Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

Στην Ανατολή του Καινούργιου Χρόνου


Τώρα που περιμένουμε τον καινούργιο χρόνο ν΄ανατείλει ας ευχθούμε να μας φέρει λιγώτερα απ'όσα φοβόμαστε και ας οπλιστούμε με δύναμη να αντέξουμε, όπως πάντα αντέχαμε, όσα θα έρθουν. Ας αγωνιστούμε με καλή διάθεση και δημιουργικότητα χωρίς να κοιτάμε πίσω και χωρίς να ρίχνουμε το φταίξιμο μόνο στους άλλους. ΄Εχουμε και εμείς το μερίδιο της ευθύνης και του χρέους στις επόμενες γενιές.
Ο ΗΛΙΟΣ ΑΝΑΤΕΛΕΙ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ. ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΤΙΝΑ.

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

ΗΤΑΝ Ο ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΕΛΑΜΨΟΣ;


Μήπως έτυχε να δείτε στην τηλεόραση (ΕΤ1) σήμερα στις 19.00 το ντοκυμαντέρ για τον Αλέξανδρο;
Το εν λόγω ντοκυμαντέρ λοιπόν,σας πληροφορώ ότι σύμφωνα με όσα γράφει η ΕΤ στο πρόγραμμα της, είναι συμπαραγωγή της ΕΡΤ, του Μουσείου του Λούβρου, του Γαλλικού Κέντρου Κινηματογράφου και του τηλεοπτικού καναλιού ΑRTE και παραγωγής της εταιρείας «Les Films du Tambour de Soie». Παρουσιάζει τη ζωή του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τη συμβολή του στη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού από τη Μακεδονία μέχρι την Ινδία. Το ντοκυμαντέρ προβάλλεται επίσης στην έκθεση «Στο βασίλειο του Μεγάλου Αλεξάνδρου - Η Αρχαία Μακεδονία» που φιλοξενείται από τις 3 Οκτωβρίου 2011, έως τις 3Ιανουαρίου 2012 στο Μουσείο του Λούβρου.
Σε γενικές γραμμές το ντοκυμαντέρ δεν είναι κακό. Είναι βέβαια στο στυλ των "Κλασσικών Εικονογραφημένων", αλλά γίνεται μια πιο σοβαρή προσπάθεια από ΄Ελληνες αρχαιολόγους και μια Γαλλίδα για να αναλύσουν την προσωπικότητα του Αλέξανδρου. Ως εδώ καλά. Ξαφνικά όμως βλέπω στην οθόνη να εμφανίζεται ένας μελαμψός γενειοφόρος και να προσωποποιεί τον Αλέξανδρο... Οποία έκπληξις! Αν θυμάμαι καλά και δεν με απατά η μνήμη, ο Πλούταρχος κάπως αλλιώς μας τον περιγράφει τον Αλέξανδρο. Προφανώς όμως η εικόνα που δίνει ο Πλούταρχος του Αλέξανδρου,ως ξανθού, ροδαλού και αγένειου, δεν ήταν politically correct και οι Γάλλοι, έσπευσαν να διορθώσουν το λάθος...
Ανέτρεξα λοιπόν στο πρόγραμμα της Ελληνικής μας Τηλεόρασης, που χρυσοπληρώνουμε ως γνωστόν κάθε μήνα μαζί με το λογαριασμό και αυτή της ΔΕΗ, και διάβασα ότι η παρουσία του μελαμψού γενειοφόρου κυρίου δικαιολογείται ως εξής :
" Παράλληλα με αυτές τις αφηγήσεις, ακούγεται και η δραματοποιημένη φωνή του ίδιου του Μεγάλου Αλεξάνδρου (και η εικόνα προσθέτω), όπως τη φαντάστηκε ο συγγραφέας Laurent Gaudé - βραβείο Goncourt 2004, στο θεατρικό του έργο, Ο Μπλε Τίγρης του Ευφράτη "
Σας ερωτώ όμως αγαπητοί φίλοι, μπορεί οι Γάλλοι,(πάλαι ποτέ φίλοι και σύμμαχοι, "Ελλάς-Γαλλία συμμαχία" θυμάστε;) να αυθαιρετούν όσο τους αρέσει, αν και αυτό είναι συζητήσιμο για θέματα ιστορικά, εμείς όμως ποιά δικαιολογία έχουμε να συμφωνούμε να προβάλλεται στον κόσμο που θα επισκεφθεί την έκθεση η παραπλανητική αυτή εικόνα του Αλέξανδρου (ειδικά τώρα με την τροπή που έχει πάρει το Σκοπιανό) και επί πλέον, αν δεν κάνω λάθος, να έχουμε καιχρηματοδοτήσει την παραγωγή;

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Επιτέλους!

Στις δύσκολες, για να μη πω μαύρες μέρες, που περνάμε εδώ και αρκετό καιρό, ήρθε ένα μήνυμα ελπίδας. Επιτέλους μια φωνή ουσιαστική, να μας θυμήσει πως η έξοδος από το αδιέξοδο μπορεί να γίνει πραγματικότητα αν θελήσουμε, αν ενώσουμε τις δυνάμεις μας. Όχι μόνο διαμαρτυρίες που το μόνο που καταφέρνουν είναι να κάνουν το κέντρο της Πρωτεύουσας, της πόλης της Παλλάδας, πεδίο μάχης χώρας τριτοκοσμικής. Όχι μόνο καταλήψεις που καταλήγουν σε βανδαλισμούς. Όχι προπηλακισμοί θεσμών και γκρέμισμα αξιών. ΄Οχι τίποτε από όλα αυτά. Σοβαρές φωνές, ανθρώπων σκεπτομένων και προβληματιζομένων. Φωνές που που ευαγγελίζονται μια καινούργια θεώρηση των πραγμάτων. Ας τους ακούσουμε. http://www.koinonikossyndesmos.org
Είναι νομίζω η φωνή του καθενός από μας, κάθε σκεπτομένου ΄Ελληνα που δε θέλει να δει την πατρίδα του να χάνεται στη λάσπη.

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

ΤΑ ΡΟΔΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ - Πασχαλία Τραυλού




ΤΑ ΡΟΔΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ
Πασχαλία Τραυλού
(Εκδόσεις Ψυχογιός 2011)

Xθές βράδυ στον Ιανό ήταν μια ξεχωριστή βραδιά. Μια βραδιά με ρόδα, ρόδα της σιωπής. Μια βραδιά αφιερωμένη στο τελευταίο βιβλίο της Πασχαλίας Τραυλού ΤΑ ΡΟΔΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ που είχα την τιμή να παρουσιάσω μαζί με τον βραβευμένο καθηγητή και συγγραφέα κ. Δημ. Μπουραντά. Οι γνωστοί και αγαπημένοι ηθοποιοί Ζαχαρούλα Οικονόμου και Αυγουστίνος Ρεμούνδος ζωντάνεψαν αποσπάσματα από το βιβλίο ενώ το ακροατήριο είχε τη χαρά να παρακολουθήσει δύο μικρά βίντεο για το βιβλίο. Το ένα ήταν της συγγραφέως Τέσσης Μπάιλα, που εκτός από το ταλέντο στη συγγραφή είναι και βραβευμένη φωτογράφος. Δικές της είναι και οι φωτογραφίες που βλέπετε. Δε θα πω πιο πολλά, θα αφήσω την Πασχαλία να σας μιλήσει για τη χθεσινή βραδιά που ήταν γεμάτη αγάπη και συγκίνηση. Εγώ, πιστή στη συνήθειά μου, θα σας δώσω μια γεύση των όσων είπα χθές.

ΤΑ ΡΟΔΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ είναι ένα βιβλίο που στηρίζεται πάνω σε δύο άξονες, δύο υποθέσεις. Η πρώτη που δεν είναι φανερή, αλλά κατά ομολογία της ίδιας της συγγραφέως υπήρξε το έναυσμα που πυροδότησε την έμπνευση της, είναι μια υπόθεση που έχουν κάνει πάρα πολλοί και θα εξακολουθήσουν να κάνουν στο πέρασμα των χρόνων:
Ποια θα ήταν η πορεία της ιστορίας, της μεγάλης Ιστορίας, αλλά και της ιστορίας των ηρώων του βιβλίου, ΑΝ ο νεαρός Αδόλφος Χίτλερ είχε γίνει δεκτός στην Ακαδημία των Καλών Τεχνών της Βιέννης όταν θέλησε να σπουδάσει ζωγραφική και ΑΝ δεν είχε απορριφθεί δύο φορές;
Φανταστείτε έναν Αδόλφο Χίτλερ διάσημο ζωγράφο, να ασχολείται μόνο με την τέχνη..χωρίς ΕςΕς, χωρίς στρατόπεδα συγκεντρώσεως, χωρίς κρεματόρια, χωρίς εξοπλισμούς και μάχες, χωρίς τη σκιά του θανάτου να απλώνεται πάνω στον κόσμο.. Θα μπορούσε να είναι έτσι; Αμφιβάλλω. Ακόμη και αν είχε γίνει δεκτός ως ζωγράφος ο Χίτλερ, η πορεία της Ιστορίας δεν πιστεύω πως θα είχε αλλάξει. Το γεγονός ότι δεν έγινε δεκτός στην Ακαδημία δεν ήταν αυτό και μόνο, το αποφασιστικό γεγονός, η συνθήκη, η conditio sine qua non, όπως λέμε στη Νομική, που από μόνη της του θα ήταν ικανή να ανατρέψει τη πορεία της Ιστορίας. Υπήρξαν πολλοί παράγοντες, πολλά τα γεγονότα που επηρέασαν τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του, πολλές οι συγκυρίες που του επέτρεψαν να αναδειχθεί αρχηγός κόμματος και στη συνέχεια Καγκελάριος για να καταλήξει στο αιμοδιψές τέρας που γνώρισε η ανθρωπότητα. Κανείς δε μπορεί να μας εγγυηθεί πως στον Χίτλερ θα αρκούσε να είναι μόνο ζωγράφος. Πάντως η υπόθεση αυτή, είναι γοητευτική και ομολογώ πως καταλαβαίνω καλά γιατί πυροδότησε τη φαντασία της Πασχαλίας Τραυλού και την οδήγησε να μας δώσει ένα μυθιστόρημα στηριγμένο πάνω σε μια άλλη υπόθεση, σε ένα διαφορετικό «ΑΝ»

Τι θα είχε συμβεί ΑΝ η ΄Αννα δεν είχε διαπράξει ένα λάθος, ΑΝ δεν είχε κρατήσει ένα μυστικό; Και η συγγραφέας απαντά αινιγματικά παίζοντας με τις λέξεις: Λάθος, Λάθρα, Όλεθρος και χτίζοντας με μαεστρία το μύθο της, μας μεταφέρει στο χώρο και στο χρόνο, πλάθει χαρακτήρες, δημιουργεί ανατροπές μας γοητεύει και μας κρατά το ενδιαφέρον μέχρι την τελευταία σελίδα.
Θα σας πω δύο λόγια μόνο για την υπόθεση για να ανοίξω την όρεξή σας για την απόλαυση που σας περιμένει. Γιατί ό,τι και να λέμε εμείς οι παρουσιαστές τελικά ένα βιβλίο είναι μια προσωπική υπόθεση μεταξύ του αναγνώστη και του συγγραφέα. Εμείς επισημαίνουμε απλώς κάποια σημεία, εσείς μιλάτε μαζί του.
Το βιβλίο λοιπόν, κινείται πάνω σε δύο άξονες χρονικούς και δύο τουλάχιστον, τοπικούς. Στη δεκαετία του ΄70, και στη δεκαετία του ΄40. Στη διαιρημένη μεταπολεμική Γερμανία και στη Γερμανία του Γ΄ Ράιχ. Στην Ελλάδα της Κατοχής και του Εμφυλίου και την Ελλάδα του σήμερα.
Στο μεταπολεμικό Βερολίνο του 70 ένας καταξιωμένος γλύπτης, ο Κάρλ Λούντιβιχ, βασανίζεται από τύψεις και ερωτηματικά. Έχει χάσει τους γονείς του στο βομβαρδισμό του Βερολίνου και η αδελφή του υπήρξε θύμα βιασμού του Κόκκινου στρατού. Μοναδική συντροφιά του η οικονόμος Φρίντα που τον φροντίζει με αφοσίωση και αυταπάρνηση και το άγαλμα μιας γυναίκας. Το άγαλμα, που ο καλλιτέχνης έχει ονομάσει «Τα μάτια της μνήμης» συντροφεύει τον καλλιτέχνη στις μοναχικές νύχτες στο εργαστήριο του. Μιλάει μαζί του, το αγγίζει, κοιμάται στο πάτωμα πλάι του.. Ποιά είναι η γυναίκα που αναπαριστά το άγαλμα; Τι βλέπουν τα μάτια της που μοιάζουν με θάνατο και που ο γλύπτης έχει αφήσει ατελή; Τεχνοκρίτες και κοινό θαυμάζουν το έργο, αλλά και αισθάνονται δέος στη σιωπή του. Ο γλύπτης αρνείται να δώσει εξηγήσεις για το τι ήθελε να πει και ενώ ο ψυχισμός του παραπαίει ανάμεσα στη λογική και την παράνοια, μια απρόσμενη είδηση χειροτερεύει την κατάστασή του. Στην προσπάθειά τους να τον βοηθήσουν να βγει από τα σκοτάδια του νου και της ψυχής η οικονόμος και ένας γιατρός παραβιάζουν το απόρρητο του ημερολογίου του. Καταχωνιασμένα μυστικά που έχουν να κάνουν με την προηγούμενη ταυτότητα του γλύπτη ως αξιωματικού της Βερμάχτ, η θητεία του στο Άουσβιτς και στην Ελλάδα, η σχέση του με το διαβόητο Μέρτεν, έρχονται στο φως όπως και η ταυτότητα της γυναίκας του αγάλματος. Το ημερολόγιο αποκαλύπτει το δράμα της ευαίσθητης καλλιτεχνικής ψυχής όταν οι συνθήκες της επιβάλλουν να ενεργεί αντίθετα με τα αισθήματά της. Ο πόλεμος και η θητεία στο Άουσβιτς έχουν νεκρώσει την ψυχή και τις αισθήσεις του καλλιτέχνη που ζωντανεύουν μόνο όταν γνωρίζει τη γυναίκα του αγάλματος. Ο γιατρός καταλαβαίνει πως η γυναίκα αυτή είναι η μόνη ελπίδα να σωθεί ο καλλιτέχνης από το σκοτάδι που απειλεί να τον καταπιεί οριστικά, γι αυτό και της γράφει ζητώντας της να έρθει να τον δει.
Την ίδια εποχή στη Θεσσαλονίκη στην Εύα, μια νέα δικηγόρο χωρίς πελατεία και πείρα, ανατίθεται η υπεράσπιση ενός νεαρού δολοφόνου του Σπύρου, που έχει ήδη ομολογήσει ότι δολοφόνησε τον πατέρα του Λουκά. Τόσο τα κίνητρα όσο και το όργανο του φόνου είναι άγνωστα. Ο νεαρός δολοφόνος μοιάζει να έχει αποδεχτεί τη μοίρα του και αρνείται να συνεργαστεί με τη δικηγόρο. Η Εύα όμως δεν παραιτείται, έμαθε πολύ νωρίς να βασίζεται μόνο στις δικές της δυνάμεις και να μη παραδίδει τα όπλα. Πηγαίνει στο χωριό της Χαλκιδικής, δίπλα στα μεταλλεία χρυσού, εκεί που ζούσε ο Σπύρος με τους γονείς του και από κάποιο γείτονα και φίλο μαθαίνει μερικά από τα κρυμμένα μυστικά της οικογένειας που έχουν να κάνουν με την επί έτη βάναυση κακοποίηση της μητέρας του δολοφόνου από το δολοφονημένο άντρα της... Εκείνο όμως που κάνει την περίπτωση αυτή να ξεχωρίζει από άλλες ανάλογες περιπτώσεις οικογενειακής βίας είναι όχι μόνο η παθητική στάση του θύματος απέναντι στο δράστη, αλλά και το γεγονός ότι η γυναίκα ενώ θα μπορούσε να εγκαταλείψει τον άντρα της δεν το κάνει αλλά απεναντίας δικαιολογεί τη βίαιη συμπεριφορά του.
Ποιο λόγο όμως είχε ο δολοφονημένος να κακοποιεί τη γυναίκα του και στη συνέχεια να βασανίζεται από τύψεις; Ποιο λόγο είχε το θύμα να καλύπτει το θύτη, να τον δικαιολογεί και να μην τον εγκαταλείπει; Είναι μια κοινή ιστορία του συνδρόμου της Στοκχόλμης, όπως αποκαλούν οι ψυχολόγοι την εξάρτηση του κακοποιημένου ατόμου από το βασανιστή του; Είναι κάτι βαθύτερο; Το κλειδί βρίσκεται σε ένα δέμα με γράμματα και άλλα έγγραφα που η μητέρα του δολοφόνου, η΄Αννα, παραδίδει στα χέρια της δικηγόρου για να τη βοηθήσει να σώσει το παιδί της. Τα γράμματα είναι αποκαλυπτικά, το παράδοξο όμως είναι ότι κάποια αυτά, δεν έχουν ποτέ σταλεί στον παραλήπτη τους. Η δικηγόρος μέσα από τα γράμματα και απ΄ όσα της διηγείται η μητέρα του δολοφόνου, ξετυλίγει λίγο λίγο το μίτο της ιστορίας. Μιας ιστορίας αταίριαστης αγάπης πέρα από τις επιταγές των νόμων και της ηθικής, αλλά και μια ιστορία προδοσίας. στην ταραγμένη εποχή της Γερμανικής Κατοχής στην Ελλάδα. Την εποχή των διωγμών των Εβραίων. Μας αποκαλύπτεται η ταυτότητα της ΄Αννας και το δράμα του Εβραίου πατέρα της και η εξόντωσή του από το διαβόητο Μέρτεν. Μαθαίνουμε για την απελπισία της όταν έχασε τον πατέρα της και την απογοήτευσή της από τη συμπεριφορά του αρραβωνιαστικού της που ήταν στα βουνά αντάρτης και κάτω από το μανδύα των ιδανικών κάλυπτε δικές του φιλοδοξίες αδιαφορώντας για τα αισθήματα της. Γνωρίζουμε το βάθος των αισθημάτων του Γερμανού, που δεν είναι άλλος από τον Κάρλ, το διαταραγμένο ψυχικά γλύπτη του Βερολίνου.. Οι συγκυρίες έφεραν τους δύο νέους κοντά σε μια δύσκολη στιγμή στη ζωή τους. Μακριά από τον ήλιο και το φως ένας έρωτας γεννιέται και ζει στη σιωπή Κάτω από τη μπότα του Κατακτητή , κάτω από το άπληστο βλέμμα του Μέρτεν, του απηνή διώκτη των Εβραίων, του εγκληματία πολέμου που δε λογοδότησε ποτέ για τα εγκλήματά του. Ένας έρωτας που είναι προορισμένος να τελειώσει με τρόπο τραγικό. Δύο τριαντάφυλλα, το ένα φτιαγμένο από τα χέρια του γλύπτη, και ένας σουγιάς που με αυτόν σκάλισε το τριαντάφυλλο, που όμως θα παίξει άλλο τραγικό ρόλο στο μέλλον, είναι το χαίρε του Γερμανού στην αγαπημένη του. Ένα χαίρε που το πιστεύει προσωρινό, η μοίρα όμως άλλα ορίζει.
Η δικηγόρος προσπαθεί πάνω στα ψήγματα της αλήθειας που της αποκαλύπτονται να στηρίξει την υπεράσπιση του Σπύρου. Ψάχνει, χάνεται, λοξοδρομεί, διστάζει δεν ξέρει αν έχει το δικαίωμα να αποκαλύψει την αλήθεια σε αυτούς που πρέπει να την ξέρουν μα την αγνοούν Διλήμματα ηθικά τη βασανίζουν. Θέλει να απαλλαγεί ο δολοφόνος, πως όμως; Αρκούν όσα έμαθε για να τον αθωώσουν; ΄Η πρέπει να πει ψέματα; Ποιο δρόμο θα ακολουθήσει; Οι ανατροπές ως την τελική τη μεγάλη κρατούν το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο. Θα σωθεί ο Σπύρος; Θα σωθεί ο Κάρλ; Η ΄Αννα, τι θα κάνει η ΄Αννα..και τι ρόλο θα παίξουν τα δευτερεύοντα πρόσωπα της ιστορίας, ο γείτονας και η οικονόμος;
Όπως καταλαβαίνετε δεν έχω σκοπό να σας διηγηθώ το βιβλίο, ούτε και θα μπορούσα να το κάνω..
Ο μύθος μπορεί να φαίνεται απλός, ένα έγκλημα, ένας θύτης, ένα θύμα, μια παλιά ιστορία έρωτα και προδοσίας .. τίποτε όμως δεν είναι απλό, τίποτε δεν είναι όπως φαίνεται. Η ίδια η συγγραφέας κάνοντας μια αριστουργηματική ανάλυση των χαρακτήρων, μέσα από την αγόρευση της δικηγόρου, μας, δίνει τα κλειδιά που θα μας οδηγήσουν να ξεκλειδώσουμε μια προς μια τις πόρτες της ψυχής των ανθρώπων, να ακούσουμε τις σιωπές τους, να καταλάβουμε το γιατί και το πώς και εν τέλει…να δικαιολογήσουμε… ΄Η μήπως όχι;
Όπως ο γλύπτης Κάρλ Λούντβιχ παίρνει στα χέρια του τη σμίλη και αφαιρώντας διαδοχικά στρώματα και επίπεδα ακατέργαστης ύλης δίνει ζωή στο μάρμαρο, έτσι και η Πασχαλία Τραυλού σμιλεύει την ιστορία της. Ο γλύπτης μπορεί και βλέπει μέσα από τον ακατέργαστο όγκο του μαρμάρου, το έργο που θα δημιουργήσει. Το όραμα του τελειωμένου έργου οδηγεί το χέρι του, η σμίλη δουλεύει ασταμάτητα, στρώμα πάνω από άλλο στρώμα υποχωρούν μέχρι να αποκαλυφθεί το έργο. Αφαιρώντας διαδοχικά τα στρώματα του μύθου, φέρνοντας στην επιφάνεια καλά κρυμμένα μυστικά, ανθρώπινα πάθη και λάθη, σμιλεύει και η Πασχαλία Τραυλού το μυθιστόρημα της. Κάθε φορά διαφορετικό από τα προηγούμενα, αλλά πάντα πάνω στον ίδιο άξονα, της περιπέτειας της ανθρώπινης ψυχής στο βάθος των χρόνων.

