνες, που πίστευε, ενώ άλλοι τον κορόιδευαν, πως ο ΄Ομηρος έλεγε αλήθεια. Στην άβυσσο του μέλλοντος που χάσκει μπροστά στη Βενετία κανείς δε μπορεί να τη βοηθήσει να βρει το δρόμο της. Μόνη και απογοητευμένη πρέπει να πάρει την απόφαση να αποχαιρετίσει για πάντα το όνειρό της. Για να γίνει όμως αυτό πρέπει πρώτα να κάνει ένα ταξίδι προσκύνημα στους τόπους που πέρασε εκείνος, ο ιδανικός εραστής του Ομήρου και των μύθων. Το ταξίδι πρέπει να το κάνει μόνη. Είναι μια επίπονη διαδικασία το τελετουργικό της λήξης του Ονείρου της. Πυξίδα και οδηγούς στο ταξίδι της θα πάρει τις σημειώσεις στο ημερολόγιο του ίδιου του Σλήμαν του πρώτου ταξιδιού του στην Πελοπόννησο του 1868 και το χάρτη του Ενετού προγόνου, που θα της παραδώσει η γιαγιά της πριν φύγει. Πάτρα, Αίγιο, Αρχαία Κόρινθος και Ακροκόρινθος,Νεμέα. Μυκήνες, Τίρυνθα, ΄Αργος, Λέρνη, Ναύπλιο, οι σταθμοί του ταξιδιού και των αποχαιρετισμών. Στη διάρκεια του ταξιδιού θα γνωρίσει ανθρώπους, γυναίκες διαφορετικές από αυτές που ξέρει, και θα διδαχθεί το μεγάλο μάθημα, τη δύναμη της αγάπης και το άρωμα των δακρύων. Το ταξίδι όμως της Βενετίας δεν τελειώνει στο Ναύπλιο όπως τελείωσε το πρώτο εκείνο ταξίδι του Σλήμαν. Αυτή θα συνεχίσει να δει μέρη που εκείνος δεν είδε, τη Σπάρτη, το Μυστρά, τον Καιάδα, όπου και θα πετάξει σα δύο μεγάλες πέτρες τα όνειρά της και από εκεί θα κατηφορίσει στην Καλαμάτα, στην Πύλο του Νέστορα για να καταλήξει, τι έκπληξη, στο δικό μου χωριό, το Μάραθο, απέναντι από το νησάκι την Πρώτη που ξαπλώνει σαν κροκόδειλος στα νερά του Ιονίου. Η πλευρά της Πελοποννήσου που δε γνώρισε τότε ο Σλήμαν, αποκαλύπτεται τώρα στη Βενετία και της αποκαλύπτει φοβερά μυστικά καλά φυλαγμένα χρόνια τώρα. Η Βενετία, όπως παλιότερα η συνονόματη γιαγιά της, έτσι και εκείνη σε μια μοναδικής έντασης σκηνή με τη «Μέγαιρα Ζαμπία» έρχεται αντιμέτωπη με το απόλυτο κακό και σαν τη γιαγιά της φεύγει και αυτή τρέχοντας στη νύχτα, ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας.. Μιας θάλασσας που θα έπρεπε, λέει η ηρωίδα, να ήταν γραμμένη με τρία ή και περισσότερα «σ» για να χωράει πολλούς ανθρώπους. Πολλούς καημούς. Η γραμμή της θάλασσας ακολουθεί το χάρτη του Ενετού και συμπληρώνει τα χαμένα κομμάτια του οδηγώντας την απόγονό του, όπως παλιότερα τη γιαγιά της, πίσω στο νησί που επιπλέει, την Κεφαλονιά. Ο κύκλος