Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

ΔΑΦΝΗ ΣΟΥΜΑΝ: ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ  (ΨΥΧΟΓΙΟΣ)
Καιρό έχουμε να τα πούμε. Θα αναρωτιέστε ίσως τι έγινα, αδιαφορώ, σας ξέχασα; Κάθε άλλο, είμαι όμως αμελής... γνωστό το ελάττωμά μου αυτό και ελπίζω συγνωστό ..
 Λέω λοιπόν τώρα που πλησιάζουν οι γιορτές να σας μιλήσω για κάποια  καλά βιβλία που διάβασα τώρα τελευταία. Και ως πρώτο διάλεξα το βιβλίο της Δάφνης Σούμαν " Κόκκινο Καλοκαίρι" που μάλιστα είχα τη χαρά να παρουσιάσω προχθές το βράδυ στον Ιανό μαζί με την Αργυρώ Μαργαρίτη και τον κ. Ηρ.Μήλα. Χάρηκα πολύ που είδα ξανά κάποιους από εσάς εκεί και την αγάπη με την οποία υποδεχθήκατε το καινούργιο βιβλίο της Δάφνης.
Το  ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις "Ψυχογιός" είναι το δεύτερο βιβλίο της που κυκλοφορεί στην Ελλάδα, για το πρώτο " Η σιωπή της Σεχραζατ" σας είχα μιλήσει παλιότερα. Αυτά λοιπόν είπα προχθές το βράδυ για το βιβλίο και ελπίζω να διαβάσετε και όσοι από σας δεν μπορέσατε να έρθετε να τα ακούσετε.