Στήνοντας το μύθο της μέσα σε ένα δεδομένο ιστορικό πλαίσιο η συγγραφέας θέλησε να περάσει βαθειά και πανανθρώπινα μηνύματα.
Ο ευαίσθητος άνδρας που αναγκάζεται να σκοτώσει για να μη σκοτωθεί, που νεκρώνει με τη θέλησή του τις αισθήσεις του για να μη μεταβληθεί σε «πολεμάνθρωπο».
Η απληστία που απογυμνώνει τον άνθρωπο από κάθε στοιχείο ανθρωπιάς και αξιοπρέπειας και τον μεταμορφώνουν σε τέρας.
Οι πράξεις των Ναζί που δε μπορούν να δικαιολογηθούν και που προκαλούν αποτροπιασμό και αντίστοιχα η εκδικητικότητα του Κόκκινου Στρατού εις βάρος των αμάχων και ιδίως των γυναικών στο ερειπωμένο Βερολίνο της πτώσης.
Θίγει ακόμη κάποια θέματα ταμπού στο βιβλίο αυτό η Πασχαλία Τραυλού.
Τα παιδιά της Βέρμαχτ, παιδιά που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής από Γερμανούς και Ελληνίδες και έφεραν το στίγμα της καταγωγής τους και οι μητέρες τους την κατακραυγή της κοινωνίας.
Η οπτική γωνία από την οποία η συγγραφέας εξετάζει και αναλύει ένα προς ένα τα πρόσωπα του δράματος, γιατί μη γελιόμαστε, για δράμα με την έννοια που του έδωσε ο Αριστοτέλης πρόκειται, είναι αυτή της άλλης πλευράς, που ανατρέπει τα στερεότυπα που θέλουν το άσπρο άσπρο και το μαύρο μαύρο. Που οι κακοί βρίσκονται εδώ και οι καλοί εκεί. Θα ξαφνιαστεί ίσως ο Έλληνας αναγνώστης διαβάζοντας πως ένας Γερμανός και μάλιστα αξιωματικός της Βέρμαχτ που έχει υπηρετήσει στο Άουσβιτς, που έχει βοηθήσει να χτιστούν οι τραγικοί φούρνοι, μπορεί να έχει ευαισθησίες. Να υποφέρει για αυτά που είναι υποχρεωμένος να κάνει, να μη θέλει να γίνει αυτό που η συγγραφέας ονομάζει «πολεμάνθρωπος», μια μηχανή χωρίς αισθήματα, που εκτελεί τυφλά εντολές και στη χειρότερη περίπτωση, όπως μας έδειξε σο βιβλίο του ο Χέρμαν Φράνκ Μάγιερ «Το ματωμένο εντελβάις», να υφίσταται σε τέτοιο βαθμό αλλοίωση που να χαίρεται όταν σκοτώνει. Εμείς οι Έλληνες έχουμε το θλιβερό προνόμιο να έχουμε ζήσει τραγικές καταστάσεις όπως οι θάνατοι από την πείνα, οι σφαγές του Διστόμου και των Καλαβρύτων, να καπνίζουν ακόμη τα ερείπια χωριών και κάποια δέντρα να ψιθυρίζουν τις νύχτες το παράπονο των κρεμασμένων και .. χιλιάδες νεκροί να μην έχουν τάφο.. οι νεκροί του Ολοκαυτώματος, μόνο στη Θεσσαλονίκη χάθηκαν 50.000, μάλιστα πενήντα χιλιάδες, εβραίοι συμπατριώτες μας.. Είναι δύσκολο λοιπόν να δούμε διαφορετικά πέρα από τα στερεότυπα. «Γερμανός»= κακός.

Και όμως έτσι πρέπει, να μπορέσουμε να δούμε πέρα από όσα μας πληγώνουν, να αποδεχθούμε το διαφορετικό, το απρόβλεπτο της ανθρώπινης φύσης, την παντοδυναμία του έρωτα, του έρωτα που ντρέπεται να φανερωθεί. Κλείνοντας τα μάτια δεν εξαφανίζουμε την πραγματικότητα. Τα παιδιά της Βέρμαχτ δεν επέλεξαν τους γονείς τους. Τι απόγιναν αυτά τα παιδιά; Γιατί τα καταδικάσαμε στη ντροπή χωρίς να φταίνε; Τι απόγιναν τα κορίτσια που τα κούρεψαν μετά την Κατοχή γιατί είχαν σχέσεις με τον εχθρό; Γιατί είμαστε αμείλικτοι με τους άλλους και δε μπορούμε να δεχτούμε και συγχωρέσουμε την ανθρώπινη αδυναμία; Καθένας από μας μπορεί να γίνει θύτης ή θύμα. Ποιος είναι τελικά ο θύτης και ποιο το θύμα;
Ο πόλεμος τελειώνει οι άνθρωποι προσπαθούν να ζήσουν ξανά στην ειρήνη. Υπάρχουν όμως κάποιες πληγές που δεν κλείνουν, κάποιοι δε μπορούν να συγχωρήσουν, να ξεχάσουν. Υπάρχουν λάθη μη αναστρέψιμα, απώλειες που δεν αντικαθίστανται, ο πατέρας της ΄Αννας, όπως τόσοι χιλιάδες άλλοι, δε θα γυρίσει ποτέ από το Άουσβιτς που τον έστειλε ο Μέρτεν,,
Όλα αυτές οι καταστάσεις που περιγράφονται από τη συγγραφέα με θαυμαστή οξυδέρκεια δεν είναι παρά τα αποτελέσματα και οι συνέπειες της αλλοίωσης των ψυχών που επιφέρει ο πόλεμος στους ανθρώπους. Αυτό είναι και το κεντρικό μήνυμα, πιστεύω, του βιβλίου. Δεν είναι όμως το μόνο.
Στον αντίποδα όμως όλων των δεινών, φωτεινή ακτίνα ελπίδας η Τέχνη. Η Τέχνη που σώζει, για να θυμηθούμε παραφράζοντας τον λίγο και τον Ντοστογιέφσκι. Δεν είναι τυχαίο που η συγγραφέας μιλώντας με σύμβολα, τα ρόδα της ειρήνης και τα ρόδα της σιωπής, ο σουγιάς του γλύπτη που από εργαλείο της τέχνης, γίνεται όπλο εκδίκησης, για να καταλήξει και πάλι εκεί που ξεκίνησε στα χέρια ενός άλλου καλλιτέχνη που θα ολοκληρώσει το έργο του αρχικού ιδιοκτήτη του, συμπληρώνοντας τα κενά που εκείνος εσκεμμένα άφησε. Υποψιάζομαι πως η συγγραφέας, ξεκινώντας από τον προβληματισμό για τον οποίο μιλήσαμε στην αρχή, «Τι θα γινόταν αν ο Χίτλερ είχε γίνει δεκτός και αναγνωριστεί ως ζωγράφος» θέλησε να περάσει ένα μεγάλο μήνυμα. Η Τέχνη λυτρώνει, η Τέχνη σώζει. Τώρα μετά από όσα είπαμε μπορώ πια, ξεχνώντας τη δικηγόρο που ήμουν, να συμφωνήσω και εγώ μαζί της.

Το βιβλίο αυτό της Πασχαλίας Τραυλού θεωρώ ότι είναι το καλύτερό απ΄όσα έχει γράψει. Μέσα από μια αξιοσημείωτη πορεία, την αναγνώριση και την αγάπη του αναγνωστικού κοινού που τη συνοδεύει, η Πασχαλία πέτυχε σε μέγιστο βαθμό αυτό που την κάνει ξεχωριστή, την εξαιρετικά διεισδυτική ψυχολογική ανάλυση. Μελέτησε βαθειά τους χαρακτήρες και δούλεψε τη γλώσσα και τις εικόνες μέσα από την ψυχολογική κατάσταση των ανθρώπων Η ματιά της είναι ώριμη και κριτική τα δε ιστορικά στοιχεία που αποτελούν το φόντο του μυθιστορήματος, ψαγμένα και σωστά υφασμένα στον ιστό του μύθου, Είμαι σίγουρη πως θα το αγαπήσετε και θα μείνει για καιρό στην καρδιά σας Και να σας πω και ένα μυστικό, νομίζω πως τελικά θα αγαπήσετε τον Γερμανό..ήταν καλλιτέχνης είπαμε η Τέχνη θα σώσει τελικά τον κόσμο..
Πασχαλία μου, συγχαρητήρια για το υπέροχο βιβλίο σου, σε ευχαριστώ για τη χαρά που μου έδωσες να το διαβάσω και την τιμή να το παρουσιάσω και σου εύχομαι καλοτάξιδο και αυτό.

.

Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2011

"EΡΩΤΑΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ"




ΙΟΥΣΤΙΝΗ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ-ΑΡΓΥΡΗ "ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ (Εκδόσεις "Ψυχογιός" 2011)

Χθές βράδυ στο γνωστό και φιλόξενο βιβλιοπωλείο το "Το Θέμα", στην οδό Φιλολάου στο Βύρωνα, όπου είχαν την καλωσύνη να μας φιλοξενήσουν για μια ακόμη φορά οι αγαπητές κυρίες Θεώνη Μακρή και Μαρία Ρούσου, έγινε η παρουσίαση του βιβλίου της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη " Ερωτας στην Ομίχλη". Ομιλήτριες η συγγραφέας, η γνωστή συγγραφέας και βιβλιοκριτικός Ελένη Γκίκα, και η υποφαινομένη. Η βραδυά ήταν γλυκειά και η ατμόσφαιρα δονείτο από την αγάπη των πολυάριθμων φίλων που ήρθαν να καμαρώσουν το ξενητεμένο μας, την αγαπημένη όλων Ιουστίνη. Τις λεπτομέρειες θα σας της γράψει η ίδια, δε θέλω να της χαλάσω τη χαρά. Για όσους όμως δεν κατάφεραν να έρθουν και θα ήθελαν να μάθουν τι είπαμε έχω εδώ τη δική μου ομιλία.