που άνοιξε χρόνια πριν πρέπει να κλείσει. Το πώς δε θα σας πω θα πρέπει να διαβάσετε το βιβλίο. Το βιβλίο είναι ένα ταξίδι στο χώρο και στο χρόνο. Ποιού χρόνου όμως; Και τι είναι χρόνος; Όσο διαβάζεις το βιβλίο συνειδητοποιείς ένα πράγμα, ο χρόνος δεν υπάρχει, τουλάχιστον όχι με τη συμβατική έννοια που του αποδίδουμε για ευκολία μας. Παρελθόν, παρόν, μέλλον είναι ένα, ενιαίο, αδιαίρετο, αενάως κινούμενο και μεταλλασσόμενο. Το παρελθόν υπάρχει στο παρόν και το παρόν γίνεται παρελθόν στο μέλλον που γίνεται παρόν…Ένας κύκλος χωρίς αρχή και τέλος. Η Βενετία νιώθει έντονη, ζωντανή την παρουσία του Σλήμαν, νιώθει την ανάσα του, μυρίζει, τον ιδρώτα του, Ο αιώνες νεκρός Ενετός πρόγονος συνομιλεί με τη νεαρή φυγάδα Βενέτα και τα κεφάλια τους ενώνονται καθώς σκύβουν πάνω από τον κατεστραμμένο χάρτη, και τη βοηθά να βρει το νησί που επιπλέει. Ο χρόνος καταργείται συγχέεται. Οι αιώνες έρχονται κοντά όχι μόνο στον ύπνο αλλά και στη καθημερινότητα, τα κεντημένα ερωτευμένα παγώνια του νεκροσέντονου του χαμένου αγαπημένου δεν είναι παρά το αντικατόπτρισμα των «άνομων» εραστών της εποχής του Νέστορα οι σκελετοί των οποίων βρέθηκαν να κοιτάζονται αντικριστά στην αιωνιότητα; Τίποτε λοιπόν δεν πεθαίνει τίποτε δε χάνεται, αιωρείται γύρω μας, σαν άρωμα μνήμης, σα σκόνη αιώνων, σαν ελπίδα αγέννητου μέλλοντος. ‘Όπως καταλάβατε πρόκειται για ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα βιβλίου. Ένα βιβλίο για απαιτητικούς αναγνώστες. Στ΄αλήθεια δεν ξέρω να πω τι είναι αυτό που με γοήτευσε περισσότερο, η γραφή, η ανυπέρβλητη γραφή της Νοέλ Μπάξερ, δείγματα της οποίας μας έχει δώσει με τα προηγούμενα βιβλία της, το «Από Δρυ παλιά και από πέτρα » και το «Τη νύχτα που γύρισε ο Χρόνος», ή οι καταιγιστικές εναλλαγές των εικόνων, ή οι απροσδόκητες, αλλά όχι και τόσο απρόσμενες για τον προσεκτικό αναγνώστη ανατροπές. Όλα και το καθένα χωριστά. Κάθε τόσο στεκόμουν για να αφήσω τις εικόνες να βουλιάξουν μέσα μου, να ακούσω τη μουσική των λέξεων, να νιώσω τον παλμό της καρδιάς της συγγραφέως που δεν έπαψε να είναι παρούσα κάτω από το μανδύα των άλλων γυναικών. Με δύω λόγια ένα μπορώ να πω. Το βιβλίο «Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας» σας υπόσχεται μια αναγνωστική απόλαυση που θα σας συνοδεύει για καιρό αφού θα έχετε κλείσει το βιβλίο. Μην το χάσετε.

Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

Eνα βιβλίο γεννιέται


Είναι ευτυχές γεγονός η γέννηση ενός βιβλίου; Δεν ξέρω. Σε μια εποχή όμως που ψάχνουμε για ένα καλό νέο με το τουφέκι, ίσως έχει νόημα. Ένα μικρούλι νόημα. Αφού υπάρχει η στιγμή της σύλληψης, όταν συλλαμβάνεται η ιδέα για το καινούργιο βιβλίο, και η περίοδος της κυοφορίας, το μεγάλο διάστημα που μέρα με τη μέρα αναπτύσσεται και μεγαλώνει, δεν θα πρέπει λογικά να υπάρχει και μια στιγμή γέννησης; Αυτό σκέφτομαι (κυνηγώντας το καλό νέο με το τουφέκι). Είναι αυτή, όμως, η σημερινή μέρα; Περισσότερο, μου φαίνεται, είναι για τον αναγνώστη που υποδέχεται το βιβλίο ως ένα νέο βιβλίο και μάλλον για τον συγγραφέα είναι ενηλικίωση, αφού πλέον το αφήνει μόνο του στον κόσμο να βρει την τύχη του. Γι’ αυτό στα σημερινά χαρούμενα αισθήματά μου τρύπωσε και λίγη μελαγχολία. Ίσως γιατί, για μένα, είναι ενηλικίωση. Αυτές τις σκέψεις γυροφέρνω στο μυαλό μου από την Τρίτη που πρωτοκυκλοφόρησε το «Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας», τις ίδιες σκέψεις και σήμερα. Έχουμε γέννηση ή ενηλικίωση;



Ό,τι και να είναι, οι ήρωες του μυθιστορήματος - η Βενετία, η Ρέα, ο Αποστόλης, η Βενέτα, ο Γερασιμάκης και οι άλλοι, ας μην τους αναφέρω όλους, είναι πολλοί – μόλις βγήκαν να περπατήσουν στον κόσμο. Τους εύχομαι καλή εξερεύνηση! Να βρουν πόρτες ανοιχτές, αγκαλιές ανοιχτές και φιλόξενους αναγνώστες. Η ευχή που μου λέτε είναι το καινούργιο μυθιστόρημα να είναι καλοτάξιδο. Ομολογουμένως μια ευχή πολύ ταιριαστή με το θέμα και τον τίτλο αυτού του βιβλίου. Εκ μέρους της «Θάλασσας» (όπως το λέω χαϊδευτικά) την παραλαμβάνω με μέγιστη τρυφερότητα γιατί, κάθε φορά, μου φέρνει μπρος μια παλιά εικόνα: εμάς ως παιδιά να ρίχνουμε στη θάλασσα το χειροποίητο καραβάκι μας από χαρτί ή μια βάρκα που φτιάξαμε από φλούδα πεύκου και να την σπρώχνουμε μαλακά για να πάρει τον δρόμο της, περιμένοντας να δούμε πού θα πάει. Αυτό το γλυκό πράγμα μού έρχεται στο μυαλό και στην άκρη του χεριού μου επιστρέφει σαν γαργάλημα η δειλή αντίσταση της βαρκούλας μου όταν ξεκινούσε το ταξίδι της στη θάλασσα.



Η Βενετία, η κεντρική ηρωίδα, φεύγει οριστικά από μένα και πρέπει εδώ να την αποχαιρετήσω. Με προετοίμασε για τον αποχωρισμό όταν στη μέση του βιβλίου μού ζήτησε να αποχαιρετήσει κι αυτή κάποιον. Της οφείλω λοιπόν ένα ευχαριστώ κι ας είναι χάρτινη. Δεν είναι πια μόνο δική μου. Την μοιράζομαι με τους φίλους μου κι αυτοί θα την μοιραστούν με τους δικούς τους, κι εκείνοι με τους δικούς τους, και οι άλλοι με τους δικούς τους δικούς τους… Όμοια με κύκλους που απλώνονται στη θάλασσα.



«Είναι ώρα να πάρεις τον δρόμο σου, Θάλασσα», της λέω από χθες με στοργή. «Ακόμα κι εσύ, ήρθε η στιγμή να ακολουθήσεις την θάλασσα».





ΥΓ. Για μια κουβέντα που είχα με την «Θάλασσα», εάν ενδιαφέρεστε, ανατρέξτε στο http://noellebaxer.psichogios.gr/. Για ένα απόσπασμα, στο http://www.booknights.gr/

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

ΟΚΤΩ ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ ΖΗΤΟΥΝ ΛΥΣΗ

Σας αρέσουν τα αινίγματα; Παίξατε ποτέ με αινίγματα όταν είσαστε παιδιά; ΄Οχι;
Κρίμα...Ποτέ δεν είναι αργά όμως. Ας παίξουμε τώρα μαζί..