Η  έμπνευση του συγγραφέα είναι κάτι πολύ ρευστό, δύσκολο να ερμηνευτεί. Ενα όμως είναι βέβαιο, ακολουθεί πολλούς και διαφορετικούς δρόμους ανάλογα με τον συγγραφέα που διαλέγει αυτή να επισκεφτεί. Του ψιθυρίζει ιστορίες του δημιουργεί εικόνες, του γνωρίζει ανθρώπους και γενικά του γίνεται αυτό που λέμε “κακός μπελάς” που δεν ησυχάζει αν ο δύστυχος ο συγγραφέας, χρησιμοποιώ γενικό όρο και για τα δύο φύλα, δεν υποκύψει και αρχίσει να γράφει, στο χαρτί ή στον υπολογιστή αυτά που ενοχλητική επισκέπτρια του υπαγορεύει.
Στη Δάφνη Σουμάν όπως και σε μένα μας αρέσουν ιστορίες με μυστικά που έχουν μέσα τους κρυμμένες άλλες ιστορίες σαν τις ρώσικες κούκλες. Μια ιστορία που οδηγεί σε μια άλλη και αυτή σε μια άλλη, όλες κάτω από τον ίδιο μανδύα, τη φαντασία  και τον προσωπικό τόνο του κάθε συγγραφέα. 
Οταν η Δάφνη   μου έκανε την τιμή να μου ζητήσει να μιλήσω για το καινούργιο βιβλίο της δέχτηκα με μεγάλη χαρά. ΄Εχω διαβάσει και παρουσιάσει και το προηγούμενο τη “Σιωπή της Σεχραζάτ” και έχω γοητευτεί από τον τρόπο γραφής της, την αντικειμενική ματιά με την οποία εξετάζει και παρουσιάζει την Ιστορία.
Άρχισα λοιπόν την ανάγνωση και χάθηκα….χάθηκα μεσα στα σοκάκια της έμπνευσης και της δύναμης της περιγραφής της.
Στο τελευταίο βιβλίο της  όπως  στο προηγούμενο της τη Σιωπή της Σεχραζάτ υπάρχουν διαφορετικές ιστορίες σε διαφορετικές εποχές  που συμπλέκονται και εκτυλίσσονται παράλληλα. Η ιστορία ξεκινάει και εξελίσσεται μέσα σε ένα καλοκαίρι που κουβαλάει όμως μέσα του μνήμες άλλων ημερών και εποχών και ιδιαίτερα ενός καλοκαιριού που βάφτηκε κόκκινο.
Κωνσταντινούπολη,  Σταμπούλ, Πόλη, όπως και να την πεις, είναι  μια  πόλη με χιλιάδες, μυριάδες  πρόσωπα, χιλιάδες, μυριάδες ιστορίες   όσες και οι ζωές των ανθρώπων που την κατοίκησαν, που περπάτησαν στα ίδια σοκάκια που περπατάνε και οι ήρωες της Δάφνης.  Σοκκάκια που έχω και εγώ περπατήσει με τον άντρα μου παλιότερα.  Εκκλησίες ξεχασμένες και μυστικά νεκροταφεία, Αφέθηκα λοιπόν να με οδηγήσει η Μελικέ η ηρωίδα, του Κόκκινου Καλοκαιριού, την είδα να μπαίνει στη Ματωμένη Εκκλησιά, την Μουχλιώτισσα, την εκκλησία που έχτισε η Μαρία των Μογγόλων η πριγκίπισσα του Βυζαντίου που παντρεύτηκε διά αντιπροσώπου ένα Μογγόλο ηγεμόνα και έγινε χήρα πριν συναντήσει τον άντρα της. Η Μελικέ ξέρει τον τρόπο να μπει στην μυστική εκκλησία, εκεί που εμείς δεν μπορέσαμε να μπούμε, της έχει δείξει το δρόμο η γιαγιά της η μυστηριώδης Σαφινάζ, η μάγισσα, και ο Παυλής  ο φύλακας  της έχει δείξει τα μυστικά περάσματα που οδηγούν στη Μεγάλη του Γένους Σχολή.
 Ξαναείδα το Βόσπορο  και τα πλοία που τον διασχίζουν, άλλα να έρχονται  από τη Μαύρη Θάλασσα και άλλα πηγαίνουν προς τα εκεί, άλλα να κάνουν το γύρο της ακτής  με τα αρχοντικά, τα “γυαλιά”, όπως τα λένε. Υπάρχουν και άλλα βαποράκια που φεύγουν για τα Πριγκηπονήσια, εκεί που κάθε τόσο καταφεύγει η ηρωίδα της Δάφνης ίσως για να βρει απαντήσεις στα ερωτήματα που τη βασανίζουν; Ποιός ξέρει. 
Μαζί με τη Μελικέ μύρισα και πάλι τον αέρα της Κύπρου που έχω ζήσει και αγαπήσει.Ένιωσα την εξουθενωτική ζέστη του  καλοκαιριού της αλλά και την αύρα της θάλασσας  ξαπλώνοντας   όπως η ηρωίδα της μια καλοκαιρινή βραδιά  στην αμμουδιά κάτω από τα αστέρια.
Η συγγραφέας με δύο τρεις πινελιές δημιουργεί εικόνες και ατμόσφαιρα.
 Εικόνες ρεαλιστικές και άλλοτε μαγικές με μια μικρή  δόση  υπερβατικού μυστικισμού  ξεπηδούν μέσα από τη γραφή της αφήνοντας τον αναγνώστη να μαντέψει σε ποιό καλοκαίρι αναφέρεται ο τίτλος του βιβλίου στο προφανές δραματικό εκείνο που σημάδεψε τόσες ζωές και χώρισε ένα νησί στα δύο ή στο σημερινό αυτό των ταραγμένων αισθημάτων και αναζητήσεων που βιώνει η ηρωίδα
Tο βιβλίο της Δάφνης Σουμάν σε κατακτά από τις πρώτες σελίδες, όχι μόνον γιατί θέλεις  να δεις τι “έγινε παρακάτω”, σε κατακτά  και με τη δύναμη της γραφής της, με τη στέρεη δομή του, τους χαρακτήρες του, που  τους γνωρίζεις σα να είναι πρόσωπα αληθινά, ζωντανά με σάρκα και οστά, άλλους τους συμπαθείς, και άλλους αντιπαθείς. Τολμώ να πω ότι ακόμη και την ηρωίδα, τη Μελικέ, υπήρξαν στιγμές που   δυσκολευόμουν να καταλάβω, εντούτοις έβλεπα πως για αυτή  δεν υπήρχαν εύκολες απαντήσεις και λύσεις. ΄Οπως ακριβώς και στη ζωή, όταν βρισκόμαστε μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις που θα καθορίσουν την παραπέρα πορεία μας και δεν είναι εύκολο να πάρουμε μια απόφαση, έτσι και στα βιβλία. Στα καλά βιβλία. Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά του καλού από τον μέτριο συγγραφέα. Ο καλός συγγραφέας δεν διστάζει να τσαλακώσει τον ήρωα ή την ηρωίδα του. Να τον βάλει να  έχει διλήμματα, να παίρνει αποφάσεις και κάποτε να δρα αντίθετα απ΄ότι θα περίμενε ο αναγνώστης. ΄Ετσι πρόχειρα μου έρχονται στο νου  η Σκάρλετ Ο Χάρα στο “Όσα παίρνει ο άνεμος”, η τραγική Μαντάμ Μποβαρύ του Φλωμπέρ, η ανυπότακτη Κάθριν στα “Ανεμοδαρμένα ΄Υψη” η μυστηριώδης και καπριτσιόζα Εστέλ στις Μεγάλες Προσδοκίες... Ομολογώ ότι πάντα προτιμούσα αυτές τις ηρωίδες με τις αντιφάσεις και τα ελαττώματά τους, από τα καλά κορίτσια που δρούν προβλέψιμα σύμφωνα με τους κανόνες της κοινωνίας.  