"Σας έχει τύχει ποτέ ενώ διαβάζετε ένα μυθιστόρημα, ένα διήγημα, ένα ποίημα, να σας φανεί πως ταυτόχρονα ακούτε να ξεπηδά από μέσα του μια μουσική; Μια μουσική που είναι σε απόλυτη αρμονία και ταύτιση με το κείμενο; Σε μένα συμβαίνει κάποιες φορές, όχι πάντα, συνήθως όταν αυτό που διαβάζω, έχει καταφέρει να με παρασύρει, να με κάνει να ξεχαστώ και να ταξιδέψω στο δικό του χώρο και χρόνο.
Αυτό ακριβώς μου συνέβη όσο διάβαζα το τελευταίο μυθιστόρημα της Ιουστίνης Φραγκούλη- Αργύρη, «ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ». Όσο διάβαζα, όσο προχωρούσα στην υπόθεση, ή μάλλον στα στρώματα της υπόθεσης, τόσο άρχιζε να ακούω να ξεδιπλώνεται μέσα μου η μουσική. Μια μουσική γνωστή και αγαπημένη, όχι άλλη από την έκτη συμφωνία του Μπετόβεν αυτή που ονομάζουμε «Ποιμενική». Το μυθιστόρημα ακολουθεί τα χνάρια της συμφωνίας, βήμα προς βήμα. Όπως ο μεγάλος συνθέτης μέσα από τη μουσική και τους ήχους δημιουργεί εικόνες άλλοτε χαράς και άλλοτε φόβου και τέλος ευγνωμοσύνης, το ίδιο, ας μου επιτραπεί να πω, και η γραφή της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη γεννά στον αναγνώστη συναισθήματα χαράς, πόνου με κορύφωση την τελική λύτρωση.
Δύο λόγια για την υπόθεση για να σας πείσω για του λόγου το αληθές,
Η Αμαλία Αναγνώστου, μια νέα πρωτοδιορισμένη δασκάλα, ύστερα από ένα επίπονο και επικίνδυνο ταξίδι φτάνει στον προορισμό της. ένα πανέμορφο αλλά απομονωμένο ορεινό χωριό στη Κεντρική Μακεδονία χτισμένο δίπλα σε ένα ποτάμι. Την εικόνα όμως θαμπώνει η απρόοπτη συνάντηση με μια κακάσχημη γύφτισσα που της προφητεύει συμφορές και την προτρέπει να φύγει .
Η άφιξη της Αμαλίας φέρνει ένα καινούργιο αέρα στην οπισθοδρομική κοινωνία του χωριού.. Η δασκάλα είναι νέα, έχει ενθουσιασμό και όνειρα που θέλει να δει να πραγματοποιούνται. θέλει να ανοίξει τους ορίζοντες των παιδιών. Οι χωρικοί όμως ζώντας τόσο καιρό απομονωμένοι από τον έξω κόσμο, είναι δύσπιστοι σε κάθε τι καινούργιο. Η Αμαλία γίνεται φίλη με την δυναμική και ανεξάρτητη Αμαρυλλίδα που την ξεναγεί στις ομορφιές του τόπου αλλά και της διηγείται κάποιες τραγικές ιστορίες που συνδέονται με το ποτάμι. Εκεί στο ποτάμι η Αμαλία γνωρίζει και τον παιδικό φίλο της Αμαρυλλίδος τον Αρίστο Αγριππίδη. Οι τρεις νέοι γίνονται φίλοι. Αγαπούν την ποίηση και το διάβασμα και έχουν τις ίδιες φιλοσοφικές ανησυχίες για τον προορισμό του ανθρώπου και τη σχέση του με το Θεό.
Ο Αρίστος δείχνει ερωτικό ενδιαφέρον για την Αμαλία και εκείνη υπερπηδώντας εμπόδια και ταμπού του παραδίνεται με τη ψυχή και το σώμα. Ένας έρωτας μεγάλος πέρα από τις δυνάμεις της τη συνεπαίρνει. Η ευτυχία της χαμογελά.. όμως…ο έρωτάς της μοιάζει να απειλείται, ο Αρίστος είναι απρόβλεπτος και άστατος. Οι ίσκιοι ζώνουν την ερωτευμένη Αμαλία. Παράλληλα την ειδυλλιακή εικόνα του χωριού σκιάζουν φοβερά και ανείπωτα μυστικά που μαθαίνει άθελά της η νεαρή δασκάλα. Ηθικά διλήμματα τη βασανίζουν χωρίς να μπορεί να δώσει λύση. Σύννεφα μαζεύονται στον ορίζοντα προοιωνίζοντας καταιγίδα. Η Αμαλία προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην πίστη της στην αγάπη και τις δυνάμεις του κακού που ορθώνονται απειλητικές …
Τα σύννεφα συνεχίζουν να πυκνώνουν ώσπου ξεσπά η φοβερή καταιγίδα. Η μικρή κοινωνία του χωριού συνταράσσεται όταν τα φοβερά μυστικά έρχονται στο φως, αδιέξοδα.. καταστροφή…σπαραγμός.. Η ειδυλλιακή εικόνα δεν υπάρχει πια. Ενοχές, αναπάντητα ερωτήματα, ίσκιοι από παλιές και καινούργιες αμαρτίες παλεύουν στην ψυχή της Αμαλίας της αθώας δασκάλας των ιδανικών και των τσακισμένων ονείρων...
Η καταιγίδα στην καρδιά της Αμαλίας θα αργήσει να κοπάσει. Μόνον όταν κάποτε θα σκιστεί και το τελευταίο πέπλο που έκρυβε την αλήθεια θα της χαριστεί τελικά η λύτρωση . Κοντά στην Αμαλία και εκείνοι που τους έλαχε, χωρίς να το ζητήσουν, ο στέφανος του μαρτυρίου, θα μπορούν και αυτοί να λυτρωθούν. Αρκεί να θελήσουν.. για αυτούς τώρα ανοίγονται νέοι ορίζοντες. Μετά την καταιγίδα βγαίνει το ουράνιο τόξο. Μετά από κάθε σταύρωση υπάρχει η Ανάσταση..
Όπως μαντέψατε ήδη, πρόκειται για ένα αριστούργημα. Ένα βιβλίο στο οποίο η ποίηση βαδίζει παράλληλα με το ρεαλισμό. Οι ανατροπές οδηγούν τον αναγνώστη σταδιακά όλο και σε δυσκολότερες κορυφές, σαν τα κύματα της καταιγίδας, μέχρι την τελική λύτρωση.
Παράλληλα η ανάλυση των χαρακτήρων γίνεται με τρόπο αριστοτεχνικό, με χειρουργικό μαχαίρι που η συγγραφέας χειρίζεται με λεπτότητα και σεβασμό, ανατέμνονται οι ψυχές των προσώπων για χάρη του αναγνώστη..
Η Αμαλία, ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφονται τα άλλα πρόσωπα, είναι ένα πλάσμα τρυφερό και αθώο, που θέλει να είναι ανεξάρτητο, αλλά δεν έχει ακόμη καταφέρει να κόψει τον ομφάλιο λώρο που τη συνδέει με την υπερπροστατευτική μητέρα της. Δυσκολεύεται να διαχειριστεί τα προβλήματα που συναντά και αφήνεται στη δίνη των συναισθημάτων. Οδηγημένη από την αγάπη προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην πραγματικότητα και τα όνειρα. Η σκληρή ώρα της αλήθειας θα την βρει απροετοίμαστη. Όπως όμως η φωτιά κάνει το σίδερο ατσάλι, έτσι και η καρδιά της Αμαλίας δοκιμάζεται μέσα από τις στενωπούς του πάθους, της οδύνης της απώλειας και τελικά της γνώσης ώσπου να έρθει η λύτρωση.
Ο Άριστος, ο νέος που η μοίρα τον προίκισε με όλα τα καλά, ομορφιά, πλούτο, όνομα, δύναμη, αλλά που κρύβει στην καρδιά του πληγές που του προκάλεσαν άλλοι, είναι χαρακτήρας σκοτεινός και απρόβλεπτος. Ικανός να δίνει τη μεγαλύτερη χαρά και τον πιο δυσβάσταχτο πόνο.
Ο πατέρας του Αρίστου, ο ευγενής Θεμιστοκλής Αγριππίδης, ευπατρίδης, ευεργέτης του χωριού που τον βαρύνει η σκοτεινή μοίρα της γενιάς του αλλά και ένας βαθύς πόνος που δεν τον αφήνει να δείξει την αγάπη του σε αυτούς που όφειλε.
Τραγική η φιγούρα και της κυρίας Ευθαλίας, της νοικοκυράς της Αμαλίας, μίας γυναίκας του λαού, με όλα τα χαρακτηριστικά του είδους της, την περιέργεια, το κουτσομπολιό, το φόβο της κοινωνικής κατακραυγής.. Πίσω όμως από το καλοσυνάτο παρουσιαστικό της η κυρία Ευθαλία κρύβει αφάνταστη σκληρότητα αλλά και ένα φοβερό μυστικό..
Οι άλλοι χαρακτήρες, ο καλός, αλλά τυπολάτρης δάσκαλος, η φαντασμένη γυναίκα του, η κόρη του, η όμορφη και ανεξάρτητη Αμαρυλλίς, η Ευγενία, η υπερβολικά ζωηρή για τα ήθη του χωριού κόρη του Δημάρχου που κουβαλάει και αυτή το δικό της σταυρό, ο μικρός Στέλιος και η Παγώνα, η καταπιεσμένη και βασανισμένη μητέρα του, η πιστή Σουλτάνα, είναι μορφές που συμπληρώνουν τον υπέροχο πίνακα που έστησε για χάρη μας η συγγραφέας..
Ούτε όμως η Αμαλία, ούτε ο Αρίστος, ούτε άλλος κανένας είναι το κέντρο βάρους του βιβλίου. Ο αληθινός πρωταγωνιστής είναι το ποτάμι. Στο ορεινό χωριό που η μοίρα έταξε την Αμαλία, ο ποταμός ορίζει τη ζωή και τη μοίρα των ανθρώπων. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν προσωποποιήσει και είχαν κάνει θεούς τα ποτάμια. Πόσο δίκιο είχαν. .. Σαν λάιτ μοτίβ, έρχεται και επανέρχεται κάθε τόσο το ποτάμι στην εικόνα. Εδώ γνωρίζεται η Αμαλία με τον Αρίστο, εδώ μαθαίνει κάποια μυστικά, εδώ παίζεται η τελική σκηνή του δράματος.. Δέντρα, φυτά, πουλιά ζώα, αλλά και ξωτικά και μύθοι ζουν γύρω από το ποτάμι. Τις νύχτες με φεγγάρι, την ώρα που τα τσακάλια ουρλιάζουν στο βουνό, όμορφες κόρες κολυμπούν στα νερά του μαζί με άκακα νερόφιδα… και οι ιτιές και τα καλάμια στις όχθες σκύβουν πάνω από τα νερά του ψιθυρίζοντας σκοτεινά μυστικά .Βρήκα πως αυτοί οι στίχοι της ποιήτριας Μαρίκας Λάμπρου από τη συλλογή της ΑΚΟΜΑ ΕΔΩ.( Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2011) ταιριάζουν απόλυτα στο «Ποτάμι» της Αμαλίας,
Κόκκινο ποτάμι τι όμορφο που είσαι.
Εικόνες και φαντάσματα σπαρταράνε στα χέρια σου.
Μελωδίες γλυκές αρμενίζουν στις όχθες σου.
Ο χτύπος των ρολογιών πουθενά δεν ακούγεται.
Μυστικές αγγελίες.
Γραμμές, γραμμές
Από αίμα:

Η γραφή της Ιουστίνης Φραγκούλη Αργύρη είναι απλή και γάργαρη, αλλά και ρωμαλέα σαν τα νερά του ποταμού. Οι περιγραφές ζωντανές, χωρίς να κουράζουν με περιττούς λυρισμούς, καταφέρνουν να μεταφέρουν τον αναγνώστη στον τόπο αλλά και το χρόνο. Βρισκόμαστε στα μέσα της δεκαετίας του 70, λίγο μετά την επάνοδο της δημοκρατίας στην Ελλάδα. Η συγγραφέας μας δίνει μια σωστή εικόνα της εποχής σε ένα τυπικό ορεινό χωριό που η καρδιά του χτυπάει στο καφενείο και όπου όλοι ξέρουν τα πάντα για τους πάντες, αλλά σιωπούν... Η καθημερινότητα ξεπηδάει αβίαστα από τις περιγραφές των σπιτιών, των φαγητών, των ρούχων. Μυρίζεις τον καπνό που βγαίνει από τα τζάκια και αισθάνεσαι την ομίχλη να σε τυλίγει καθώς περπατάς τους ανηφορικούς δρόμους του χωριού. Είναι προφανές ότι η Ιουστίνη Φραγκούλη Αργύρη έχει βιώματα. Δε μπορείς διαφορετικά να δώσεις τόσο ζωντανές περιγραφές ενός τόπου. Όπως και δεν μπορείς να γράψεις για μια ιστορία που έζησαν άλλοι αν δε χτυπήσει κάποια ευαίσθητη χορδή μέσα σου, όπως φαντάζομαι θα συνέβη και με την Ιουστίνη όταν της εξομολογήθηκε η πραγματική «Αμαλία» την ιστορία της ζωής της και εκείνη την έπλασε σε αυτό το ωραίο μυθιστόρημα.
Τα βιβλία της Ιουστίνης Φραγκούλη δεν είναι απλά ρομαντικές ιστορίες, είναι ας μου επιτραπεί η έκφραση, «ψαγμένα».Μέσα από το μανδύα μίας ερωτικής ιστορίας μιλάνε για κοινωνικά προβλήματα. Η γυναίκα του ξενιτεμένου και η εγκαταλελειμμένη αρραβωνιαστικιά στην «Αγάπη των ΄Αλλων», οι φιλίες της νιότης μας στο πέρασμα των χρόνων, στα «Ψηλά τακούνια» και τώρα τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Δύσκολο θέμα και ακόμη πιο δύσκολη μετάπλαση του σε μυθιστόρημα. ΄Όχι μόνο γιατί χρειάζεται μελέτη και γνώσεις που η συγγραφέας είναι προφανές πως κατέχει, αλλά κυρίως γιατί γράφοντας για ένα τόσο σκοτεινό θέμα κινδυνεύεις να βυθιστείς ο ίδιος στο σκοτάδι που δημιουργείς. Ευτυχώς δε συνέβη αυτό στην Ιουστίνη Φραγκούλη Αργύρη.
Ιουστίνη, σε ευχαριστούμε για το υπέροχο βιβλίο που μας χάρισες που ευχόμαστε να είναι και αυτό καλοτάξιδο "

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

Καλό φθινόπωρο παρέα με μια Μπαμούσκα

Kαιρό είχαμε να ακούσουμε από τη φίλη μας τη Νοέλ Μπάξερ, τη δικαιολογούμε όμως γιατί μας ετοίμαζε κάτι πάρα παρα πολύ καλό...δε σας λέω τι, θα σας το αποκαλύψει η ίδια όταν θελησει. Στο μεταξύ ένα μικρό δείγμα της γραφής της, πάντα επίκαιρο, στους καιρούς που ζούμε..Απολαύστε το.

" Μπαμπουσκίτσα
(Έτσι μικρές μάς φτιάχνουν σήμερα)

«Αχά!», είπα και άνοιξα την μεγάλη μπαμπούσκα κι έβγαλα από μέσα την μικρότερη. Ξεβίδωσα κι αυτή κι έβγαλα από μέσα της την ακόμα μικρότερη. Κι από αυτή την κι άλλο μικρότερη. Και στην συνέχεια, μέσα από αυτή, έβγαλα την τελευταία. Την τοσοδούλικη που δεν μικραίνει άλλο! Έστησα τις μπαμπούσκες πλάι-πλάι παραταγμένες στην σειρά καθ’ ύψος και είδα πώς ήμουν και πώς έγινα!!
Θαύμασα τις μπαμπούσκες! Λυπήθηκα τον εαυτό μου!
«Η μικρότερη μπαμπούσκα της σειράς κατάντησα», σκέφτηκα με θλίψη. «Μια μπαμπουσκίτσα!»

Στην τηλεόραση δεν με φωνάζουν έτσι. Το λένε «συρρίκνωση». Είναι πιο πομπώδες και επιστημονικό αλλά εμένα δεν μ’ αρέσει, μου έρχεται στο μυαλό κάτι ζούφιο και ρυτιδιασμένο. Δεν θέλω να είμαι ζούφια.
Γι’ αυτό, προτιμώ να με λέτε «μπαμπουσκίτσα».
Με κεφαλαίο Μι, παρακαλώ. Μπαμπουσκίτσα.

Κάθομαι, λοιπόν, στητή στην καρέκλα μου, με όρθια πλάτη, και με βλέπω. Με τις μπαμπούσκες, τις ρώσικες κούκλες, απέναντί μου δεν χρειάζομαι καθρέφτη για να με δω. Αυτό διαπιστώνω και χαίρομαι γιατί όλο πλεονεκτήματα είναι οι άτιμες. Έχω μπρος μου πέντε ζευγάρια ζωγραφισμένα μάτια. Κοιταζόμαστε. Εκείνες χαμογελούν, εγώ όχι. Δεν ξέρω τι βλέπουν πάνω μου και χαμογελούν (ή περιγελούν μήπως;), εγώ πάντως δεν χαμογελώ γιατί βλέπω σε αυτές εμένα συρρικνωμένη. Κι αυτό δεν είναι αστείο.
Δεν είναι διόλου ευχάριστο.

Σύρω πιο μπροστά από τις άλλες την τοσοδούλικη, την μέσα-μέσα κουκλίτσα μπαμπούσκα, γιατί γειτνιάζω πιο πολύ με αυτήν σε μέγεθος, σαν από μια οικογένεια αδελφές να διαλέγω την πιο κοντινή μου στο σουλούπι, και με παρατηρώ. Χωριάτισσα ντυμένη, με μαντίλα. Μαύρα ζωγραφιστά μάτια σαν καμένες τελείες και χείλη κόκκινα τριανταφυλλένια. Μια χαρά!
«Περίφημα!» λέω κι αισθάνομαι καλά με τον εαυτό μου. Καλά στα ρούχα μου. Κι ας μην με έχω δει ποτέ στο παρελθόν με μαντίλα. Μου αρκεί που δεν είμαι ρυτιδιασμένη. Ρυτιδιασμένα συρρικνωμένη. «Κουκλάκι σκέτο. Να τι είμαι», λέω στον εαυτό μου δυνατά για να με ακούσω μπας και πειστώ. «Χαριτωμένη μινιατούρα!» (Λίγο ακόμα και σε λίγο θα σφυρίζω χαρούμενα.)
Μειδιώ.
Χαμογελώ, γιατί έτσι μας φτιάχνουν εμάς τις μπαμπούσκες. Κάθομαι χαμογελαστή με την στητή μου πλάτη ανησυχώντας μόνο μήπως τα χείλια μου δεν είναι ικανοποιητικά τριανταφυλλένια.
Μήπως δεν είμαι καλή μπαμπουσκίτσα, φοβάμαι.

Κάθομαι έτσι για ώρες. Στην καρέκλα της κουζίνας μου. Στητή και χαμογελαστή με βρίσκει η νύχτα γιατί κάποια ώρα το φως χαμηλώνει. Ήρθε η νύχτα και τρίβει τα μάτια της. Πλησιάζει και με πλησιάζει. «Άνθρωπος είναι τούτη;», σκιάζεται. «Πού πήγε ο άνθρωπος που ήταν εδώ» αναρωτιέται κι ανοίγει και ψάχνει τα ντουλάπια της κουζίνας. Εγώ την βλέπω τι κάνει αλλά δεν αφήνω την στητή στάση μου ούτε το ζωγραφισμένο μου χαμόγελο. Δεν αξίζει να αφήσω για μια νύχτα ό,τι μου πήρε μήνες να κατορθώσω. Ενδόμυχα εύχομαι, μόνο, να μην μου ανακατέψει τα ντουλάπια. Χρειάζομαι δουλειά, αλλά όχι τούτη!

Η νύχτα είναι μεγάλη. Μια θεόρατη μπαμπούσκα. Μέσα της κρύβει νυχτερινούς ψιθύρους, βραδινά αγκομαχητά, σκοτεινά σχέδια, λευκές νύχτες, εφιδρώσεις σε καθαρά σεντόνια, συνευρέσεις χωρίς νόημα. Και όνειρα. Πολλά όνειρα! Καλά γαντζωμένα όνειρα και πεφταστέρια όνειρα που προκαλούν τον άνθρωπο να κάνει μια ευχή (δεν πραγματοποιούνται) και φρεσκογεννημένα όνειρα που γεννιούνται εκείνη τη νύχτα. Άραγε θα ενηλικιωθούν;
Μέσα της η μπαμπούσκα-νύχτα κρύβει, ακόμη, νυχτέρια και κρησφύγετα. Ο καθείς μας στο κρησφύγετό του. Άλλος το βρέχει από φόβο, άλλος με δάκρυα… ενώ για άλλους, βέβαια, αλλού βρέχει. Μια μεγάλη μπαμπούσκα είναι η νύχτα που χωράει τους πολλούς, πάμπολλους εαυτούς μας. Πολλές γυναίκες, πολλούς άντρες, πολλά παιδιά, …πολλά σκυλιά. Δίπλα μου παρόμοια στητή κάθεται η χοντρή σκυλίτσα-μπαμπούσκα περιμένοντας την κυρά της να ζωντανέψει.

Μία μπαμπούσκα γίγαντας η νύχτα. Με τριανταφυλλί χείλια που δεν φαίνονται στο σκοτάδι και μαύρα μάτια που έτσι κι αλλιώς δεν φαίνονται στο σκοτάδι. Κάθεται δίπλα μου και περιμένει υπομονετικά σαν μάνα. Περιμένει, όπως εγώ, να ξημερώσει. Για να μου κάνει καλή παρέα (και επειδή λίγο βαριέται), ανάβει την τηλεόραση. Πέφτουμε σε Ειδήσεις.
Στα σκληρά κι όχι στα μαλακά πέφτουμε, δηλαδή.
Με τα αμυγδαλωτά ζωγραφιστά μου μάτια κοιτάω ανέργους στους δρόμους, ταξιτζήδες να διαπληκτίζονται, συνταξιούχους να αδειάζουν τα τελάρα μετά τη λαϊκή και να διαλέγουν λιωμένα φρούτα, «στοιχηματίες» να παίζουν με τα νεύρα μας και να βάζουν στοίχημα ότι δεν θα φυλακιστούν, παιδιά που πηγαίνουν στα σχολεία τους με σάκες χωρίς βιβλία. Στην τηλεόραση το χαρούμενο πρόσωπο του Μίκυ Μάους, έτσι το θυμόμουν παλιά, πάνω στην κενή σχολική σάκα δείχνει ρυτιδιασμένο. Συρρικνωμένος έως κι ο Μίκυ!
«Μπράβο τους!», επαινώ ειρωνικά.
Χαμογελώντας πάντα.
Στο επόμενο πλάνο περιμένει ένας μεσήλικας καθισμένος σε πεζοδρόμιο. Βαστάει το κεφάλι του με τα δυο του χέρια. Θα ήθελα να το νιώθει βαρύ από σκέψεις μα είναι, ξέρω, βαρύ από έγνοιες. Συνεχόμενα στις Ειδήσεις βλέπω έναν κόσμο που δεν είναι χαμογελαστός. Ούτε ωραία στημένος όπως εγώ στην καρέκλα του.
«Νύχτα, κλείνεις την τηλεόραση, σε παρακαλώ;»
Δεν μου αρέσει να βλέπω τον κόσμο μου συρρικνωμένο σαν φωτοτυπία σε σμίκρυνση, ελάχιστο. Δεν θέλω έναν κόσμο μπαμπουσκίτσα!
(Ούτε, βέβαια, μια Ελλάδα μπουκίτσα.)

