Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

ΔΑΦΝΗ ΣΟΥΜΑΝ: ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ  (ΨΥΧΟΓΙΟΣ)
Καιρό έχουμε να τα πούμε. Θα αναρωτιέστε ίσως τι έγινα, αδιαφορώ, σας ξέχασα; Κάθε άλλο, είμαι όμως αμελής... γνωστό το ελάττωμά μου αυτό και ελπίζω συγνωστό ..
 Λέω λοιπόν τώρα που πλησιάζουν οι γιορτές να σας μιλήσω για κάποια  καλά βιβλία που διάβασα τώρα τελευταία. Και ως πρώτο διάλεξα το βιβλίο της Δάφνης Σούμαν " Κόκκινο Καλοκαίρι" που μάλιστα είχα τη χαρά να παρουσιάσω προχθές το βράδυ στον Ιανό μαζί με την Αργυρώ Μαργαρίτη και τον κ. Ηρ.Μήλα. Χάρηκα πολύ που είδα ξανά κάποιους από εσάς εκεί και την αγάπη με την οποία υποδεχθήκατε το καινούργιο βιβλίο της Δάφνης.
Το  ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις "Ψυχογιός" είναι το δεύτερο βιβλίο της που κυκλοφορεί στην Ελλάδα, για το πρώτο " Η σιωπή της Σεχραζατ" σας είχα μιλήσει παλιότερα. Αυτά λοιπόν είπα προχθές το βράδυ για το βιβλίο και ελπίζω να διαβάσετε και όσοι από σας δεν μπορέσατε να έρθετε να τα ακούσετε.

Η  έμπνευση του συγγραφέα είναι κάτι πολύ ρευστό, δύσκολο να ερμηνευτεί. Ενα όμως είναι βέβαιο, ακολουθεί πολλούς και διαφορετικούς δρόμους ανάλογα με τον συγγραφέα που διαλέγει αυτή να επισκεφτεί. Του ψιθυρίζει ιστορίες του δημιουργεί εικόνες, του γνωρίζει ανθρώπους και γενικά του γίνεται αυτό που λέμε “κακός μπελάς” που δεν ησυχάζει αν ο δύστυχος ο συγγραφέας, χρησιμοποιώ γενικό όρο και για τα δύο φύλα, δεν υποκύψει και αρχίσει να γράφει, στο χαρτί ή στον υπολογιστή αυτά που ενοχλητική επισκέπτρια του υπαγορεύει.
Στη Δάφνη Σουμάν όπως και σε μένα μας αρέσουν ιστορίες με μυστικά που έχουν μέσα τους κρυμμένες άλλες ιστορίες σαν τις ρώσικες κούκλες. Μια ιστορία που οδηγεί σε μια άλλη και αυτή σε μια άλλη, όλες κάτω από τον ίδιο μανδύα, τη φαντασία  και τον προσωπικό τόνο του κάθε συγγραφέα. 
Οταν η Δάφνη   μου έκανε την τιμή να μου ζητήσει να μιλήσω για το καινούργιο βιβλίο της δέχτηκα με μεγάλη χαρά. ΄Εχω διαβάσει και παρουσιάσει και το προηγούμενο τη “Σιωπή της Σεχραζάτ” και έχω γοητευτεί από τον τρόπο γραφής της, την αντικειμενική ματιά με την οποία εξετάζει και παρουσιάζει την Ιστορία.
Άρχισα λοιπόν την ανάγνωση και χάθηκα….χάθηκα μεσα στα σοκάκια της έμπνευσης και της δύναμης της περιγραφής της.
Στο τελευταίο βιβλίο της  όπως  στο προηγούμενο της τη Σιωπή της Σεχραζάτ υπάρχουν διαφορετικές ιστορίες σε διαφορετικές εποχές  που συμπλέκονται και εκτυλίσσονται παράλληλα. Η ιστορία ξεκινάει και εξελίσσεται μέσα σε ένα καλοκαίρι που κουβαλάει όμως μέσα του μνήμες άλλων ημερών και εποχών και ιδιαίτερα ενός καλοκαιριού που βάφτηκε κόκκινο.