Αίνιγμα πρώτο:
Απαιτείται πάντα ένας παμπάλαιος σκισμένος χάρτης για να βρούμε στη ζωή μας μια νέα αρχή;
Αίνιγμα δεύτερο:
Η γραμμή της θάλασσας είναι η ακροθαλασσιά, η ακτογραμμή, ή ο ορίζοντας; Μήπως η γραμμή που αφήνει πίσω του το πλοίο που ταξιδεύει; Ή η φωτεινή γραμμή του φεγγαριού στην επιφάνεια της θάλασσας τις νύχτες;
Αίνιγμα τρίτο
Τι έχουν να πουν σήμερα ο Ερρίκος Σλήμαν και μια 20χρονη νέα από την Κεφαλονιά;
Αίνιγμα τέταρτο
Τι εννοούσε η Σοφία Σλήμαν όταν έγραφε «αγάπη κατά καθήκον» στο γράμμα της προς τον Ερρίκο Σλήμαν;
Αίνιγμα πέμπτο
Δύο γυναίκες,Ρέα και Μπέμπα, παλιές συμμαθήτριες, όταν ανακάλυψαν πως δεν υπάρχει η μεγάλη παντοτινή αγάπη που τους υποσχέθηκαν, …τι έβαλαν στο μυαλό τους να κάνουν;
Αίνιγμα έκτο
Ο Αποστόλης θα φτιάξει ποτέ το μόνο άλυτο σταυρόλεξο στον κόσμο όπως ονειρεύεται;

Και δύο με εικόνες, για να μην είμαστε μονότονοι..

Τι θέλει η κυρία της φωτογραφίας που αριθμεί κάπου 2000 Μαίους από την εικοσάχρονη κοπέλλα;

Τον αναγνωρίσατε τον κύριο; Μάλιστα, σωστά, είναι ο Αγαμέμνων, ή μάλλον η χρυσή προσωπίδα του. Πότε τον γνώρισε όμως η νεαρή Βενετία; Και τον γνώρισε στ΄αλήθεια ή μήπως κάποιον που του έμοιαζε;

Το ξέρω σας έβαλα δύσκολα αινίγματα. Δε μπορείτε να βρείτε τις απαντήσεις.. Λοιπόν είναι απλό. Δεν έχετε παρά να διαβάσετε το καινούργιο βιβλίο της Νοέλ Μπάξερ ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΗ ΓΡΑΜΜΗ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ( Εκδόσεις Ψυχογιός) που κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία σήμερα 2 Απριλίου. ΄Οχι δεν είναι ψέμμα, η Πρωταπριλιά πέρασε..
Διαβάστε το, χαρείτε το, είναι ένα μοναδικό βιβλίο και θα βρείτε όλες τις απαντήσεις στις ερωτήσεις και τα αινίγματα που σας έβαλα. Ακολουθήστε και εσείς μαζί με την ηρωίδα του τη Βενετία, τη γραμμή της θάλασσας που ενώνει το παρόν με το παρελθόν.
Καλή ανάγνωση.

Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ In Memoriam


Την Τρίτη που μας πέρασε στο Συνεδριακό Κέντρο της "Εθνικής" Ασφαλιστικής,έγινε μια συγκινητική συγκέντρωση στη μνήμη του Νίκου Θέμελη. Για τον άνθρωπο, τον λογοτέχνη και τον ευρωπαϊστή πολιτικό, μίλησαν άνθρωποι του πνεύματος, και της πολιτικής, δύο χώρους που υπηρέτησε με συνέπεια και αφοσίωση. Η Ελένη Κοτζιά, Ο Β.Βουτσάκης, ο Ν. Χριστοδουλάκης, ο Σ.Κοσμίδης και ο Χ.Ροζάκης.
Μίλησε όμως και ο ίδιος, ο Νίκος Θέμελης, μέσα από βιντεοσκοπήσεις. Ηρθε κοντά μας για άλλη μια φορά για να μας γοητεύσει με την απλότητα και την αλήθεια των λόγων του. Όλους, ομιλητές και ακροατήριο, μας διακατείχε συγκίνηση και λύπη για αυτό που κάποτε είχαμε κοντά μας και σήμερα δεν υπάρχει. Για άλλη μια φορά συνειδητοποιήσαμε το κενό που άφησε φεύγοντας. Πολιτικούς σαν το Νίκο Θέμελη, με τη δική του ποιότητα και ήθος, την ευρυμάθεια και τη σεμνότητα, την ανεκτικότητα απέναντι στον άλλο, τον διαφορετικό, τον όχι κατ΄ανάγκη συνοδοιπόρο ιδεών, δε συναντάμε κάθε μέρα. Όλο και περισσότερο ζούμε περιχαρακωμένοι στα "ταμπούρια" μας και κλείνουμε τα αυτιά μας σε ό,τι δε συμφωνούμε.
Ο λογοτέχνης Θέμελης πάλι είναι η άλλη όψη του πολιτικού. Στα μυθιστορήματα του, που με την τάση για κατηγοριοποίηση που μας διακρίνει τα χαρακτηρίζουμε ως ιστορικά, ο συγγραφέας δε ξεχνά τον πολιτικό. Ο Νίκος Θέμελης δεν αρκέστηκε να ζωντανέψει μέσα από εικόνες και περιγραφές μια εποχή παλιότερη από αυτή που ζούμε,πράγμα που έκανε με μεγάλη δεξιοτεχνία, αλλά όπως ο ίδιος είπε κάποτε, θέλησε να προχωρήσει λίγο στο βάθος της Ιστορίας, να δει τις ρίζες και τους απόηχους κάποιων προβλημάτων του χθές στο σήμερα. Και το έκανε με συνέπεια και σεβασμό.

Λυπάμαι γιατί δε θα ξανατρέξω στα βιβλιοπωλεία να πάρω ένα βιβλίο του νωπό ακόμη από το τυπογραφείο. Ποτέ πια δε θα βυθιστώ στην απόλαυση της πρώτης ανάγνωσης της γραφής του. Ποτέ πια δε θα συμφωνήσω, αλλά και δε θα διαφωνήσω με κάποιες από τις ιδέες και τις θέσεις του. Η λέξη "Τέλος" γράφηκε οριστικά. Ο Νίκος Θέμελης ανήκει και αυτός στην Ιστορία.

Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

ΔΙΧΩΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ


Το βιβλίο για το οποίο θα σας μιλήσω σήμερα είναι το «Δίχως Καλοκαίρια» ( Εκδόσεις Πάργα 2011) της Κίκας Πουλχερίου. Πρόκειται για συλλογή διηγημάτων, μερικά από τα οποία είχαν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε διάφορα Κυπριακά Περιοδικά, είναι όμως η πρώτη φορά που η καταξιωμένη και πολυβραβευμένη συγγραφέας παιδικών βιβλίων, Κίκα Πουλχερίου, αποφασίζει να εκδώσει συγκεντρωμένα τα πιο χαρακτηριστικά και υποψιάζομαι,τα πιο αγαπητά στην ίδια, διηγήματά της που δεν απευθύνονται σε τρυφερές παιδικές ψυχές, αλλά στις εν πολλοίς πετρωμένες από το χρόνο και τις συνθήκες ψυχές ημών των «μεγάλων». Με τρυφερή, αλλά καιταυτόχρονα μεστή γραφή, η κ. Πουλχερίου μας καλεί δούμε μέσα από το πρίσμα της δικής της ευαίσθητης ματιάς καθημερινές ανθρώπινες ιστορίες, με φόντο πάντα την πληγωμένη Κύπρο της μετά τον Αττίλα εποχής. Ιστορίες ανθρώπινης μοναξιάς, όπως είναι « Το ταξίδι», «Ο Τροχονόμος», «Η Μαριονέτα». Ιστορίες πικρόγλυκων αναμνήσεων, όπως «Η Τζένη» και « Η ανάμνηση».Ιστορίες διαψεύσεων ιδεωδών «η Απογοήτευση» και ελπίδων τα «Κόκκινα Τριαντάφυλλα». Ιστορίες ανθρωπιάς, « Το δαχτυλίδι» και η «Άγνωστη Ρίτα». Ενώ στην «Αρχάρια» θίγεται ένα πολύ ευαίσθητο θέμα των γυναικών που έπεσαν θύματα βιασμού, σώματος και ψυχής, θύματα και αυτές της βίας του πολέμου.
Κάθε ιστορία, κάθε διήγημα, και ένα διαμάντι, υπόδειγμα γραφής και ύφους. Η μικρή φόρμα δεν εμποδίζει τη συγγραφέα να στήσει με πληρότητα τους μύθους της και να δημιουργήσει χαρακτήρες αληθινούς. Ανθρώπους που θα μπορούσαμε να είμαστε εμείς οι ίδιοι. Διαβάζοντας τα διηγήματα δεν ήταν λίγες οι φορές που ένιωσα να ταυτίζομαι με τα αισθήματα των ηρωίδων δοσμένα με τα μάτια της συγγραφέως. Η μακρά θητεία της Κίκας Πουλχερίου στο παιδικό και εφηβικό βιβλίο, αλλά και η ευδόκιμη θητεία της ως εκπαιδευτικού, τη βοηθά να βλέπει με ξεκάθαρο βλέμμα την ανθρώπινη ψυχή και να μπορεί να κάνει τον αναγνώστη κοινωνό των αισθημάτων και παρατηρήσεών της.
Από τα δώδεκα διηγήματα της συλλογής, δυσκολεύτηκα πολύ να ξεχωρίσω ποια απ΄όλα με συγκίνησαν περισσότερο, χωρίς να θέλω να αδικήσω τα άλλα. Διάλεξα τον « Περίπατο» και την «Προσμονή»
Ο «Περίπατος» μιλάει για την αλλοτρίωση και έλλειψη επικοινωνίας. Η τυχαία συνάντηση δύο ανόμοιων ανθρώπων, μιας μεγάλης γυναίκας και ενός νέου με θολωμένο» μυαλό. Συναντιούνται τη μοναδική φορά που η γυναίκα, ζώντας χρόνια στο περιχαρακωμένο χώρο της, εκεί που η ίδια έχει αυτοπεριορίσει τη ζωή της αποφασίζει να κάνει ένα περίπατο στην πόλη της αναζητώντας τον χαμένο χρόνο της ζωής της. Η γυναίκα τρομάζει, πανικοβάλλεται με την απρόοπτη και αλλόκοτη συνάντηση, τα χρόνια έχουν βαρύνει πάνω της είναι φανερό πως έχει χάσει τους κώδικες ανθρώπινης επικοινωνίας και δεν ξέρει πώς να αντιδράσει στην αδικαιολόγητα φιλική και οικεία συμπεριφορά του νέου με το θολωμένο μυαλό. Η ευκαιρία να πλησιάσει ένα συνάνθρωπο χάνεται οριστικά. Στο τέλος είναι αργά πια για να επανορθώσει και τα δάκρυα δεν μπορούν να διώξουν τις τύψεις που αναπόφευκτα έρχονται..
Στην «Προσμονή» με συγκίνηση και ευαισθησία η συγγραφέας στήνει μπροστά μας ολοζώντανη την εικόνα της μάνας, που κρατώντας στα χέρια τη φωτογραφία του «αγνοούμενου» γιού της, περιμένει με ανάμικτα αισθήματα αγωνίας και ελπίδας μαζί με άλλες μανάδες,τα λεωφορεία που θα φέρουν κάποιους από τους αιχμαλώτους που επιστρέφουν. Η λυπημένη φωνή της θυμίζει στη συγγραφέα μια εικόνα που βίωσε μικρή. Μια μάνα πουλιών θρηνούσε τα παιδιά της που πήραν από τη φωλιά της κάποια παλιόπαιδα. Η συγγραφέας νιώθει τη γυναίκα αδερφή της,μένει μαζί της ως το τέλος όταν θα διαψευσθούν οι ελπίδες της και γίνεται μάρτυρας του συγκλονιστικού σπαραγμού της « Τα χέρια της ακίνητα σαν τσακισμένες φτερούγες στέλλανε επίκληση στον ουρανό για τα πουλιά της ΄Ανοιξης που μας τα πήρανε και δεν ξαναγύρισαν».
Αναζητήσετε και διαβάστε το βιβλίο αυτό της Κίκας Πουλχερίου και θαυμάστε πως μέσα στις 89 σελίδες του κατάφερε να συμπυκνώσει τόσα μηνύματα και να θίξει τόσες ευαίσθητες χορδές.. Είμαι σίγουρη πως θα σας συγκινήσει το ίδιο όπως συγκίνησε και εμένα. Να είναι καλοτάξιδο.