Στο σκοτάδι οι πέντε μπαμπούσκες, έξι με μένα, χαμογελούμε στο κενό.

Νοέλ Μπάξερ

(Αναδημοσίευση από το ηλεκτρον. περιοδικό «Ως3»)"

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΤΕΛΟΣ;













Σε αφορμή όσα βιώνουμε τον τελευταίο καιρό και επειδή δε θέλω να με παρασύρει το , το ρεύμα της κατάθλιψης και της απαισιοδοξίας που φουσκώνει μέρα με τη μέρα βάλθηκα να ψάχνω κάποιες παλιές φωτογραφίες για να φέρω ξανά κοντά μου στιγμές χαράς και ευτυχίας. Κοιτάζοντάς τις φωτογραφίες αυτές, κάποιες τις μοιράζομαι μαζί σας,μου γεννήθηκε το ερώτημα: Μπορεί να ειναι αυτό το τέλος; Εμείς που αντέξαμε και επιβιώσαμε, επιδρομές βαρβάρων από στεριές και θάλασσες, πολέμους,πείνες,εμφύλιες συρράξεις, φυσικές θεομηνίες, σεισμούς,καταποντισμούς, πυρκαγιές.. και τα μύρια όσα, θα χαθούμε τώρα; Θα πνιγούμε στους φόρους και τα μνημόνια, τα μεσοπρόθεσμα και τα μακροπρόθεσμα, τις οργανωμένες και ανοργάνωτες πτωχεύσεις, τις παύσεις πληρωμών,τις υποβαθμίσεις των χρηματοοικονομικών οίκων και όχι μόνο... Τι θα γίνει με μας; Ήρθε το τέλος; Το τέλος όσων ονειρευτήκαμε για μας και τα παιδιά μας, το τέλος όσων ζήσαμε και αγαπήσαμε;
Ο πανάρχαιος μύθος της Πανδώρας λέει πως σαν άνοιξε την Πυξίδα, το κουτί που της είχαν χαρίσει οι Θεοί και ξεπήδησαν από μέσα όλα τα δεινά των ανθρώπων έμεινε στον πάτο τελευταία η Ελπίδα.. Να είναι έτσι; Οι μύθοι πάντα λένε την αλήθεια κρυμμένη όμως..
ΑΎΡΙΟ ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ ΑΛΛΗ ΜΕΡΑ.

ΚΑΛΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΚΑΙ ΚΑΛΟ ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2011

Όσπρια και άλλα ..υγιεινά

Καιρό είχα να σας θυμίσω τη φίλη μας τη Νοέλ Μπάξερ, ιδού ένα τελευταίο, γλυκόξινο, ή γλυκόπικρο αν προτιμάτε σαν τις ειδήσεις τώρα τελευταία..


"Καλώς τα όσπρια!

Το ψυγείο είναι από τα πρώτα οχυρά που πέφτουν ηττημένα από την επέλαση της ανεργίας. Η απομάκρυνση από το εργασιακό φρούριο σηματοδότησε την ημερομηνία λήξης αρκετών από τα ακριβά εδέσματα που θεωρούσαμε μια μικρή πολυτέλεια που δικαιούμασταν «βρε αδελφέ».

Το στομάχι μας έγινε πιο μελετηρό. Διαβάζει την τιμή στο ράφι και απομνημονεύει προσφορές προς τον καταναλωτή περισσότερο από παλιά, όταν θεωρούσε ότι ο πλούσιος γονιός του (εμείς) θα του παρείχαμε ό,τι επιθυμούσε στο πιάτο.

Επόμενο, οι διατροφικές συνήθειες θα αλλάξουν. Η σύνθεση του ψυγείου μας θα είναι από τις πρώτες αλλαγές που θα σημειώσουμε στο μπλοκάκι με τη λίστα για το σούπερ μάρκετ που πλέον θα έχει μπόλικο άγραφο χώρο και κενά περιθώρια για τις υποσυνείδητες μουντζούρες της σκέψης μας.

Αν οι μουντζούρες σας είναι επάλληλα στρογγυλά κυκλάκια, δεν είναι οι Ολυμπιακοί Κύκλοι. Ερμηνεύονται ως φακές.

Τα όσπρια θα ξαναμπούν στη ζωή και στην κατσαρόλα μας. Επιβραβευμένα με θρεπτικά παράσημα και εύσημα παραδοσιακής ελληνικής κουζίνας, θα επιστρέψουν θριαμβευτικά αφήνοντας στο τασάκι με τα κέρματα, δίπλα στην πόρτα, τα χρήματα που εξοικονομούμε επιλέγοντας όσπρια στο τραπέζι μας.

Οι σημερινές ελληνικές κουζίνες και κιτσινέτ προτείνουν φασόλια, φακές, φάβα και ρεβίθια. Άξαφνα, το ρεβίθι άφησε το παραμύθι κι από κάτω από το στρώμα που ενοχλούσε την κοιμισμένη κακομαθημένη βασιλοπούλα επιστρέφει δυναμικά στην κατσαρόλα της ξεβολεμένης νοικοκυράς που πασχίζει να επαναλάβει το θαύμα του Χριστού που χόρτασε πέντε χιλιάδες νοματαίους με πέντε καρβέλια και δυο ψάρια.

Είναι πιθανό το άσημο ρεβίθι να ξαναγίνει διατροφικός άρχοντας όπως την εποχή της Κατοχής και ο ελληνικός καφές μας στο μέλλον να φτιάχνεται ξανά από ρεβιθόζουμο. Ρετρό κατοχικές συνταγές μαγειρικής τότε θα αποκτήσουν πάλι αξία, την υπερτιμημένη αξία της αντίκας, και οι συνταγές της κατοχικής γιαγιάς θα βγουν από το παλιό συρτάρι προκαλώντας επιφωνήματα χαράς και δικαιολογημένους πανηγυρισμούς στη μαζώχτρα μητέρα μας που της γκρινιάζαμε τόσα χρόνια πως δεν πετούσε τα άχρηστα.

Η μπομπότα θα ζήσει ένδοξες στιγμές και στην μεθεπόμενη γενιά;

Απέναντι στα όσπρια τοποθετείται ο 4χ4 ηγέτης του ντουλαπιού του ανέργου, το μακαρόνι. Ευθυτενές, στρογγυλό ή πατικωμένο ως λαζάνι. Λεπτό «σαν μακαρόνι» ή χοντρό «ο χοντρός της τάξης των μακαρονιών». Στριμμένο «σαν βίδα ή ουρά από μακαρονογουρουνάκι», κοφτό για όσους βαριούνται τη ζωή τους. Χωριάτικο με αυγά, πολύχρωμο με λαχανικά, σφυρίχτρα αν το παιδάκι σας ξέρει πώς να το ρουφά, σε σχήμα κογχύλι για τους θαλασσινούς. Φιογκάκι για τα ρομαντικά κορίτσια.

Κάποιες μέρες το μακαρόνι χτυπάει τον ανταγωνιστή ρύζι κάτω από τη ζώνη, ως κριθαράκι.

Τέλος, προτεινόμενο ελληνικό οικογενειακό πιάτο της Κυριακής συνιστάται το «δεν παίρνεις τηλέφωνο τη μαμά σου να πάμε αύριο να φάμε εκεί με τα παιδιά;».

Σκέψη στο περιθώριο
Τρώγοντας άνεργα, κόβονται χοληστερίνη και τα υπόλοιπα.

Νοέλ Μπάξερ
Ένα από τα κείμενά της για την ανεργία"

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2011

"Eτσι θέλω να θυμάμαι" Γιόλας Δαμιανού-Παπαδοπούλου


Πιστή στην υπόσχεσή μου σας παρουσιάζω το τελευταίο βιβλίο της Γιόλας Δαμιανού- Παπαδοπούλου, " Έτσι θέλω να θυμάμαι".( Εκδόσεις «Ωκεανίδα») που παρουσιάζεται αύριο στου «Ελευθερουδάκη» στις 7 η ώρα το απόγευμα όπως σας έχω ήδη πει.
Με ένα δύσκολο θέμα που, απ΄όσο εγώ τουλάχιστον εγώ γνωρίζω, δεν έχει ασχοληθεί άλλος συγγραφέας στην Ελλάδα, καταπιάστηκε αυτή τη φορά η Γιόλα Δαμιανού- Παπαδοπούλου. Το θέμα των παιδιών που γεννιούνται από την ένωση δύο διαφορετικών φυλετικά, εθνικά και πολιτισμικά ανθρώπων. Ενός λευκού/λευκής και ενός έγχρωμου/ης. Παιδιά που δεν ανήκουν ούτε στον ένα ούτε στον άλλο κόσμο. Παιδιά, τις πιο πολλές φορές χωρίς ταυτότητα, ξεχασμένα, αφημένα στην τύχη τους. Παιδιά, έρμαια της μοίρας και του πεπρωμένου που είναι γραμμένο στο DNA που φέρουν και των μυστικών που τους κρύβουν για να "μην τα πληγώσουν", αλλά που όταν φανερωθούν, γιατί ως γνωστόν "ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον," πληγώνουν βαθιά και πολλές φορές ανεπανόρθωτα..
Ένα τέτοιο παιδί είναι ο Μάικλ, ο ήρωας του μυθιστορήματος. Παιδί ενός μεγάλου έρωτα ενός λευκού και μιας μαύρης. Ο Μάικλ, όπως όλα τα παιδιά που γεννήθηκαν από μια τέτοια ένωση, είναι ένα παιδί προικισμένο, όμορφο και έξυπνο, μεγαλώνει μέσα στην αγάπη, γρήγορα όμως όλα θα ανατραπούν. Θα χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια του, θα χάσει ανθρώπους που αγαπά και στηρίζεται πάνω τους και θα αρχίσει να βασανίζεται από ερωτήματα και διλήμματα που δεν έχουν απάντηση. Δεν έχουν γιατί εκείνοι που θα μπορούσαν να δώσουν τις απαντήσεις δε θέλουν ή και δε μπορούν. Είναι "Μάικλ" ή "Μιχάλης"; Είναι "Οχμπάρα" ή "Σταματέλος"; Ποιά είναι η πατρίδα του; Η Ελλάδα ή η Αφρική; Ανήκει στον κόσμο του πατέρα ή στον κόσμο της μητέρας του; Είναι λευκός ή μαύρος; Είναι Μιγάς. Είναι "μπάσταρδος" όπως τον αποκαλούν οι λευκοί. Είναι "μπακίν μπατούρε" όπως τον αποκαλούν οι πατριώτες της μητέρας του. Είναι όλα αυτά και είναι ο εαυτός του.
Δεν έχω σκοπό να σας διηγηθώ την ιστορία του βιβλίου, είναι μια ιστορία απλή και συγκινητική. Μια ιστορία μεγάλης αγάπης αλλά και μιας δυνατής φιλίας. Κρυμμένων μυστικών και απρόβλεπτων ανατροπών . Η δύναμη της περιγραφής, η ανάλυση των αισθημάτων και των χαρακτήρων, η σε βάθος γνώση της ανθρώπινης ψυχής, των παθών και των ελαττωμάτων που μας χαρακτηρίζουν και καθορίζουν την πορεία της ζωής του καθενός μας, δίνονται από τη συγγραφέα με τρόπο αριστοτεχνικό. Γνωρίζεις και αγαπάς τους ήρωες, την Ατλίν, το Βασίλη, τη Τζόζεφιν και το Γιώργο, το Μάικλ και τον Γέσπερ, τη Μέλα και το Νάνα. ΄Ολοι γερά χτισμένοι, με ελαττώματα και πάθη, με φιλοδοξίες και προτερήματα. Αγαπάς και θυμώνεις με τις επιλογές τους, λυπάσαι και πάσχεις μαζί τους. Ως εδώ καλά. Θα μπορούσε να είναι ένα οποιοδήποτε καλό μυθιστόρημα στημένο σε μια οποιαδήποτε εποχή ή χώρα. Εκείνο όμως που το χαρακτηρίζει και το κάνει να διαφέρει,. εκείνο που έχει για μένα τη μεγαλύτερη αξία είναι η δύναμη της γραφής της Γιόλας Δαμιανού- Παπαδοπούλου. Μέσα από την αναδρομή των αναμνήσεων του Μάικλ μια άγνωστη μα ολοζώντανη και πάλλουσα από αντιθέσεις και εσωτερικές αναταραχές Νιγηρία φανερώνεται στα μάτια του ανυποψίαστου αναγνώστη. Χρώματα, αρώματα, ήχοι, οσμές. Ένας ανελέητος ήλιος σε ένα έντονα γαλάζιο ουρανό φωτίζει χώρα και ανθρώπους, μάρτυρας τραγικών γεγονότων. Πολέμων και εμφύλιων σπαραγμών. Οι νεώτεροι ίσως δεν έχουν ακούσει ποτέ την έκφραση "παιδί της Μπιάφρας". Τη δική μου όμως μνήμη ,όπως και πολλών άλλων της γενιάς μου, στοιχειώνουν εικόνες παιδιών με τεράστιες πρησμένες κοιλιές, με χέρια και πόδια κλωστίτσες και κεφαλάκια που κρέμονται ανήμπορα στην αγκαλιά σκελετωμένων μανάδων με στήθη αδειανά να μας κοιτάζουν με μάτια τεράστια γεμάτα ικεσία, " κάνετε κάτι, εσείς οι πολιτισμένοι, οι χορτάτοι, μη μας ξεχνάτε.."
Αυτή τη χώρα, που την τσουρουφλίζει ο έντονος ήλιος, τη δέρνουν οι βίαιες καταιγίδες και το χαρματάνι δεν αφήνει τους ανθρώπους να αναπνεύσουν από τη σκόνη που τυλίγει σαν πέπλο τα πάντα, αυτή τη χώρα που οι άνθρωποι πιστεύουν ακόμη στη μαγεία και τη δύναμη των πνευμάτων, περιγράφει η Γιόλα Δαμιανού- Παπαδοπούλου με δύναμη και ευαισθησία και δεξιοτεχνία ζωγράφου. Ανοίγει για χάρη μας το καλειδοσκόπιο των χρωμάτων της, το έντονο πράσινο των δέντρων, το βαθύ γαλάζιο του ουρανού, το έντονο κόκκινο και το μωβ των λουλουδιών των φλογόδεντρων και των τζιακαράντα που στρώνουν χαλί με τα πέταλά τους στους δρόμους. Βλέπουμε τις πλούσιες επαύλεις και πολυτελή ξενοδοχεία, κλάμπς και σχολεία των προνομιούχων, αλλά μυρίζουμε και τη ξινή και σάπια μυρωδιά των υπονόμων του Σαμπόν Γκαρί, της συνοικίας των μαύρων. Παρακολουθούμε παραδοσιακές τελετές, χαρούμενες, αλλά και σκοτεινές όπου ο μάγος ντίμπια καλεί και καλοπιάνει τα πνεύματα για να κάνουν αυτό που ζητά ο πελάτης.
Η Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου έζησε και αγάπησε την Αφρική, στην ουσία ποτέ δεν έφυγε από εκεί. Δεν αγάπησε το γραφικό ή το διαφορετικό, αγάπησε τους ανθρώπους, τα κουρελιασμένα και ανάπηρα παιδιά που απλώνουν βρώμικα χέρια για να πουλήσουν μια χούφτα φιστίκια, αλλά βλέπεις μέσα στα μάτια τους τη δύναμη και τη δίψα για ζωή. Αυτή την Αφρική αγάπησε και αγαπά η Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου, αυτή την Αφρική μας γνωρίζει με το καινούργιο της βιβλίο " Έτσι θέλω να θυμάμαι" και αυτή την Αφρική μας καλεί να γνωρίσουμε και να αγαπήσουμε και εμείς.
Δε μπορώ παρά να μη συγχαρώ τη συγγραφέα για το βιβλίο αυτό, θα έλεγα χωρίς δισταγμό το καλύτερό της μέχρι στιγμής.. Ξεχωρίζω δύο κεφάλαια, το πρώτο και το τελευταίο. Το άνοιγμα και το κλείσιμο της αυλαίας στη σκηνή της καρδιάς του ήρωα όπου τα αισθήματα είναι τόσο έντονα σαν το φως της πατρίδας του, όπου η εικόνα μιας γυναίκας με κατακόκκινο φόρεμα και καστανά μακριά μαλλιά είναι πανταχού παρούσα, αλλά και ταυτόχρονα απούσα...
Κλείνοντας το βιβλίο μένεις πολλή ώρα με τη σκέψη στα πάθη και τις ζωές των άλλων που έγιναν δικά σου όσο το διάβαζες. Το κλείνεις αλλά δεν το αφήνεις, είναι από τα βιβλία που θα γυρίζεις ξανά και ξανά κοντά τους.
Τελειώνοντας θέλω να πω και δύο λόγια για το πολύ πετυχημένο εξώφυλλο του βιβλίου. Τα ζωηρά χρώματα, πορτοκαλί και γαλάζιο που κυριαρχούν παραπέμπουν στα χρώματα της Αφρικής.. Ένα λουλούδι προβάλλει ξεκομμένο και παραδίπλα ένα άλλο μικρότερο, μισό. Καλέντουλα νομίζω πως είναι το όνομα των λουλουδιών. Το αγριολούλουδο της άνοιξης που μοιάζει με μαργαρίτα αλλά δεν είναι, που έχει θεραπευτικές ιδιότητες, αλλά και μαγικές..γιατί ,λένε πως. επιτρέπει στους ανθρώπους να δουν τις νεράιδες και στις γυναίκες να επιλέξουν τον κατάλληλο σύντροφο. Κάποιοι άλλοι το συνδέουν και με το θάνατο, το λένε και νεκρολούλουδο... Στη γλώσσα όμως των λουλουδιών, το λουλούδι της καλέντουλας συμβολίζει τη λαμπρότητα της νίκης. ΄Αραγε νίκησαν οι ήρωες του βιβλίου τους δαίμονες τους;
Το λουλούδι του εξώφυλλου είναι κλειστό, μοιάζει να μη θέλει να ανοίξει να αντικρίσει τον ήλιο. Ο ήλιος είναι ζωή και η αλήθεια, αλλά η ζωή και η αλήθεια μπορεί να πονούν μπορεί να κάψουν το λουλούδι, να το μαράνουν πριν την ώρα του...είναι έτσι; Εσείς θα κρίνετε. Διαβάστε αυτό το υπέροχο βιβλίο της Γιόλας Δαμιανού-Παπαδοπούλου και ευχηθείτε μαζί μου "Καλοτάξιδο και αυτό το βιβλίο σου Γιόλα". Σε ευχαριστούμε για τη χαρά της ανάγνωσης και το ταξίδι στη χώρα της μαγείας και των αντιθέσεων.