Κωνσταντινούπολη,  Σταμπούλ, Πόλη, όπως και να την πεις, είναι  μια  πόλη με χιλιάδες, μυριάδες  πρόσωπα, χιλιάδες, μυριάδες ιστορίες   όσες και οι ζωές των ανθρώπων που την κατοίκησαν, που περπάτησαν στα ίδια σοκάκια που περπατάνε και οι ήρωες της Δάφνης.  Σοκκάκια που έχω και εγώ περπατήσει με τον άντρα μου παλιότερα.  Εκκλησίες ξεχασμένες και μυστικά νεκροταφεία, Αφέθηκα λοιπόν να με οδηγήσει η Μελικέ η ηρωίδα, του Κόκκινου Καλοκαιριού, την είδα να μπαίνει στη Ματωμένη Εκκλησιά, την Μουχλιώτισσα, την εκκλησία που έχτισε η Μαρία των Μογγόλων η πριγκίπισσα του Βυζαντίου που παντρεύτηκε διά αντιπροσώπου ένα Μογγόλο ηγεμόνα και έγινε χήρα πριν συναντήσει τον άντρα της. Η Μελικέ ξέρει τον τρόπο να μπει στην μυστική εκκλησία, εκεί που εμείς δεν μπορέσαμε να μπούμε, της έχει δείξει το δρόμο η γιαγιά της η μυστηριώδης Σαφινάζ, η μάγισσα, και ο Παυλής  ο φύλακας  της έχει δείξει τα μυστικά περάσματα που οδηγούν στη Μεγάλη του Γένους Σχολή.
 Ξαναείδα το Βόσπορο  και τα πλοία που τον διασχίζουν, άλλα να έρχονται  από τη Μαύρη Θάλασσα και άλλα πηγαίνουν προς τα εκεί, άλλα να κάνουν το γύρο της ακτής  με τα αρχοντικά, τα “γυαλιά”, όπως τα λένε. Υπάρχουν και άλλα βαποράκια που φεύγουν για τα Πριγκηπονήσια, εκεί που κάθε τόσο καταφεύγει η ηρωίδα της Δάφνης ίσως για να βρει απαντήσεις στα ερωτήματα που τη βασανίζουν; Ποιός ξέρει. 
Μαζί με τη Μελικέ μύρισα και πάλι τον αέρα της Κύπρου που έχω ζήσει και αγαπήσει.Ένιωσα την εξουθενωτική ζέστη του  καλοκαιριού της αλλά και την αύρα της θάλασσας  ξαπλώνοντας   όπως η ηρωίδα της μια καλοκαιρινή βραδιά  στην αμμουδιά κάτω από τα αστέρια.
Η συγγραφέας με δύο τρεις πινελιές δημιουργεί εικόνες και ατμόσφαιρα.