Κίκα Πουλχερίου, αυτή την ανάρτηση στη χρωστούσα καιρό, σκέφτηκα να την αναρτήσω σήμερα, μαζί με τις ευχές μου για τη γιορτή σου και τις ευχαριστίες μου για τις ωραίες στιγμές που με έκανες να μοιραστώ μαζί σου.

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Ταινίες, σκηνοθέτες

Με αφορμή τον απρόσμενο θάνατο του Θ.Αγγελόπουλου είχαμε την ευκαιρία να δούμε ή/και να ξαναδούμε στην τηλεόραση κάποιες από τις ταινίες του. Είδα δύο από αυτές, το "Θίασο" και το "Βλέμμα του Οδυσσέα". Θαύμασα για άλλη μια φορά την υπέροχη φωτογραφία και το στήσιμο των πλάνων, εκνευρίστηκα με τον ήχο, ...οπλίστηκα με υπομονή στα αργόσυρτα καρέ και τέλος βρήκα πολύ ελλειπτικά αλλά και ταυτόχρονα φλύαρα στις σιωπές τους τα σενάρια. Δεν θέλω να μειώσω την αξία του πρόωρα χαμένου σκηνοθέτη, αναγνωρισμένη διεθνώς άλλως τε, απλώς σαν λάτρις της έβδομης τέχνης που στα νιάτα μου έτυχε να δω πολλές και πρωτοποριακές ταινίες και να παρακολούθησω την άνοδο ή και την πτώση σημαντικών σκηνοθετών από την αρχή της σταδιοδρομίας τους, μοιράζομαι κάποιες εντυπώσεις και σκέψεις μου μαζί σας.
Εν κατακλείδι μπορώ να πω πως σήμερα, στα χρόνια της ωριμότητας φευ, προτιμώ στον κινηματογράφο, αλλά και στη λογοτεχνία, τις πιο απλές φόρμες που περνάνε ένα άμεσο μήνυμα στον αναγνώστη ή το θεατή. Σαν παράδειγμα και όχι ως μέτρο σύγκρισης με τον Αγγελόπουλο, σας παραπέμπω στο http://www.porcelainunicorn.com/ όπου θα μπορέσετε να δείτε την ταινία μήκους τριών μόνο (ναι 3) λεπτών The porcelain unicorn του νέου Αμερικανού σκηνοθέτη Keegan Wilcox. Η ταινία πήρε το πρώτο βραβείο στο διεθνή διαγωνισμό "Tell it your way" που προκήρυξε ο Βρεττανός σκηνοθέτης sir Riddley Scot και στην οποία πήραν μέρος 600 διαγωνιζόμενοι. Η ταινία δεν έπρεπε να έχει μήκος μεγαλύτερο των 3 λεπτών και όχι περισσότερες από έξη σειρές διάλογο.