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2011

Eτσι θέλω να θυμάμαι




Τις μέρες αυτές διαβάζω ένα ωραίο βιβλίο. Κάτι διαφορετικό από τα συνηθισμένα.Η συγγραφέας Γιόλα Δαμιανού Παπαδοπούλου μας έχει ως τώρα δώσει ωραία δείγματα της δουλειάς της. Σας έχω μιλήσει παλίοτερα για τη "Φωνή του Δάσους" το "Αλλο μου μισό" και το "Κρατήσου από τα όνειρά σου". Σε αυτό το τελευταίο βρίσκουμε ξανά το άρωμα και τους ήχους της Αφρικής που τόσο καλά γνωρίζει και αγαπάει η συγγραφέας. Θα γράψω αναλυτικά για το βιβλίο μόλις μπορέσω. Στο μεταξύ για όποιον ενδιαφέρεται να γνωρίσει τη Γιόλα Δαμιανού Παπαδοπούλου από κοντά μπορεί να πάει στην παρουσίαση του βιβλίου που θα γίνει στου Ελευθερουδάκη στην Αθήνα στις 23 του μήνα και ώρα 7.μ.μ Μη το χάσετε αξίζει να διαβάσετε το βιβλίο και να γνωρίσετε τη συγγραφέα του.

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2011

Καλημερούδια μας

Κσλημερούδια μας,
Δυό λόγια μόνο να σας πω για να εξηγήσω το λόγο της μακράς απουσίας μου. Εδώ και λίγο καιρό είχα διάφορα προβληματάκια ποικίλης φύσεως που δε με άφηναν, και δε με αφήνουν ακόμη, να συγκεντρωθώ να γράψω στο blog ή στο fb. Ενα από αυτά το πιο πιεστικό είναι ότι περνάω και πάλι φάση "κυοφορίας". Μην τρομάζετε δε ζήλεψα τη δόξα της Σάρας. Μιλάω για άλλου είδους κυοφορία. Την κυοφορία ενός καινούργιου βιβλίου, που όπως πάντα περνάει μέσα από τους σκοπέλους της αυτοαναίρεσης και αναζήτησης που με κάνουν μονόχνωτη και γκρινιάρα και να μην έχω κουράγιο για άλλες δραστηριότητες, που καλώς εχόντων των πραγμάτων χαίρομαι να κάνω.Μέσα σε αυτές είναι φυσικά και το το διάβασμα βιβλίων και το γράψιμο στο blog.
Στα προβληματάκια μου αυτά προστέθηκε τώρα και άλλο ένα που ενώ αφορά την υγεία έχει και την τεχνική πλευρά του. ΄Εκανα μια επέμβαση για διόρθωση προβλήματος στο κότσι και τα μετατάρσια του δεξιού ποδιού. Αυτό σημαίνει ότι για αρκετό καιρό, ίσως μήνα, ίσως περισσότερο, θα εξαρτηθεί από την αντίδραση των οστών, δε θα μπορώ να κινούμαι ελεύθερα. Προς το παρόν κάθομαι όλη μέρα με το πόδι ψηλά σε μαξιλάρια και χρησιμοποιώ "πι" για να κινηθώ μέσα στο σπίτι μόνο. Τεχνικώς αυτό σημαίνει ότι δε μου είναι εύκολο να χρησιμοποιώ για πολύ ώρα το lap top κλπ. Ελπίζω να με καταλαβαίνετε και να με συγχωρείτε για την απουσία.
Θα ήθελα τόσα να σας γράψω τόσα να πω για τα βιβλία που διάβασα, το υπέροχο "Ταξίδι της Φωτιάς" της Σοφίας Βόικου που σας το συστήνω ανεπιφύλακτα. Πρόκειται για ένα βιβλίο διαφορετικό απ΄όσα έχουμε συνηθίσει, ένα βιβλίο ταξίδι αυτογνωσίας. Δεν έχω όμως το κουράγιο να γράψω περισσότερα. Ούτε μπορώ να σας περιγράψω πόσο ωραία ήταν η έκθεση του Σάκη Παπαγιάννη στο Ιδρυμα Κακογιάννη, μια έκθεση που αξίζει να πάτε να δείτε πως υλικά άχρηστα, παλιά ρουλεμάν, βίδες, ψαροκασέλες, κονσερβοκούτια, μετεμψύχωνονται και γίνονται εμπνευσμένα έργα τέχνης.
Σας υπόσχομαι να κάνω κουράγιο και να προσπαθήσω να επανέλθω το συντομότερο.
Ως τότε..γεια χαρά.

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

Ετεροχρονισμένα Πασχαλινά

Tο ταχυδρομικό περιστέρι με τα προ και μετα πασχαλινά κειμενα για την ανεργία της Νοέλ Μπάξερ χάθηκε κάπου στη διαδρομή. Λέτε να το έφαγαν ψητό κάποιοι πεινασμένοι; ΄Η μήπως φαντάστηκε τον εαυτό του ως κομιστή κλάδου ειρήνης και...έκανε μεταβολή; ΄Ο,τι και να έγινε γεγονός είναι πως δεν τα έλαβα για να τα αναρτήσω εγκαίρως. Τώρα βέβαια δεν παίρνω και όρκο πως δε χάθηκαν κάπου στη μαύρη τρύπα του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μου....Για να σας αποζημιώσω λοιπόν (ανα)δημοσιεύω μονοκοπανιά και τα τρία και σας φιλώ γλυκά με Πασχαλιάτικες ευχές.

Κείμενο Πρώτο
Ένα χθεσινό κορίτσι μια Μεγάλη Παρασκευή
Περπατούσα πιο αργά από τους άλλους επίτηδες. Καθυστέρησα το βήμα μου αφήνοντας τον κόσμο να περνάει από δίπλα μου. Κάποιοι με σκουντούσαν, κάποιοι με προσπερνούσαν και με έξυναν, άλλοι ήταν πιο προσεχτικοί. Ίσως είχαν καταλάβει πως ήμουν εύθραυστη. Κάποιος εύθραυστος άνθρωπος. Βρέθηκα στην οπισθοφυλακή του Επιταφίου, στην άκρη-άκρη της μακριάς ουράς του κόσμου.

Κοντοστάθηκα κάτω από ένα φανάρι του δρόμου κι ακούμπησα στον στύλο του. Σαν μια γυναίκα του δρόμου. Όπως η ταπεινή γυναίκα που αγάπησε ο Χριστός. Από εκεί παρατηρούσα το παράξενο πλάσμα του Επιταφίου να περπατάει έρποντας και κυματιστά μέσα στα στενά της γειτονιάς μου. Έβλεπα στη φωτεινή ουρά του τα μικρά φωτάκια από τα κεριά να απομακρύνονται σαν σμήνος πυγολαμπίδες.

Μόνο συγκρίνοντας με κάτι ίδιο, όπως ο Επιτάφιος που επαναλαμβάνεται τυφλά και ίδια κάθε χρόνο, βοηθιέται κανείς να διακρίνει τις συνολικές αλλαγές.

Άφησα την θέση μου κάτω από τον φανοστάτη, κι ας έχασα το φως του, και χώθηκα στο ημίφως και σε τοπικά σκοτάδια. Λοξοδρόμησα και, κάνοντας μια δική μου πορεία Επιταφίου, ξεκίνησα να περπατώ μόνη μου με κατεύθυνση το Κέντρο της πόλης. Οδηγούσα τον εαυτό μου στον πυρήνα της, εκεί που στοχεύουν οι βολές των τόξων.

Κρατούσα το αναμμένο μου κερί και βάδιζα με την κατάνυξη αυτού που επιστρέφει. Αναζήτησα την παλιά μου πόλη γιατί τότε θυμάμαι πως υπήρξα ευτυχισμένη. Σίγουρα, ευτυχέστερη. Μια που το παρόν με απωθεί και το μέλλον με φοβίζει, πού αλλού είχα να στραφώ παρά στο παρελθόν;

Έφτασα στο Κέντρο της πόλης μου με την ψυχή στο στόμα.

Ήταν μια μακριά διαδρομή και χώρεσε όλα αυτά που άλλαξαν. Τίποτα δεν έμεινε στάσιμο, να περιμένει μετά από χρόνια ένα χθεσινό κορίτσι μια Μεγάλη Παρασκευή. Τίποτα, διαπίστωσα, δεν είχε την καλοσύνη να με περιμένει.

Έμεινα με το τόξο μου αμήχανο να κοιτάει έναν άγνωστο τόπο με γνώριμα χτίρια. Το Κέντρο μου είχε χάσει προ πολλού την ακμή του. Έως και το περίφημο αττικό φως τού αρνιέται σήμερα την λάμψη του, αλλιώς δεν εξηγείται πώς το φως εδώ είναι τόσο γκρίζο και θαμπό. Σαν να κοιτάς μέσα από βρώμικο τζάμι.

Τα βέλη μου, κατάλαβα, θα πήγαιναν χαράμι. Από καμία πέτρα δεν θα ανάβλυζε καθαρό νερό σε αυτό το βρώμικο και τρισάθλιο μέρος. Ήταν όλες οι πέτρες πολύ γερασμένες. Αφυδατωμένες πέρα ως πέρα. Κι αυτά που δεν τα θυμάμαι να ήταν τότε πέτρες, πέτρωσαν με τον καιρό, πέτρωσαν από τον φόβο τους ή, τα έμψυχα, απέκτησαν πέτρινη καρδιά για να αντέξουν.

Σαν τον Λωτ, τότε που εγκαταλείπαμε το άστυ μας για τα προάστια και τις σπηλιές των βράχων, μας είχε ζητηθεί από μια υψηλότερη φωνή που δεν ήταν η συνείδησή μας να μην κοιτάξουμε πίσω, για να διασωθούμε και να μην μεταμορφωθούμε κι εμείς σε πέτρες. Ένα βλέμμα πίσω και θα μέναμε «στήλη άλατος», ό,τι, αλίμονο, έπαθε η γυναίκα του Λωτ όταν έφευγαν άρον-άρον από τα βιβλικά Σόδομα.

Εμείς που παραβλέπουμε γενικά τις οδηγίες, συμμορφωθήκαμε με το «μην περιβλέψεις οπίσω σου, δια να μη απολεσθείς» (Γεν. ιθ’ 17) και την προειδοποίηση «ενθυμείσθε την γυναίκα του Λωτ» (Λουκ. ιζ’ 32) που ακούσαμε στα σχολειά μας. Υπακούσαμε και δεν κοιτάξαμε πίσω μας.

Ίσως, όμως, έτσι γίναμε όλοι πέτρινοι.

Μια ευαίσθητη νύχτα Μεγάλης Παρασκευής ξαναέβαλα το βέλος στην φαρέτρα. Δεν είχαν οι αναμνήσεις μου πού να χτυπήσουν. Εκεί κατέληξα. Έσπασα το τόξο στο γόνατο, το έκανα κομμάτια. Το πέταξα στον σωρό σκουπίδια που ξεχύνονταν έξω από τους κάδους σαν εμετός και πήρα τον δρόμο για πίσω δίνοντας μάχη να ανασάνω τα άνθη από τις νεραντζιές στα πεζοδρόμια. Όπως άλλοτε τέτοιες μέρες.

Ο Επιτάφιος μου στην επιστροφή του είχε ακολουθία από πιστούς ρύπους, θορύβους, κακοσμίες και βέβηλη ασχήμια. Με σβηστά κεριά ασφαλώς. Πορευόμουν ανάκατη με αυτό το πλήθος. Πιθανώς κι εγώ σε τέτοια κακή διάθεση αποτελούσα μια ασχήμια της πόλης. Όσες νεραντζούλες είδα στα πεζοδρόμια ήταν κάμποσο γερασμένες για να έχουν άνθη και υπερβολικά αηδιασμένες για να ανθοφορήσουν. Πίσω από τις νεραντζιές, καθώς περπατούσα διάβαζα ωραία συνθήματα γραμμένα σε λερούς τοίχους χτιρίων. Χωρίς να το θέλω ακολουθούσα την πορεία ενός επίμονου πιστού σε μία Μαρία. «Μαρία, σ’ αγαπώ.» «Μαρία, σε λατρεύω.» «Μαρία, πεθαίνω.»

Οι Επιτάφιοι μας συναντήθηκαν στο σταυροδρόμι.

Νοέλ Μπάξερ
Πάσχα 2011
(Για το ηλεκτρονικό περιοδικό Ως3)

Κείμενο δεύτερο
Όταν μεγαλώσω θα γίνω άνεργος σαν τον μπαμπά και την μαμά
Ο επαγγελματικός προσανατολισμός ξεκινάει από το σπίτι του παιδιού. Η δουλειά του μπαμπά και της μαμάς είναι τα πρώτα επαγγέλματα που το παιδί γνωρίζει σε βάθος. Εάν μάλιστα αντιληφθεί ότι πρόκειται για «σπουδαία» επαγγέλματα, από τον παιδικό σταθμό κιόλας δηλώνει ότι θα γίνει το ίδιο όταν μεγαλώσει. Αναζητώντας το μερτικό από την χρυσόσκονη που του αναλογεί στην οικογενειακή μερίδα.

Πιο σημαντικό από το όνομα του επαγγέλματος νομίζω πως είναι η «υπόσταση» επαγγέλματος. Από τότε που το παιδί γεννιέται σχηματίζει εικόνες με τα φανερά πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της δουλειάς που «έρχεται στο σπίτι». Το παιδί ανέργων είναι προφανές πως μη έχοντας ανάλογες προσλαμβάνουσες στερείται της δυνατότητας αυτής.

Τα παιδιά με την μέθοδο του παζλ, ξεκινώντας με παζλ για νήπια, εκείνα με τα μεγάλα κομμάτια, και συνεχίζοντας με όλο και μικρότερα κομματάκια, σιγά-σιγά συνθέτουν, χρόνο-χρόνο αναπτύσσουν, σταδιακά ολοκληρώνουν και, τέλος, αποκαλύπτουν την εικόνα του επαγγέλματος του γονέα. Που τους αρέσει και την κορνιζάρουν στο μυαλό τους με το μελλοντικό τους πτυχίο, ή δεν τους αρέσει και δεν ξανασχολούνται.

Εννοείται πως η εικόνα του επαγγέλματος του γονέα δεν έχει να κάνει μόνο με εμφανή εξωτερικά χαρακτηριστικά όπως το επαγγελματικό ντύσιμο και το «πώς» («διαφορετικά») μιλάμε στο τηλέφωνο. Αόρατα κομμάτια παζλ συνθέτουν την εικόνα μιας άυλης εργασιακής συμπεριφοράς: του πνεύματος του συγκεκριμένου επαγγέλματος και της εργασιακής αύρας ανεξαρτήτως επαγγέλματος.

Το παιδί ανέργων δεν έχει εικόνα. Δεν μπορεί να παίξει παζλ.

Η ικανοποίηση της εργασίας και η χαρά της επαγγελματικής προόδου ανήκουν βέβαια κι αυτά στο παζλ που το παιδάκι ανέργου δεν μπορεί να δει. Δεν τα ξέρει, δεν αναζητάει να τα μιμηθεί «μεγάλος» αφού δεν ξέρει να τα αναζητήσει, αγνοεί πώς να τα χειριστεί αργότερα ως ενήλικας. Μια ολοφάνερη δυσκολία το περιμένει όταν με την πρώτη του δουλειά τού ζητηθεί να συμπεριφερθεί ως «εργαζόμενος». Ξεκινώντας από τα βασικά, όπως να μπει σε σφιχτό εργασιακό πρόγραμμα ενώ είναι μαθημένος ο χρόνος να τρέχει ελεύθερος. Ή ουρανοκατέβατα να του τεθούν από την μια στιγμή στην άλλη αυστηρές προθεσμίες, στον ευέλικτο τρόπο ζωής που έμαθε από το σπίτι του.

Για το παιδί εργαζόμενου, όμως, αυτό ήταν το πρώτο κομμάτι του παζλ. Του δόθηκε στο χέρι ως απάντηση όταν ρώτησε «μπαμπά και μαμά, γιατί να πάτε σήμερα πάλι στη δουλειά και δεν κάθεστε σπίτι να παίξουμε;».

Το παιδάκι αυτό πλεονεκτεί και σε κάτι άλλο ανήκοντας σε εργασιακή οικογένεια. Έχει μεγαλύτερη ευκαιρία από τον «συμμαθητή με άνεργο γονέα» να αξιοποιηθούν από μικρή ηλικία κλίσεις και χαρίσματα. Το καθοριστικό για το μέλλον αυτού του τυχερού παιδιού είναι ότι την ευκαιρία αυτή να ανακαλυφθούν και αξιοποιηθούν οι κλίσεις και τα χαρίσματά του εν υπνώσει, την έχει και ο γονέας του παιδιού και μπορεί να χρηματοδοτήσει την αφύπνισή τους.

Κι αν όλα αυτά θεωρηθούν λόγια και μελλούμενα, ας μην πάμε μακριά, ας πάμε μια βόλτα σε ένα τυχαίο θεατρικό παιχνίδι στον παιδικό σταθμό της γειτονιάς. Το παιδάκι ανέργου ξεχωρίζει από τα «άλλα» της ομάδας γιατί, στερούμενο άλλων επαγγελματικών μοντέλων, επιλέγει μόνιμα να παίζει «τη δασκάλα» και «τον παιδίατρο». (Εκτός αν η δασκάλα και ο παιδίατρος είναι οι γονείς του.)

Τον χειρότερο ρόλο σε αυτό το θεατρικό παιχνίδι θα τον έχει το παιδάκι που θα πει πως θα παίξει τον άνεργο «όπως ο μπαμπάς και η μαμά». Εκτός από το ότι δεν θα έχει τι να παίξει στην παντομίμα, θα κατηγορηθεί πως στερείται φαντασίας.

Κι αν δεν μας κάνει κόπο να πάμε λίγο μακρύτερα από τον παιδικό σταθμό της γειτονιάς, ας πεταχτούμε σε άλλες χώρες με μεγαλύτερη παράδοση και πιο προχωρημένη κοινωνική υποδομή για τους ανέργους, κι ας ρωτήσουμε «τι έγιναν όταν μεγάλωσαν» τα παιδιά των «μόνιμων» ανέργων.