 Εικόνες ρεαλιστικές και άλλοτε μαγικές με μια μικρή  δόση  υπερβατικού μυστικισμού  ξεπηδούν μέσα από τη γραφή της αφήνοντας τον αναγνώστη να μαντέψει σε ποιό καλοκαίρι αναφέρεται ο τίτλος του βιβλίου στο προφανές δραματικό εκείνο που σημάδεψε τόσες ζωές και χώρισε ένα νησί στα δύο ή στο σημερινό αυτό των ταραγμένων αισθημάτων και αναζητήσεων που βιώνει η ηρωίδα
Tο βιβλίο της Δάφνης Σουμάν σε κατακτά από τις πρώτες σελίδες, όχι μόνον γιατί θέλεις  να δεις τι “έγινε παρακάτω”, σε κατακτά  και με τη δύναμη της γραφής της, με τη στέρεη δομή του, τους χαρακτήρες του, που  τους γνωρίζεις σα να είναι πρόσωπα αληθινά, ζωντανά με σάρκα και οστά, άλλους τους συμπαθείς, και άλλους αντιπαθείς. Τολμώ να πω ότι ακόμη και την ηρωίδα, τη Μελικέ, υπήρξαν στιγμές που   δυσκολευόμουν να καταλάβω, εντούτοις έβλεπα πως για αυτή  δεν υπήρχαν εύκολες απαντήσεις και λύσεις. ΄Οπως ακριβώς και στη ζωή, όταν βρισκόμαστε μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις που θα καθορίσουν την παραπέρα πορεία μας και δεν είναι εύκολο να πάρουμε μια απόφαση, έτσι και στα βιβλία. Στα καλά βιβλία. Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά του καλού από τον μέτριο συγγραφέα. Ο καλός συγγραφέας δεν διστάζει να τσαλακώσει τον ήρωα ή την ηρωίδα του. Να τον βάλει να  έχει διλήμματα, να παίρνει αποφάσεις και κάποτε να δρα αντίθετα απ΄ότι θα περίμενε ο αναγνώστης. ΄Ετσι πρόχειρα μου έρχονται στο νου  η Σκάρλετ Ο Χάρα στο “Όσα παίρνει ο άνεμος”, η τραγική Μαντάμ Μποβαρύ του Φλωμπέρ, η ανυπότακτη Κάθριν στα “Ανεμοδαρμένα ΄Υψη” η μυστηριώδης και καπριτσιόζα Εστέλ στις Μεγάλες Προσδοκίες... Ομολογώ ότι πάντα προτιμούσα αυτές τις ηρωίδες με τις αντιφάσεις και τα ελαττώματά τους, από τα καλά κορίτσια που δρούν προβλέψιμα σύμφωνα με τους κανόνες της κοινωνίας.  
Γιαυτό και  αγάπησα τη Μελικέ, ένιωσα σα να είχα υποστεί εγώ το τραύμα που της  προξένησε σε τρυφερή ηλικία η ανεξήγητη εγκατάλειψη της από τον πατέρα της και κατανόησα τις αντιδράσεις της.
Δε νομίζω πως σας αποκαλύπτω κάτι αν σας αποκαλύψω τον  άξονα   γύρω από τον οποίο κινείται η ιστορία.
Οταν μια μέρα ο πατέρας της Μελικέ εγκαταλείπει το σπίτι του η ως τότε ευτυχισμένη οικογένεια της διαλύεται  και  εκείνη  αρνείται ν΄ αποδεχτεί το γεγονός. Τα  βάζει με τον αδελφό της που της μεταφέρει την είδηση πως ο πατέρας τους δε θα γυρίσει  ποτέ ξανάΣτη συνέχεια μια άλλη τραυματική αποκάλυψη διαλύει οριστικά την εικόνα της ευτυχισμένης, όπως πίστευε   οικογένειας.  Η Μελικέ  μεγαλώνει αποκομμένη απ όλους και το μόνο που επιζητά είναι η αγάπη, μέσα από τον πρώτο  έρωτα, ένα γάμο και πολλούς εφήμερους έρωτες, προσπαθώντας να ξεφύγει από μνήμες και φαντάσματα του παρελθόντος και αναζητώντας  το δικό της Γκράλ, Αναζητά την αγάπη και τον έρωτα   ενώ στο βάθος αναζητά τον πατέρα που την εγκατέλειψε. Εναν πατέρα, απόντα   και παρόντα  συνάμα, ένα πατέρα που η ηρωίδα, αγαπά ενώ πιστεύει  πως μισεί,  
 Ενα βαθύ τραύμα, το αγιάτρευτο  και ανομολόγητο  κουβαλάει στην  ψυχή της η Μελικέ που καθορίζει τη σχέση της με όλους, τον αδελφό της, τη μητέρα της, και τον άντρα της.
Η εγκατάλειψη του πατέρα μπορεί να είναι ένα γεγονός που έχει επηρεάσει τη ζωή της ηρωίδας και αυτών που είναι κοντά της, όμως πίσω από μια φαινομενικά απλή καθημερινή ιστορία  οικογενειακού δράματος κρύβονται, άλλα πιο σκοτεινά μυστικά  ανθρώπινων παθών  με κορύφωση μια σύγχρονη τραγωδία ενός πολέμου και ενός διαιρεμένου νησιού.
Και εδώ θέλω να σταθώ για λίγο, όπως στάθηκα και στο βιβλίο όταν το διάβαζα. Με εντυπωσίασε η λεπτότητα και η αντικειμενικότητα  που προσεγγίζει η Δάφνη Σουμάν τα  γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας της Κύπρου. Γεννημένη και μεγαλωμένη στην Τουρκία η ίδια, δε διστάζει να μιλήσει για σφαγές, βιασμούς γυναικών, ομαδικούς τάφους και αγνοούμενους. Μιλάει όμως και για αυτά που προηγήθηκαν, την ΕΟΚΑ Β και τις “εκκαθαρίσεις” των αντιφρονούντων, Ελλήνων και Τούρκων από ΄Ελληνες δυστυχώς, το πραξικόπημα και την απόπειρα κατά του Μακαρίου. Όσοι είναι μιας κάποιας ηλικίας, όπως εγώ, και έζησαν τα γεγονότα της εποχής εκείνης, όπως τα μαθαίναμε ακούγοντας ΒBC και Deutsche Welle και αργότερα ζώντας στην Κύπρο και βλέποντας καθημερινά τους πρόσφυγες και την Τουρκική σημαία  να κυματίζει  κοντά στο “Λήδρα Παλλάς” ή  χαραγμένη  πάνω στην πλαγιά του Πενταδάκτυλου για  να θυμίζει πως το μικρό νησί της Αφροδίτης, δεν είναι το “Χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγος”, ούτε “ η γη της χαράς και της αγάπης” που τραγούδησε ο Μπιθικώτσης,   αλλά ένα πληγωμένο κορμί χωρισμένο στα δύο, τότε μπορούμε να εκτιμήσουμε την ειλικρίνεια και τη σοβαρότητα με την οποία προσεγγίζει το τόσο ευαίσθητο θέμα η συγγραφέας.
Χρειαζόταν δύναμη και καθαρή ματιά για να δει πέρα από τα κλισέ και τις σκοπιμότητες η συγγραφέας και να μιλήσει για αυτές τις αληθινά τραυματικές εμπειρίες που βιώσαν και βιώνουν ακόμα και σήμερα κάποιοι άνθρωποι, και μέσα από αυτές να πλέξει και να μας δώσει μια ιστορία αναζήτησης, και αγάπης, αγάπης πέρα από τα σύνορα και τα ταμπού που καθορίζουν τη ζωή των περισσότερων από μας, γι αυτό και τη συγχαίρω.
Δε θα σας μιλήσω απόψε για την πλοκή του βιβλίου, γιατί στο βιβλίο αυτό, που είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, εκείνο που έχει σημασία δεν είναι μόνον η πλοκή του, που πράγματι είναι γοητευτική, αλλά το αέναο ταξίδι της ψυχής της ηρωίδας, τα σκοτεινά μονοπάτια της μνήμης  που κάθε τόσο ανασύρει και ανακαλεί προσπαθώντας, ασυνείδητα, να βρει το μίτο που θα τη βγάλει από το λαβύρινθο και θα την οδηγήσει στην κάθαρση.  Ειναι ο έρωτας η πύλη που οδηγεί σε άλλους δρόμους, στο παραμύθι του καθενός, όπως ισχυρίζεται η μητέρα της;
Πέρασε άραγε την πύλη η Μελικέ; Και αν ναι ποιό παραμύθι άραγε βρήκε πίσω από την πύλη;  Θα βρείτε την απάντηση διαβάζοντας το βιβλίο, αλλά είμαι σίγουρη πως ο καθένας σας θα έχει και μια άλλη απάντηση, αυτή που θα ταιριάζει στη δική του ψυχή.   Αξίζει τον κόπο να δοκιμάσετε. 
Εύχομαι να είναι καλοτάξιδο και αυτό το βιβλίο της Δάφνης Σούμαν, και ελπίζω να το χαρείτε και εσείς όπως εγώ.