Επιστρέφοντας στα δικά μας, ας επιστρέψουμε με ένα γεγονός:

Όσο αυξάνονται τα άνεργα σπίτια, αυξάνεται η ευθύνη της κοινωνίας να ετοιμάσει τους αυριανούς της εργαζόμενους. Ώστε τα παιδιά, ιδιαίτερα των χρόνιων ανέργων, να λάβουν εκτός σπιτιού (αναγκαστικά) την εκπαίδευση του άρτια προετοιμασμένου εργαζόμενου.

Και του ισότιμα προετοιμασμένου εργαζόμενου. Που θα παραλάβει ως παιδάκι την σκυτάλη ενός Κράτος-Δικαίου και θα την τρέξει ως ενήλικας στην επόμενη γενιά του.

Τέλος, (τέλος;), όσο αυξάνονται τα άνεργα σπίτια, μόνο στην κοινωνία μένει να «διαβεβαιώσει» τα παιδιά ανέργων ότι όταν μεγαλώσουν δεν θα γίνουν άνεργα σαν τον μπαμπά και τη μαμά.

Σκέψη στο περιθώριο
Όσο η ανεργία στη χώρα μας υπολογίζεται με λάθος αριθμούς, ο επαγγελματικός προσανατολισμός στα σχολεία είναι λάθος.

Νοέλ Μπάξερ
Ένα ακόμη κείμενό της για την ανεργία


Κείμενο τρίτο
Αφαίμαξη στον κουμπαρά των παιδιών
Κανένας γονιός δεν είναι υπερήφανος όταν βάζει χέρι στον κουμπαρά των παιδιών. Πόσο μάλλον αν τον πιάσει το παιδί στα πράσα, με το χέρι μέσα στο γουρουνάκι.

Αν είστε άνεργος γονιός, περιμένετε. Θα έρθει η ώρα που θα συμβεί και στο γουρουνάκι-κουμπαρά του δικού σας παιδιού. Είναι καλό να γνωρίζετε, λοιπόν, ότι η κατάλληλη ώρα για αφαιμάξεις είναι όταν ο γουρουνοφύλακας λείπει στο σχολείο.

Ο τρόπος της αφαίμαξης συνιστάται να είναι μικρές δόσεις που δεν θα επηρεάσουν το βάρος του ζώου, με την ελπίδα ότι θα περάσουν απαρατήρητες. Εάν το παιδάκι σας είναι μικρό κι απονήρευτο, μια άλλη αποτελεσματική γονική συμπεριφορά είναι να κάνετε τη χορταστική σας αφαίμαξη αντικαθιστώντας στον κουμπαρά μεγάλα κέρματα με πιο μικρής αξίας για μπούγιο. Στα μικρά παιδιά το σύνολο του περιεχομένου του κουμπαρά ισούται με το μέγεθος της έντασης του κουδουνίσματός του, στοιχειώδη μαθηματικά που αν ίσχυαν και στον χασάπη της γειτονιάς σας δεν θα είχατε προβεί στον έκτακτο δανεισμό.

«Γίνεται για το καλό του παιδιού». Αυτό αν λέτε στον εαυτό σας, το γουρουνάκι την έχει άσχημα. Προτιμήστε να χρησιμοποιήσετε τα χρήματα αυτά για έξοδα του παιδιού. Θα σας κάνει να αισθανθείτε καλύτερα, τουλάχιστον λιγότερο άσχημα.

Ο παιδικός κουμπαράς μας είναι ένα ευχάριστο κεφάλαιο που οι περισσότεροι ενήλικες κουβαλάμε στο βιβλίο των παιδικών μας χρόνων. Πασπατεύοντας τον κουμπαρά του παιδιού σας, θα κουδουνίσουν διάφορες δικές σας παιδικές μνήμες. Με μέγιστη ωραία ανάμνηση, φυσικά, το άδειασμα του φίσκα κουμπαρά στο μεταλλικό ταψί της μαμάς (για να είναι η πτώση των κερμάτων θορυβώδης), παρουσία του μπαμπά-μετρητή (... ή μήπως αφαιμάκτη;).

Ως άνεργος γονιός, θα απολαύσετε εκ νέου δύο μεγάλες παιδικές χαρές σας: τη χαρά του μποναμά του γέρου θείου και τα κάλαντα.

Οι παππούδες και οι γέροι θείοι είναι μια διαχρονική πλουτοπαραγωγική μονάδα. Σύνολο μονάδων αν είστε τυχεροί κι ανήκετε σε πολυμελές σόι με πολλούς ηλικιωμένους θείους που τα ‘χουν τετρακόσια. Οι μποναμάδες στα παιδιά εκ παραδόσεως παραδίδονται στο χέρι του παιδιού ή με αντιπρόσωπο (εάν ο θείος επέλεξε εσάς, το γονιό χωρίς εισόδημα ως αντιπρόσωπο, μάλλον ατύχησε στην επιλογή του) τέσσερις φορές τον χρόνο: Χριστούγεννα, Πάσχα (χρονικά συμπίπτει με την καταβολή του δώρου της σύνταξης), στην ονομαστική εορτή του παιδιού και στα γενέθλια.

Εάν σας ενδιαφέρει να εξαντλήσετε αυτή την εισοδηματική πηγή, είναι καλό να γνωρίζετε ότι υπάρχει η δυνατότητα και δύο έκτακτων μποναμάδων στη διάρκεια του έτους: την εθνική εορτή της 25ης Μαρτίου αν κατορθώσετε και ντύσετε το αγοράκι σας τσολιά – το κοριτσάκι σας Μπουμπουλίνα, και τις Απόκριες. Τα λαγουδάκια πιάνουν καλή τιμή και οι πασχαλίτσες στα κοριτσάκια. Σημειώστε ότι κανένας παππούς δεν έχει χρηματοδοτήσει την εγγόνα του «γυναίκα του δρόμου».

Τα κάλαντα των Χριστουγέννων αποκτούν πρόσθετη αξία όταν είστε χρόνιος άνεργος. Έχετε το δικό σας ανομολόγητο λόγο για να ξυπνήσετε το παιδί σας από τα χαράματα, να προλάβει τους γείτονες πριν τους πουν τα κάλαντα οι ανταγωνιστές μπόμπιρες της γειτονιάς.

Κι αν πιστεύετε ότι δεν ανήκετε στην παραπάνω κατηγορία στυγνού άνεργου γονιού, αναλογιστείτε τον εαυτό σας όταν τις γιορτές «δρομολογεί» τα παιδικά δώρα των συγγενών προς τα νέα αθλητικά παπούτσια που χρειάζεται ο μικρός ποδοσφαιριστής ή το ψευτογούνινο ζακετάκι που γυάλισε στη μικρή κοκότα. Ακόμη χειρότερα, με τι ευκολία «διαμελίζετε» το καινούργιο κομπιούτερ σε κομμάτια δώρου ή, οι παλιοί, την πολύτομη εγκυκλοπαίδεια που δεν μπορείτε να αγοράσετε μόνος σας σε κομμάτια εγκυκλοπαιδικής τυρόπιτας, και τα μοιράζετε δεξιά κι αριστερά σε παππούδες και θείους.

Σκέψη στο περιθώριο
Είναι ωραίο να ξαναγίνεσαι πού και πού παιδί!

Νοέλ Μπάξερ
Ένα ακόμη κείμενό της για την ανεργία.

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ


Καλή Ανάσταση σε όλους φίλους και μη, οσους μας αγαπάνε και όσους όχι. Να έχουμε ανάσταση στις καρδιές μας και να λάμψει το φως που σώζει στα σκοτάδια που μας απειλούν.

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

Ο καταστρεπτικός τυφώνας «Υποψία»

Καλημέρα!

Για αυτή την εβδομάδα η φίλη μας Νοέλ Μπάξερ μας έχει σερβίρει έναν Τυφώνα: τον καταστρεπτικό τυφώνα «Υποψία». Όπως όλοι οι καλοί τυφώνες έχει όνομα γένους θηλυκού.

Ο καταστρεπτικός τυφώνας «Υποψία"

Ο τυφώνας «υποψία ανεργίας» θα μείνει στην ιστορία σας. Θα καταγραφεί ως μια από τις καταστρεπτικότερες υποψίες που σας έπληξε ποτέ, ιδιαίτερα άμα αποδειχθεί σωστή κι είστε άνεργος όπως το υποψιάζεστε.

Πριν σας χτυπήσει ο τυφώνας, το τελευταίο προ ανεργίας πλάνο σας σάς δείχνει να περιφέρεστε στο «βρίσκομαι ανάμεσα σε δυο δουλειές» στάδιο. Περιφέρεστε άσκοπα στο στάδιο σκοτώνοντας τον χρόνο σας (έχετε πολύ χρόνο μπροστά σας αλλά δεν το ξέρετε ακόμη) και για να διασκεδάσετε τον εαυτό σας πηδάτε τα εμπόδια με θεατρική δυσκολία. Μιμείστε τις επευφημίες κόσμου και άλλα τέτοια σαχλά. Παίζετε τον νικητή, ασφαλώς εσείς δεν ανήκετε στους ηττημένους.

Εκεί, στο στάδιο, θα σας βρει η πρώτη ψιχάλα υποψίας. Το λαμπρό φως χαμηλώνει με ντίμερ, λίγο-λίγο γίνεστε πιο σκοτεινός και τα κατάλευκα δόντια σας πιο κατάλευκα. Βλέπετε εμάς μέσα από τον φακό. Πίσω από εμάς βλέπετε να πλησιάζει μια δύση δίχως χρώματα.

Είναι ο τυφώνας που πλησιάζει χωρίς βουητό. Παρακολουθείτε τον κινούμενο ουράνιο έλικα να μεγαλώνει. Ο τυφώνας-τιρμπουσόν πιθανώς να είναι η τελευταία χαριτωμένη σκέψη σας πριν σας κοπεί το γέλιο. Ο τυφώνας «υποψία» σάς χτυπάει, όπως και πολλούς άλλους στην ίδια μοίρα με σας, με ένα τσουνάμι απαισιοδοξίας. Δεν ξέρετε τι είναι αυτό που καταπίνετε. Δεν ξέρετε πού πήγε ο κόσμος που σας κράταγε παρέα, δεν ξέρετε για πού το ‘βαλε ο κόσμος.

Η τέως ευφορία σας μπροστά στα μάτια σας και στα μάτια μας χαριεντίζεται με θράσος με τους τέως θεατές στις κερκίδες. Τους βλέπετε σκοτεινούς, κόντρα στο φως τους, σκιές από πλάσματα που ξέμειναν πίσω. Η ισχύς του τυφώνα ωθεί παλιές ζητωκραυγές πέρα μακριά, προς την ανοιχτή θάλασσα με τα καρυδότσουφλα.

Κοιτάτε σιωπηλός. Άναυδος. Για όποιον δεν ξέρει, ο τρόμος του επερχόμενου σάς έδωσε την τόλμη να βάλετε ο ίδιος εσώκλειστο το περιεχόμενό σας και να σφραγίσετε το γράμμα.

Έχει ξεκινήσει αν δεν το έχετε ακόμη καταλάβει η γύμνωση και ταπείνωση του βασιλιά. Διστακτικά, χωρίς το πανωφόρι σας, εισέρχεστε στη βεβαιότητα ότι είστε άνεργος. Εκεί δεν θα υπάρχουν πια τυφώνες κι υποψίες, μόνο σιγουριά και ένας μπόγος από άδεια βασιλικά ρούχα.

Σκέψη στο περιθώριο
Τους τυφώνες ακολουθεί νηνεμία πάνω από ερείπια.

Νοέλ Μπάξερ
Ένα από τα κείμενά της για την ανεργία


Με την ευχή να έχετε μια ανέφελη ημέρα

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

Παρακαλώ, τι ώρα ανοίγει η αγορά εργασίας;

Οι αγορές ως γνωστόν, είτε λαϊκές λέγονται, είτε χρηματιστηριακές είτε άλλως πως έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό, έχουν τακτή ώρα ενάρξεως. Με μία εξαίρεση, την αγορά εργασίας. Ας δούμε τι λέει πάνω σε αυτό η Νοέλ Μπάξερ στο καινούργιο της κείμενο για την ανεργία.

Παρακαλώ, τι ώρα ανοίγει η αγορά εργασίας;

Η «αγορά εργασίας» δεν είναι εμπορικό κέντρο.

Θα μπορούσε ίσως. Η «κλειστή αγορά εργασίας» φέρνει στο νου κατεβασμένα ρολά και την περιπλανώμενη ησυχία που ακούει τα τακούνια της στο πλακόστρωτο. Ενώ το «ανοιχτή αγορά εργασίας» φέρνει οχλοβοή, κόσμο που πηγαινοέρχεται και ψωνίζει.

Η «αγορά εργασίας» είναι ένας όρος που φυτρώνει σε εφημερίδες. Ανοιγοκλείνει σαν το στρείδι ανάλογα με ποιος επαγγελματικός κλάδος την αγγίξει. Χωρίζεται στην «εντός εργασίας αγορά» και στην «εκτός εργασίας αγορά». Ανάμεσα σε αυτές τις δύο ομάδες επικρατούν οι συνθήκες του πάνω και κάτω μαχαλά, όπου οι κάτοικοι του μεν κατηγορούν τους δε ότι τους κλέβουν το νερό για πότισμα, αιγοπρόβατα και το τοπικό τους θερινό φεστιβάλ.

Στο φως της ημέρας, η ζωή κυλάει χωρίς εκπλήξεις στην «αγορά εργασίας». Ο πάνω μαχαλάς έχει τις δουλειές του, ο κάτω περνάει την ώρα του στο καφενείο. Αλλάζουν κάποιες ματιές κάτω από τον πλάτανο, κι αυτό είναι όλο. Την νηνεμία του τοπίου όπου τίποτα δεν κουνιέται, διασπά κατά καιρούς μια παντρειά-έκπληξη και μεμονωμένοι αντάρτες από την «εκτός εργασίας αγορά» που αρπάζουν τις εργασιακές θέσεις του κοσμάκη.

Τη νύχτα είναι που γίνεται το έλα-να-δεις. Τότε γίνονται οι περισσότερες μετακινήσεις, στο σκοτάδι. Είχαν ξεκινήσει τη μέρα με ύποπτα «ψου-ψου» στη βρύση. Οι τοπικές κουκουβάγιες αντικρίζουν τότε έκπληκτες σκυφτούς ανθρώπους να μπουσουλούν στα τέσσερα, άλλους να αναρριχώνται σε εργασιακές θέσεις κοιμισμένων ή, τις νύχτες με πανσέληνο, διακρίνουν καθαρά ανθρώπινες σκιές στον απέναντι ασβεστωμένο μαντρότοιχο που περιμένουν το «πυρ» της εκτέλεσης.

Σε όλο αυτό το δραματικό σκηνικό, υπάρχει ασφαλώς - πώς θα μπορούσε να λείπει; - ο ήρωας ζεν πρεμιέ που εισβάλλει στη ζωή της «αγοράς εργασίας» πατώντας φουριόζικα την κόρνα από το σκονισμένο φορτηγάκι του που φέρει την επιγραφή «αναλαμβάνω μετακινήσεις στελεχών». Ο ρόλος του είναι ρόλος δράσης. Σκηνοθετικά σηκώνει λίγο Ζορό, λίγο Ρομπέν, λίγο Σούπερμαν. Στήνει το πλιαν τραπεζάκι του κάτω από τον πλάτανο, ανοίγει την ατζέντα του και λέει τη μαγική φράση «να περάσει ο πρώτος, παρακαλώ».

Το δειλινό τον βρίσκει με μια στοίβα βιογραφικά και έναν τόνο αγωνίες που το τριαξονικό του θα μεταφέρει στην συνέχεια σε γειτονικές επιχειρηματικές ραχούλες.

Ο όρος «αγορά εργασίας» αναφέρεται στο αγοραίο μέρος της εργασίας. Επικρατεί η γλώσσα των αριθμών, η φωνή της λογικής και η μέθοδος των τριών. Ο άνεργος ως ον κι όχι ως κωδικός ή στατιστικό ποσοστό, απουσιάζει από την πράξη.

Η Κοινωνία δεν μπορεί να συμμετάσχει στην μαθηματική πράξη όταν είναι αφηρημένη. Αν αντιμετωπίζεται ως αφηρημένη έννοια. Έτσι όπως είναι σήμερα, δεν επηρεάζει το γινόμενο. Ο άνεργος απουσιάζει ως κοινωνική μονάδα. (Καλά κάνει γιατί, όταν δεν απουσιάζει, μέμφεται ότι επιβαρύνει το σύνολο.)

Το ότι ο εργαζόμενος χωρίς δουλειά έχει αντικατασταθεί από μια στατιστική μονάδα, ενώ λείπει σπίτι του, είναι προϊόν λογικής επεξεργασίας. Αυτό όμως που δεν ξέρω αν εσείς συγχωρείτε στη λογική είναι η βαριά οσμή τεχνοκρατισμού, το ότι δεν πλύθηκε και με λίγο συναίσθημα. Από το μεγάλο πρόβλημα έκοψε μόνο την μπουκιά με την ψίχα.

Από την «αγορά εργασίας» ο άνθρωπος αυτός περιμένει να αντιμετωπίζεται ως εργαζόμενος, γιατί η νοοτροπία του είναι η νοοτροπία του ανθρώπου που εργάζεται και, επιπλέον, έχει επενδύσει σε αυτόν τον τίτλο, άρα τον δικαιούται. Νιώθει όμως πως πλανάται μια νοητή προϊστάμενη αρχή που τον επιπλήττει σαν να ήταν «προβληματικός» εργαζόμενος εντός εργασίας. Λες κι ανήκει ακόμα σε εργασιακό περιβάλλον, αισθάνεται την πίεση άγραφων κανόνων καλής συμπεριφοράς, όπως το αγόρι που του ‘ρχεται να κλάψει όμως του απαγορεύεται να κλάψει «γιατί είναι άνδρας».

Άλλοτε «άνδρας» άλλοτε μαμμόθρεπτο. Έχει επίγνωση, δεν το νιώθει απλώς, ότι τα πράγματα γίνονται ερήμην του. Η συμμετοχή του είναι παθητική. Διαβάζει, βλέπει, ακούει, πληροφορείται. Δεν ορίζει τις εξελίξεις «του». Ακούει από το σπίτι του, όπου βρίσκεται αποκλεισμένος, το πανηγύρι που γίνεται στην κεντρική πλατεία «αγορά εργασίας».

Λοιπόν, η «αγορά εργασίας» ως όρος φαίνεται να χρειάζεται επειγόντως έναν αντίποδα-όρο για να αναμετρηθούν τα αναστήματά τους. Το πεδίο του νέου όρου ευνόητα εκτείνεται στην ευρύτερη επαρχία της «εργασίας» και βλέπει, από την πίσω πλευρά της «αγοράς», την τωρινή αθέατη πλευρά του «ανθρώπου».

Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα βαθμό απόπειρα σύγκλισης της τωρινής μας «αγοράς» με την αρχική έννοια της αρχαίας ελληνικής λέξης «αγορά» όπου άνθρωποι συγκεντρωνόντουσαν για να συζητήσουν και να επιλύσουν θέματα. Με αυτή την έννοια και γνωρίζοντας την αντίληψη των προγόνων μας για «το άτομο» και «το σύνολο», ασφαλώς η αρχαία ελληνική «αγορά εργασίας» θα ήταν άλλου, αρχαίου επιπέδου.

Αυτές οι σκέψεις, να που φέρνουν στην αρχή αυτού του κειμένου. Η «αγορά εργασίας» όπως είναι σήμερα είναι ένα «εμπορικό κέντρο».

Και μέχρι εκεί.

Σκέψη στο περιθώριο
Μια που μιλάμε με όρους, υπάρχει και «αγοραφοβία εργασίας»;

Νοέλ Μπάξερ
Ένα ακόμη από τα κείμενά της για την ανεργία

Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

Ειπωμωνύ ή αλλιώς Υπομονή

Το καινούργιο κειμενάκι της Νοέλ Μπάξερ .

Η αλλιώτικη «ειπωμωνύ» της ανεργίας

Ανάμεσα στους συντρόφους, τους σωστούς συντρόφους παντός καιρού, ισχύει ο νόμος των συγκοινωνούντων δοχείων. Μαζί με μία ανεργία, παίρνουμε ακόμη μία ανεργία δώρο για τον/την σύντροφό μας.

Επικρατεί η αντίληψη ότι σ’ ένα ζευγάρι μόνο ο ένας σύντροφος, αυτός σε επαγγελματική κρίση, έχει το πρόβλημα. Ότι η αυτονόητη δουλειά του άλλου είναι να αναμένει και υπομένει. Απόδειξη, όποιος θέλει να μάθει αν υπάρχει κάτι νεότερο στο επαγγελματικό ανακοινωθέν του άνεργου, ρωτάει ιδιαιτέρως τον σύντροφό του. Ακόμη, δεν είναι τυχαίο ότι ο συχνότερος κοινωνικός έπαινος που απονέμεται στον σύντροφο ανέργου, είναι της Υπομονής.

Τα έμπειρα στην ανεργία ζευγάρια γνωρίζουν ότι το πρόβλημα είναι 1 + 1. Το δράμα έχει δύο πράξεις. Η πρώτη πράξη ανήκει δικαιωματικά στο μέλος που έχασε τη δουλειά του κι είναι φυσικά η πιο θεαματική, γι’ αυτήν μαζεύεται ο κόσμος. Η δεύτερη πράξη, το έργο του συντρόφου, είναι ένας μονόλογος που δεν κόβει εισιτήρια. Ο ρόλος αποδίδεται μάλιστα καλύτερα όταν δίδεται μπροστά σε άδεια καθίσματα με κλειστές τις πόρτες. Χωρίς να σημαίνει ότι έχει μικρότερη αξία επειδή δεν έχει θεατές. Απαραίτητη όμως σημείωση: Επειδή δεν έχει θεατές, μην περιμένετε χειροκρότημα.

Εάν αυτός που έμεινε χωρίς δουλειά είναι ο άντρας, επικρατεί επίσης η αντίληψη ότι τα πράγματα είναι πιο εύκολα σε συντροφικό επίπεδο, γιατί η γυναίκα έτσι κι αλλιώς είναι οπλισμένη με υπομονή.

Η συγκεκριμένη υπομονή πρόκειται για μία διαφορετική ειπωμωνύ. Με το που ανατρέπεται το καθεστώς και κάποιος από εργαζόμενος γίνεται «οικιακά», είτε είναι άντρας είτε γυναίκα ακολουθούν ντόμινο μια σειρά από ανατροπές που με τη δύναμη του τσουνάμι σαρώνουν το φοινικόδεντρο από όπου, καθισμένος στην κορυφή, στεγνός και ασφαλής, παρατηρούσε με τα κιάλια την επερχόμενη περιβαλλοντική καταστροφή του. Όσο φώναζε ότι πλησιάζει το κακό, ο/η σύντροφός του μάζευε βιαστικά τις καρέκλες.

Ο / Η σύντροφος ζει μια συντροφική εξ αγχιστείας ανεργία. Μια μοναχική, σιωπηλή, βαθιά θλιπτική συν-ανεργία κλάσεις ανώτερη από την κλασική υπομονή. Είναι η δύναμη του να είσαι πάντα εκεί όταν φυγοκεντρικά διώχνεσαι απών, οι τρυφερές συνωμοσίες και οι κρυφά πληρωμένοι λογαριασμοί, ο πάκος τα ματαιωμένα σχέδια στην τσάντα της ανακύκλωσης, η αναβολή της αναβολής ω αναβολή, η θετική αύρα στο σπίτι που δεν κυκλοφορεί σε σπρέι, το μοίρασμα της νυχτερινής εφίδρωσης, η αντοχή σε μια επώδυνη μονιμότητα, η νέα γνώση της νεοαπόγνωσης, η συνεχής επίκυψη για να σηκώνεις από κάτω πεσμένες κουβέντες, το κολλημένο χαμόγελο, η άγρυπνη ματιά κι όταν κοιμάσαι, η πλύνε-βάλε στολή κλόουν για μπροστά στα παιδιά, η ανώφελη επίγνωση ότι από τον σύντροφό σου και συγκεκριμένα από το δικό του πότε θα βρει νέα εργασία, εξαρτάται η λύση του δικού σου προβλήματος.

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης


Το δηλώσει πολλές φορές και το δηλώνω άλλη μια τώρα, θεωρώ την ποίηση τη πιο δύσκολη μορφή λογοτεχνίας. Ποτέ μου δεν έχω καταφέρει να γράψω ποίημα αν και αγαπώ την ποίηση και υπάρχουν ποίηματα που με συγκίνησαν και συγκινούν από την εποχή της νιότης μου.
Από πολύ τρυφερή ηλικία άκουγα ποίηση, μεγάλωσα με ποίηση.
Τον τελευταίο καιρό τακτοποιώντας τα αρχεία του πατέρα μου, μύστη του λόγου και της Θέμιδας, ανακάλυψα σημειώσεις του που αναφερόταν στη ζωή μας στη Σπάρτη την δύσκολη εποχή της Κατοχής και ιδιαίτερα στις τελευταίες μέρες λίγο πριν φύγουν οι Γερμανοί . Την περίοδο αυτή ο κατακτητής είχε επιβάλλει πολύ αυστηρούς κανονισμούς απαγορεύοντας την κυκλοφορία όλη την διάρκεια της ημέρας με εξαίρεση δύο ώρες το πρωί.
Τις μέρες λοιπόν εκείνες, τις σκληρές, μόνη παρηγοριά του πατέρα μου υπήρξε η λογοτεχνία και η ποίηση. Διάβαζε πολύ, έγραφε και μου μάθαινε ποίηματα που, κατά τα γραφόμενά του, παρά την τρυφερή μου ηλικία φαίνεται πως απήγγηλα με πάθος.
΄Ενα από τα ποίηματα που έμαθα τότε και θυμάμαι ακόμη ήταν ο "Διγενής και ο Χάροντας " του Κωστή Παλαμά. Αν δεν κάνω λάθος είναι από τα τελευταία που έγραψε ο ποιητής.
Παρόλον ότι από τότε η ποίηση έχει ακολουθήσει άλλες φόρμες έκφρασης, εντούτοις έχω τη γνώμη πως το νόημα του συγκεκριμένου ποίηματος μιλάει στην καρδιά μας ιδιαίτερα στους δύσκολους καιρούς που ζούμε σήμερα. Σας το αφιερώνω.

Ο Διγενής κι ο Χάροντας

Καβάλλα πάει ο Χάροντας
τον Διγενή στον 'Αδη,
κι άλλους μαζί. Κλαίει, δέρνεται
τ' ανθρώπινο κοπάδι.

Και τους κρατεί στου αλόγου του
δεμένους στα καπούλια,
της λεβεντιάς τον άνεμο,
της ομορφιάς την πούλια.

Και σα να μην τον πάτησε
του Χάρου το ποδάρι
ο Ακρίτας μόνο ατάραχα
κοιτάει τον καβαλλάρη

"Ο Ακρίτας είμαι, Χάροντα
δεν περνώ με τα χρόνια.
Μ' άγγιξες και δε μ' ένοιωσες
στα μαρμαρένια αλώνια;

Εγώ είμαι η ακατάλυτη
ψυχή των Σαλαμίνων,
στην Εφτάλοφην έφερα
το σπαθί των Ελλήνων.

Δε χάνομαι στα Τάρταρα,
μονάχα ξαποσταίνω,
στη ζωή ξαναφαίνομαι
και λαούς ανασταίνω!"

Και με την ευκαιρία θα ήθελα να μου λύσει κάποιος την απορία:
Αν έχουν δίκιο όσοι λένε πως οι ΄Ελληνες είχαν χάσει την επίγνωση της ταυτότητάς τους τα σκοτεινά χρόνια της τουρκοκρατίας και πως αποκτήσαμε συνείδηση του παρελθόντος και της Ιστορίας μας χάρη στο Γαλλικό Διαφωτισμό και τους εκπροσώπους του, Κοράη, Ρηγα κλπ, πως γίνεται η "Φυλλάδα του Μεγαλέναξντρου" ή άλλως " Διήγησις Αλεξάνδρου" να ήταν το δημοφιλέστερο ανάγνωσμα όλων "ραγιάδων", όχι μόνο των "γραμματιζούμενων" αλλά και του απλού λαού από τα πρώτα χρόνια της ΄Αλωσης μέχρι σχεδόν τις μέρες μας;
Και για του λόγου το αληθές ιδού πως τελειώνει ένα από τα διασωθέντα
"..ετούτο ετυπώθηκε με την δική μου γνώμη,
Γραικών υπάρχω γενεά, Ζακύνθου πατριώτης,
σ΄την Βενετιάν εγένετον, το άνθος της ολότης."
"
Και αλλού..
Ετετυπώθη το λοιπόν, έλαβε γαρ και τέλος
ετούτη η ιστόρια και το ωραίον μέλος,
έτει μετά την λύτρωσιν ανθρώπων γαρ την νέα,
χίλια πεντακόσια δις δέκα και εννέα, στα δεκαπέντε του μηνός, λέγω του Σεπτεμβρίου, κόπως και δεξιότητι Ζήνου του Δημητρίου
"
(Διήγησις του Αλεξάνδρου" David Holton, Bυζαντινή και Νεοελληνική Βιβλιοθήκη,Θεσσαλονίκη 1974)

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

Το business plan του πάγκου με τα φρούτα

Nα μαστε και πάλι...ιδέες πως να αποφύγετε κάποιες κακοτοπιές αναζητώντας εργασία...Τουλάχιστον έτσι μας συμβουλεύει η φίλη μας η Νοέλ Μπαξερ

"Το business plan του πάγκου με τα φρούτα

Και να θέλουμε, στις μέρες μας είναι δύσκολο να γίνουμε από δήμαρχος κλητήρας. Γιατί υπάρχουν κλητήρες χωρίς δουλειά που ψάχνουν για δουλειά. Γιατί να πάρουν δήμαρχο;

Στις ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες τέτοια σενάρια ήταν δημοφιλή. Βέβαια, δεν ήταν κωμωδίες. Η κόρη πλουσίας οικογενείας που από κόρη δημάρχου έγινε σύζυγος κλητήρα πλάνταζε στο κλάμα, και το νεόπτωχο παλικάρι στην οικοδομή που βρόντηξε κάτω δημαρχίες κι αηδίες τραγούδαγε πικρά τραγούδια. Η ευχαρίστηση του θεατή ήταν ότι αυτό δεν συνέβαινε σε αυτόν (στον θεατή). Μασούλαγε τον πασατέμπο του από απόσταση ασφαλείας.

Πια, δεν είμαστε σε απόσταση ασφαλείας. Πρωταγωνιστούμε εμείς! Η εποχή έχει γυρίσει σελίδα και η ζωή δεν είναι άσπρη-μαύρη. Τα λόγια ότι στην ανάγκη «θα πάω πωλήτρια στο σούπερ μάρκετ» είναι σε παλιά γλώσσα. Στα σύγχρονα, δεν μεταφράζεται έτσι και δεν πολυισχύει. Επειδή σε μία εργασιακή σχέση παντρεύονται δύο ανάγκες: η ανάγκη του εργοδότη και η ανάγκη του εργαζόμενου. Πριν ξαναπείτε λοιπόν ότι στην ανάγκη «θα πάω να πουλάω ψωμί», σκεφθείτε αν η ανάγκη που επικαλείστε συμφωνεί με του συγκεκριμένου κυρίου-Γιάννη, του αρτοποιού της γειτονιάς σας.

Όσο πιο κλητήρας είμαστε διατεθειμένοι να πάμε, τόσο πιο δήμαρχος θα διαπιστώνουμε πως είμαστε! Κανένας προϊστάμενος κλητήρων δεν θα πετάξει την σκούφια του να μας έχει από κάτω του. Κανένα αφεντικό δεν θα νιώσει αρκετά αφεντικό κοντά μας. Είμαστε παράταιροι, είμαστε απειλή. Ο ακαδημαϊκός όρος είναι «overqualified».

Ενός λάθους μύρια έπονται. Όταν πάμε να χτυπήσουμε μια λάθος πόρτα, θα συναντήσουμε λάθος άνθρωπο (τον κύριο-Γιάννη) και μάλλον θα του πούμε λάθος λόγια. Ο άσσος που κρίνουμε πως έχουμε στο μανίκι μας, ότι ξεσκονίζοντας το ράφι του θα ξεσκονίσουμε και την επιχείρησή του προσφέροντας δωρεάν στον εργοδότη μας, παράδειγμα, ένα σούπερ business plan που ούτε στο όνειρό του δεν το έχει δει, είναι άλλης τράπουλας άσσος. Της παλιάς μας τράπουλας.

Άρα, ή να βρούμε τα σωστά λόγια να πούμε στον κύριο-Γιάννη (γνωρίζοντας τον κίνδυνο «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού») ή να μείνουμε σταθεροί στον επαγγελματικό μας στόχο και σε αναμονή (γνωρίζοντας τον κίνδυνο «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού»).

Οπωσδήποτε, όσο πιο κοντά παραμένει κανείς στον Στόχο του, τόσο τον βλέπει και τον θυμάται. Μερικές αποφάσεις, τελικά, είναι ζήτημα θέσης.

Σκέψη στο περιθώριο
Ουδέν προσωρινότερον! Αντί του ουδέν μονιμότερον.
"

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Το βασίλειό μου για μια δουλειά

Σας ξάφνιασε ο τίτλος; Είναι καιρός τώρα να μιλάμε για βασίλεια; Διαβάστε το και θα δείτε. ΄Αλλο ένα κείμενο της Νοέλ Μπάξερ για την ανεργία.


Το ανταλλάσσεις; Το ανταλλάσσεις πράγματι; Τον εαυτό σου, το «βασίλειό» σου που μεγάλωσες με διαξιφισμούς ακροβατώντας σε επικίνδυνα τοιχία και το υπερασπίστηκες, άλλοτε, με μάχες πρόσωπο με πρόσωπο χωρίς να φοβηθείς το τρομερό προσωπείο του εχθρού; Αναρωτιέμαι τι έγινε ο ηγεμών που ήξερα στο σώμα σου! Πάει; Πήγε στο γραφείο; Μετά τις 5 το απόγευμα πια θα επιστρέφει ο βασιλιάς; Επικεφαλής ηγεμών χωρίς σώμα στρατού θα είναι! Πλέον μετά τις 5:00 καβάλα στον Βουκεφάλα του, παντέρημος θα καλπάζει στα παλιά πεδία μάχης που έχουν καλύψει άγριες ανεμώνες καταδιώκοντας την σκιά του.

Όλα τούτα και όοοολα εκείνα που κουβαλάνε οι σιωπές σου περιμένουν ένα νεύμα σου. Για να ξεφυσήσουν με ανακούφιση και να ξαναπλώσουν τα τρυφερά μέλη τους, ή την αρίδα τους, στο βασίλειο που τους έχτισες να ζήσουν, μνήμες βασιλοπούλες με βελούδινα βαρύτιμα φορέματα εποχής και ροδαλά τριανταφυλλένια μάγουλα.

Εδώ, σου βάζω τη δουλειά στην άκρη στο τραπέζι. Λιμπιστική δουλειά, ε; Την αρπάζεις; Κάτω το χέρι σου, δεν τα ‘παμε ακόμη! Δεν συμφωνήσαμε. Τι περιέχει το βασίλειό σου, τι έχεις από τον εαυτό σου να μου δώσεις για να πάρεις;

...Βάλε το «βασίλειό» σου πίσω στην τσέπη σου. Δεν θα το πάρω. Δεν το θέλω πια. Αν το κατάλαβες, δεν έχεις πλέον βασίλειο να πουλήσεις.

Σκέψη στο περιθώριο
Ανταλλακτική οικονομία με τον εαυτό μας;

Νοέλ Μπάξερ
Ένα από τα κείμενά της για την ανεργία

Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

"Μια μερίδα ανεργία"

Πιστοί στο ραντεβού μας ας διαβάσουμε τι μας λέει η Νοέλ Μπάξερ για κάποιες από τις "παρενέργειες" της ανεργίας, Μιά μερίδα ανεργία λοιπόν και καλή όρεξη...

Μια μερίδα ανεργία

Η ανεργία κουβαλιέται πιο εύκολα όταν το βάρος της μοιράζεται. Ο εργένης άνεργος θα ανακαλύψει αυτή τη θεμελιώδη αλήθεια, σύντομα. Όταν ...

... όταν θα διαβεί την ισιάδα του πρώτου καλού δίμηνου-χιλιόμετρου, περάσει την εύφορη ραχούλα, γεμίσει το παγούρι του στη γάργαρη πηγούλα, στρίψει την απότομη στροφή και ξεμυτίσει, απροετοίμαστος, στη ζοφερή χώρα της Ανησυχίας. Θα τον προϋπαντήσει ένα χοντρό τούνελ, το φυσικό σύνορο της Ανησυχίας.

Απροετοίμαστος, θα μπει στο τούνελ σφυρίζοντας. Για να ανακαλύψει σύντομα, από τα πρώτα κιόλας βήματα, πως δεν βλέπει φως! Εκεί καραδοκούν σαν ληστές και θα τον πλευρίσουν οι Ανησυχίες που θα του καρφώσουν στο μυαλό ότι το τούνελ είναι τυφλό. Θα παίζουν μαζί του μαδώντας τη μαργαρίτα της Αισιοδοξίας του. «Έχει έξοδο το τούνελ – δεν έχει έξοδο το τούνελ». Ανυπεράσπιστος πλέον, αντί του απροετοίμαστος, έφτασε στο σημείο που θα κουτουλήσει στο θεμέλιο της παραπάνω θεμελιώδους αλήθειας.

(Η διήγηση αυτή θα εκπλαγείτε πόσο είναι ρεαλιστική.)

Καθισμένος στο κουτουλημένο θεμέλιο, τρίβοντας με απορία και οδύνη το κατακούτελο καρούμπαλό του, ο άνεργος εργένης θα κατακλυστεί από ένα σμήνος παυσίπονων εικόνων και πυγολαμπίδες θετικής σκέψης που θα γυρέψουν να τον ανακουφίσουν με την ευδαιμονία τους: Τσαφ, θα δει δίπλα του, μια / έναν συνοδοιπόρο που δεν θα κρατάει τον χάρτη ανάποδα και θα παίζει στα δάχτυλα την πυξίδα. Ο /Η συνοδοιπόρος αυτή, σαν τον έφιππο Κολοκοτρώνη, θα του δείχνει με το δάχτυλο αποφασιστικά την κατεύθυνση προς τον μυστικό αεραγωγό του τούνελ. Στην συνέχεια θα τον πάρει αγκαζέ και θα τον συνοδεύσει, ασφαλή, τραγουδώντας ανέμελα προσκοπικούς σκοπούς περιπάτου.

Η ανεργία κουβαλιέται πιο εύκολα όταν το βάρος της μοιράζεται.

Η συνειδητοποίηση της έλλειψης συντροφικού στηρίγματος «με πλάτες» έρχεται μαλακά και πουπουλένια, ως αυτονόητο φυσικό επακόλουθο, τη μέρα που ο / η άνεργος εργένης αισθανθεί, και δια του πόνου παραδεχθεί, ότι με ένα «γεροδεμένο» σύντροφο θα ήτανε καλύτερα. Για συναισθηματική στήριξη, για οικονομική υποστήριξη και για να παίζει τάβλι. Η αθώα αυτή νέα επίγνωση είναι ικανή με ισχύ πυρηνικής βόμβας να μεταλλάξει τον πυρήνα, το κέντρο στον «εγω-κόσμο» του δηλωμένου /-ης εργένη.

Μην ξαφνιαστείτε, λοιπόν, αν μετά την περιπέτεια της ανεργίας του, ο φανατικός εργένης ή εργένισσα κάνει στροφή στη μοναχική προσωπική καριέρα του και μεταλλαχτεί σε φονταμελιστή του ιερού θεσμού της οικογένειας.

Μέχρι τότε, μέχρι να λήξει η περιπέτεια αυτής της ανεργίας ή για όσο διαρκεί ως εργένικη ανεργία, καλείται αναγκαστικά να δώσει τη μάχη ως μονομάχος. Με ενθουσιώδεις υποστηρικτές, από την κερκίδα ή με το ένα πόδι στην αρένα, τους οικείους του και την επίλεκτη λεγεώνα των συντρόφων-φίλων του.

Σκέψη στο περιθώριο
Καλού-κακού ας κρατήσει θέση, ο μονομάχος, στη φωτογραφία του γάμου του!

Νοέλ Μπάξερ
Ένα από τα κείμενά της για την ανεργία

Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ- ΜΠΡΑΟΥΝ ( Μέρος Β΄)


H "ντάτσα" του Παστερνάκ στο Περεντελνικο.

Συνεχίζω σήμερα με το κείμενο της συνέντευξης του Παστερνάκ στον ΄Αντονυ Μπράουν, όπως δημοσιεύθηκε στην "Καθημερινή", ακριβώς 52 χρόνια πριν, στις 14 Φεβρπουαρίου του 1959. Διατήρησα την ορθογραφία και τη γλώσσα του πρωτοτύπου, εκτός του τονισμού, διότι δεν έχω αυτή τη δυνατότητα στον υπολογιστή μου.

" ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΥΤΟ ΜΟΥ ΑΛΛΑΞΕ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΗ ΜΟΙΡΑ.

Το ηλεκτρικό τραίνο, ύστερα από έξη στάσεις, με έφερεν εις το Περεντέλνικο, το χωριό των Σοβιετικών συγγραφέων. Κατέβηκα από το τραίνο μου την στιγμήν όπου ένα φορτηγό τραίνο επερνούσεν από εμπρός μας μεταφέρον τρακτέρ εις τα παρθένα εδάφη. Επέρασα ανάμεσα από τα δένδρα που έμοιαζαν με κρουσταλιασμένες σουρβιές, από αυτές που περιγράφει ο « Δόκτωρ Ζιβάγκο». Πίσω από τα δάση μούγγριζαν αεριωθούμενα αεροπλάνα εις ένα αεροδρόμιον.
Τα έχασα όταν είδα μια καμπουριασμένη χωρική, με ατσάλινα δόντια να διασχίζη το δάσος, σέρνοντας ένα έλκηθρο φορτωμένο με καυσόξυλα. ΄Ηταν η Ρωσία του Παστερνάκ..
Η χωρική εγνώριζε τον δημιουργόν του «Δόκτορος Ζιβάγκο» και προσέφερθη να με οδηγήσει εις το σπίτι του. Αλλά προηγουμένως έβαλε το έλκηθρο στην καλύβα της, ένα δωμάτιο όλο-όλο με την αγία εικόνα της, το κρεββάτι της και στον τοίχο φωτογραφίες της οικογενείας.
Ύστερα με επέρασε μέσα από το δάσος φλυαρώντας όλο το διάστημα και ακουμπώντας στο μπράτσο μου.
Διεσχίσαμε ένα νεκροταφείον. Eπροσπεράσαμε την ορθόδοξον εκκλησίαν του Περεντέλνικο- έτσι ονομάζεται το χωριό των συγγραφέων- με τους επίχρυσους τρούλλους της και τα γαλάζια της κεραμίδια. Εις το νεκροταφείον δεν είδα κανένα τάφον που να μη έχη σταυρόν επάνω του. Μερικοί σταυροί ήσαν από πέτρα και ήσαν παλαιοί. ΄Αλλοι ήσαν μετάλλινοι σωλήνες με δύο ξύλα δεμένα σταυρωτά.
Έτσι εφθάσαμεν εις την ντάτσα" ( έπαυλιν ) του Παστερνάκ.
Εκείνη την στιγμή, ο ποιητής έκαμνε τον περίπατόν του εις το δάσος με συντροφιά τον σκύλο του. Είναι ένας άνθρωπος με αυστηρός συνήθειες: δύο ώρες περίπατος, μιάμιση ώρα μεσημβρινή ανάπαυσις, δύο ώρες γράψιμο με μολύβι σε φτηνό χαρτί.
Το σπίτι του είναι μια διώροφος αγρέπαυλις με ένα πολύ πλατύ παράθυρο, δίχως κουρτίνα. Ολόκληρο το σπίτι είναι βαμμένο με καφέ χρώμα, που έχει κάπως ξεθωριάσει. Εις τους πορφυρούς τοίχους των δωματίων του συγγραφέως, εκρέμοντο σκίτσα- γυναίκες που εθήλαζαν τα μωρά τους, ευτραφείς γυναίκες και μυώδεις άνδρες, γυναίκες της προεπαναστατικής αριστοκρατίας, με ανθοστόλιστα καπέλλα.
Τα σκίτσα ήσαν έργα του πατρός του συγγραφέως, ο οποίος διεκρίθη ως διακοσμητής μυθιστορημάτων του Τολστόι.
Ένα πελώριον πιάνο
Εις το δωμάτιον, όπου εκαθίσαμε, ο Παστερνάκ και εγώ, υπήρχεν ένα μεγάλο πιάνο! Παιδικά ρούχα ήσαν κρεμασμένα εις το σώμα του καλοριφέρ. Ένα λεπτό μάλλινο χαλί εσκέπαζε το πάτωμα, χρώματος καφέ και αυτό.
Η γυναίκα του Παστερνάκ ήταν απησχολημένη στην κουζίνα, όπου ετοίμαζε το «μπόρς». Ο Παστερνάκ ήτο πιο κοντός από ό,τι εφανταζόμουν, ευρύστερνος, με λεπτή γερακίσια μύτη, πλατειά σκούρα μάτια, συμπαθής, εγκάρδιος.
«Έκανα έναν περίπατο με τον σκύλο μου, είπε, και ελπίζω ότι δεν με επεριμένατε πολύ. ΄Εκάνατε τόσον δρόμο και οι γέροι δεν πρέπει ν΄αφίνουν τους νέους να περιμένουν».
Στην αρχή μου μίλησε για τον «Δόκτορα Ζιβάγκο» και για την απήχηση που είχε στο δυτικό κόσμο.
«Φτωχά μου λόγια! Φίλοι μου σε όλον τον κόσμο με πνίξανε με ευχαριστίες και επευφημίες. Το βιβλίο είναι σημαντικό για μένα και μου άλλαξε την ζωή και την μοίρα. Τούτο δεν μου ήταν απροσδόκητο. Το προέβλεπα, είχα το προαίσθημα ότι η ζωή και η μοίρα μου θα άλλαζαν.
« Αλλά αυτό δεν με στενοχωρεί. Το σπίτι μου, η «ντάτσα» μου ανήκει στην ΄Ενωσι Σοβιετικών Συγγραφέων,. Θάθελα να το βάψω άσπρο να φυτέψω κόκκινα και γαλάζια λουλούδια στον κήπο και να κρεμάσω στην πόρτα την επιγραφή « Οίκος Ζιβάγκο».
Αυτή ήτο η απάντησις του Παστερνάκ στην μαζικήν επίθεσιν της Ενώσεως Σοβιετικών Συγγραφέων εναντίον του, όταν ο Ζιβάγκο εδημοσιεύθη εις την Δύσιν.
Ο Παστερνάκ εξηκολούθησε: «Αλλά δεν περίμενα την έκρηξιν που προεκάλεσε το έργο μου».
«Γιατί έγραψα αυτό το βιβλίο; Δεν νομίζω ότι μπορώ να το εξηγήσω καλά ακόμη και στα ρωσικά. Το γράψιμο του ήταν για μένα ένα μικρό κομματάκι της θεωρίας της δημιουργίας.
«΄Εγραφα ποίησιν και μετά τον πόλεμον αναρωτήθηκα τι είχα δημιουργήσει,. Είπα στον εαυτό μου ότι οφείλω να γράψω ένα βιβλίο, όχι ποίημα. Η ποίησις είναι αποφασιστική, ένα σκίρτημα, ένα αίσθημα. Η ποίησις δεν είναι μέγα έργον, μέγας μόχθος. Δεν σπαταλάτε την καρδιά και τις σκέψεις σας γράφοντας ποίησι. Είσαι καλλιτέχνης και το καθήκον σου, είπα στον εαυτό μου, είναι να περιγράψης την πραγματικότητα. Είπα μέσα μου ότι οφείλω να ζωγραφήσω το παρελθόν σε πεζό λόγο, να γράψω ό,τι είδα σαν Ιστορική αλήθεια. Είπα μέσα μου ότι πρέπει να αναμίξω τις λέξεις με μιαν αγάπη για το χώμα, τη φύσι, τον χρόνο, τον λαό, να δώσω μια φιλοσοφία ζωής, αγάπης, ανθρωπισμού και της θρησκείας που είχαμε πριν από όχι πολλά χρόνια.»
Ο Παστερνάκ είναι άνθρωπος θρήσκος; « Υπό ευρείαν έννοιαν είναι θρήσκος. Η θρησκεία κατά την γνώμην μου δεν είναι απάτη, είναι μια μεγάλη λειτουργία, όχι για τον ουρανό, αλλά για την γη και τη ζωή. Έπρεπε να γράψω για τις δυνάμεις που κάνουν τη ζωή ωραία- για την αγάπη, τη νίκη, την επιτυχία, να δείξω τα χρώματα του κόσμου.
«Είμαι χρωματογράφος και το χρώμα με έκαμε να ιδώ όλα τα καλά πράγματα και πιστεύω ότι τα χρώματα που εχρησιμοποίησα στον «Ζιβάγκο» είναι αληθινά.
«Η Καινή Διαθήκη έχει για μένα μεγαλύτερη σπουδαιότητα από την Παλαιάν Διαθήκην». Η Καινή Διαθήκη απευθύνεται στο μέλλον».
Ο Πατερνάκ μίλησε και για το επικό ταξίδι με το τραίνο που έκαμεν ο νεαρός Ζιβάγκο, για την πείρα του από την ρωσικήν Επανάστασιν.
«Τα τραίνα ήσαν ένα κομμάτι της ιστορίας του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνος στην Ρωσία και εξακολουθούν να είναι. Αγαπώ τα τραίνα. Ιδού διατί περιέγραψα στον «Ζιβάγκο» ένα μεγάλο ταξίδι με τραίνο, παρ΄όλον ότι εγώ προσωπικώς ουδέποτε έκανα τόσο μακρό ταξίδι την εποχή της Επαναστάσεως.
«Παρ΄όλον ότι το βιβλίο μου είναι ένα κομμάτι της ζωής μου, του παρελθόντος μου, της πείρας μου, των πεποιθήσεών μου προσωπικώς δεν έλαβα μέρος στις μεγάλες μετακινήσεις της Επαναστάσεως – τις μετακινήσεις ολοκλήρων λαών, από το ένα άκρος της Ρωσίας στο άλλο, με το ρεύμα της Επαναστάσεως. Εγώ εζούσα εις την Μόσχα, αλλά σε μια Μόσχο που υπέφερε από την πείνα και τις επιδημίες»/
Ποια ήταν η Λάρα; Ευρίσκεται στη ζωή;
« Η Λάρα ζη. Είναι μια μεγάλη φίλη μου τα τελευταία δέκα χρόνια. Με εβοήθησε στα δοκίμια του βιβλίου μου, στη ζωή μου, σ΄αυτά τα θλιβερά γεγονότα με τις αρχές. ΄Εμεινε στη φυλακή πέντε ολόκληρα χρόνια και εξακολουθεί να υποφέρη επειδή είναι φίλη μου. Αισθάνομαι ότι είμαι μια ενόχλησις στην κοινωνία.
Φιλοσοφία
«Στα νειάτα μου δεν υπήρξε καμμιά Λάρα. Δεν υπήρχε μια τέτοια γυναίκα που να θυμίζη τόσο την Μαρία τη Μαγδαληνή. Η Λάρα της νεότητός μου είναι η πείρα, η Λάρα των γηρατειών μου είναι ζωγραφισμένη στο πνεύμα μου με το αίμα της και τη φυλάκισί της»
Ο Παστερνάκ φιλοσοφούσε. Καταλαβαίνετε τον χαρακτήρα και την φύσι της κοινωνίας στην οποίαν ζώ. Η κατάστασίς μου είναι δύσκολη. ΄Ισως η Δύσις να υπερέβαλε την σπουδαιότητα του μυθιστορήματος μου. Αλλά τώρα με κατέχει η επιθυμία να γράψω ένα νέο μυθιστόρημα, όχι ένα ανούσιο δοκουμέντο για το Κράτος μας, αλλά ένα λογοτεχνικό έργο για τη ζωή. Αλλά αυτό δεν είναι δυνατό τώρα. Είμαι Ρώσος και ζώ στην Ρωσία και σκέπτομαι ότι το Κράτος θα μου δημιουργήση νέους μπελάδες, αλλά επιθυμώ να γράψω για την αγάπη, για τη ζωή στην Ρωσία και στη γή».
Τι θα απογίνουν τα τεράστια εισοδήματα που εξασφάλισε στην Δύσι από τον «Ζιβάγκο»; « Όταν η ΄Ενωσι Συγγραφέων με απεκάλεσεν Ιούδαν που επρόδωσε την χώρα του για τριάκοντα αργύρια, απεφάσισα να μην αγγίξω ποτέ τα χρήματα αυτά. Θα παραμείνουν στην Δύσι και ίσως να ζητήσω από τους ξένους εκδότας να τα δώσουν στα μέλη της οικογενείας μου που διαμένουν στην Αγγλία».
Η συνομιλία μας ετελείωσε. Ο Παστερνάκ επήγε στο γραφείο του για να μου φέρει ένα αντίγραφο του ποιήματός του «Το βραβείο Νομπέλ» και μου μετέφρασεν ένα μέρος του, ακουμπώντας στο πελώριο πιάνο του. ΄Υστερα επήγε για το «μπόρς» του και εγια τον συνηθισμένο του απογευματινό ύπνο.
Anthony Brown"

Το ποίημα
Κατάφερα να βρώ και το περίφημο ποίημα " Το Βραβείο Νομπέλ", όπως είχε δημοσιευθεί και αυτό στην Καθημερινή της 12ης Φεβρουαρίου του 1959. Η μετάφραση κατά το δημοσίευμα είναι προχειροτάτη καί άρρυθμη.

" Είμαι χαμένος, σαν θηρίο πίσω από φράχτη,
Κάπου στον κόσμο είναι άνθρωποι, ελευθερία και φως.
Ξοπίσω μου είναι η χλαπαταγή του διωγμού.
Και διέξοδος για μένα δεν υπάρχει.

Δάσος σκοτεινό στην ακρολιμνιά
Στέρφοι κορμοί πεσμένων ελατιών.
Αποκομμένος είμαι εδώ απ΄το καθε τι
Κι ό,τι θε να γινει για με το ίδιο θαναι.

Μα τι κακό είναι που έχω πράξει
Εγώ, ο "δολοφόνος" κι ο "πανάθλιος",
Εγώ που ανάγκασα τον κόσμον όλο ν΄αλαλάξη
Για της πατρίδας μου την ομορφιά.

Ομως, να, στον τάφου κοντά είμαι
Κι ο καιρός πιστεύω πως θε ν΄άρθη
Του αγαθού το πνεύμα να νικήση
Την βρωμιά την άτιμην ασκήμια.


Το ποιήμα είναι γραμμένο βιαστικά με μολύβι, και απευθυνεται εις τον έξω κόσμο. Μια φωνή εκ βαθέων που απευθυνεται στην παγκόσμια συνείδηση.