Γιαυτό και  αγάπησα τη Μελικέ, ένιωσα σα να είχα υποστεί εγώ το τραύμα που της  προξένησε σε τρυφερή ηλικία η ανεξήγητη εγκατάλειψη της από τον πατέρα της και κατανόησα τις αντιδράσεις της.
Δε νομίζω πως σας αποκαλύπτω κάτι αν σας αποκαλύψω τον  άξονα   γύρω από τον οποίο κινείται η ιστορία.
Οταν μια μέρα ο πατέρας της Μελικέ εγκαταλείπει το σπίτι του η ως τότε ευτυχισμένη οικογένεια της διαλύεται  και  εκείνη  αρνείται ν΄ αποδεχτεί το γεγονός. Τα  βάζει με τον αδελφό της που της μεταφέρει την είδηση πως ο πατέρας τους δε θα γυρίσει  ποτέ ξανάΣτη συνέχεια μια άλλη τραυματική αποκάλυψη διαλύει οριστικά την εικόνα της ευτυχισμένης, όπως πίστευε   οικογένειας.  Η Μελικέ  μεγαλώνει αποκομμένη απ όλους και το μόνο που επιζητά είναι η αγάπη, μέσα από τον πρώτο  έρωτα, ένα γάμο και πολλούς εφήμερους έρωτες, προσπαθώντας να ξεφύγει από μνήμες και φαντάσματα του παρελθόντος και αναζητώντας  το δικό της Γκράλ, Αναζητά την αγάπη και τον έρωτα   ενώ στο βάθος αναζητά τον πατέρα που την εγκατέλειψε. Εναν πατέρα, απόντα   και παρόντα  συνάμα, ένα πατέρα που η ηρωίδα, αγαπά ενώ πιστεύει  πως μισεί,  
 Ενα βαθύ τραύμα, το αγιάτρευτο  και ανομολόγητο  κουβαλάει στην  ψυχή της η Μελικέ που καθορίζει τη σχέση της με όλους, τον αδελφό της, τη μητέρα της, και τον άντρα της.
Η εγκατάλειψη του πατέρα μπορεί να είναι ένα γεγονός που έχει επηρεάσει τη ζωή της ηρωίδας και αυτών που είναι κοντά της, όμως πίσω από μια φαινομενικά απλή καθημερινή ιστορία  οικογενειακού δράματος κρύβονται, άλλα πιο σκοτεινά μυστικά  ανθρώπινων παθών  με κορύφωση μια σύγχρονη τραγωδία ενός πολέμου και ενός διαιρεμένου νησιού.
Και εδώ θέλω να σταθώ για λίγο, όπως στάθηκα και στο βιβλίο όταν το διάβαζα. Με εντυπωσίασε η λεπτότητα και η αντικειμενικότητα  που προσεγγίζει η Δάφνη Σουμάν τα  γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας της Κύπρου. Γεννημένη και μεγαλωμένη στην Τουρκία η ίδια, δε διστάζει να μιλήσει για σφαγές, βιασμούς γυναικών, ομαδικούς τάφους και αγνοούμενους. Μιλάει όμως και για αυτά που προηγήθηκαν, την ΕΟΚΑ Β και τις “εκκαθαρίσεις” των αντιφρονούντων, Ελλήνων και Τούρκων από ΄Ελληνες δυστυχώς, το πραξικόπημα και την απόπειρα κατά του Μακαρίου. Όσοι είναι μιας κάποιας ηλικίας, όπως εγώ, και έζησαν τα γεγονότα της εποχής εκείνης, όπως τα μαθαίναμε ακούγοντας ΒBC και Deutsche Welle και αργότερα ζώντας στην Κύπρο και βλέποντας καθημερινά τους πρόσφυγες και την Τουρκική σημαία  να κυματίζει  κοντά στο “Λήδρα Παλλάς” ή  χαραγμένη  πάνω στην πλαγιά του Πενταδάκτυλου για  να θυμίζει πως το μικρό νησί της Αφροδίτης, δεν είναι το “Χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγος”, ούτε “ η γη της χαράς και της αγάπης” που τραγούδησε ο Μπιθικώτσης,   αλλά ένα πληγωμένο κορμί χωρισμένο στα δύο, τότε μπορούμε να εκτιμήσουμε την ειλικρίνεια και τη σοβαρότητα με την οποία προσεγγίζει το τόσο ευαίσθητο θέμα η συγγραφέας.
Χρειαζόταν δύναμη και καθαρή ματιά για να δει πέρα από τα κλισέ και τις σκοπιμότητες η συγγραφέας και να μιλήσει για αυτές τις αληθινά τραυματικές εμπειρίες που βιώσαν και βιώνουν ακόμα και σήμερα κάποιοι άνθρωποι, και μέσα από αυτές να πλέξει και να μας δώσει μια ιστορία αναζήτησης, και αγάπης, αγάπης πέρα από τα σύνορα και τα ταμπού που καθορίζουν τη ζωή των περισσότερων από μας, γι αυτό και τη συγχαίρω.
Δε θα σας μιλήσω απόψε για την πλοκή του βιβλίου, γιατί στο βιβλίο αυτό, που είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, εκείνο που έχει σημασία δεν είναι μόνον η πλοκή του, που πράγματι είναι γοητευτική, αλλά το αέναο ταξίδι της ψυχής της ηρωίδας, τα σκοτεινά μονοπάτια της μνήμης  που κάθε τόσο ανασύρει και ανακαλεί προσπαθώντας, ασυνείδητα, να βρει το μίτο που θα τη βγάλει από το λαβύρινθο και θα την οδηγήσει στην κάθαρση.  Ειναι ο έρωτας η πύλη που οδηγεί σε άλλους δρόμους, στο παραμύθι του καθενός, όπως ισχυρίζεται η μητέρα της;
Πέρασε άραγε την πύλη η Μελικέ; Και αν ναι ποιό παραμύθι άραγε βρήκε πίσω από την πύλη;  Θα βρείτε την απάντηση διαβάζοντας το βιβλίο, αλλά είμαι σίγουρη πως ο καθένας σας θα έχει και μια άλλη απάντηση, αυτή που θα ταιριάζει στη δική του ψυχή.   Αξίζει τον κόπο να δοκιμάσετε. 
Εύχομαι να είναι καλοτάξιδο και αυτό το βιβλίο της Δάφνης Σούμαν, και ελπίζω να το χαρείτε και εσείς όπως εγώ.


Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ - ΙΟΥΣΤΙΝΗ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ ΑΡΓΥΡΗ

,


Η Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη, πέρα από αγαπημένη φίλη είναι και αγαπημένη συγγραφέας. Έχω διαβάσει και απολαύσει όλα τα βιβλία της, εκτός του  εξαντλημένου “Στις γειτονιές του κόσμου” και για αυτό περίμενα με ανυπομονησία  να διαβάσω και το καινούργιο, την ΤΡΙΚΥΜΙΑ που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΩΚΕΑΝΟΣ. Παρ΄ όλο που  γνώριζα ήδη  το μύθο και την πλοκή του, ή  ίσως ακριβώς για αυτό το λόγο, έσπευσα να το αγοράσω από την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του και αρνήθηκα να δεχθώ να μου σταλεί “τιμής ένεκεν”,  για δύο λόγους. Πρώτον γιατί πιστεύω πως τα βιβλία πρέπει να αγοράζονται  και να κυκλοφορούν και δεύτερον γιατί ήθελα να είμαι η πρώτη που θα το αγόραζε και θα έσπαγε το φράγμα της κυκλοφορίας. 

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

ΤΟ ΧΝΑΡΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΣΒΗΣΕ





Θα σας μιλήσω σήμερα για το καινούργιο βιβλίο της Νοέλ Μπάξερ, με τον τίτλο ¨Το χνάρι που δεν έσβησε ”, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Διόπτρα”. Ενα πολυπρόσωπο σύνθετο βιβλίο στα χνάρια της μεγάλης λογοτεχνίας που απευθύνεται σε αναγνώστες που δεν αρκούνται σε μια απλή επίπεδη αφήγηση μιας ιστορίας.
Η συγγραφέας των επιτυχημένων και αγαπημένων “Από δρυ και παλιά πέτρα”, “Τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος”, “Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας”, με τρόπο μοναδικό συνθέτει και αυτή τη φορά μια ιστορία μέσα από τρείς. Τρείς ιστορίες με ήρωες τρείς διαφορετικούς ανθρώπινους χαρακτηρες γύρω από τους οποίους κινούνται άλλοι δευτερότεροι  σε ένα χρονικό ορίζοντα που απλώνεται  στα κρίσιμα χρόνια του δεύτερο μισού του εικοστού αιώνα. Χωρίς να μπορεί να χαρακτηριστεί ως καθαρά ιστορικό μυθιστόρημα, η Ιστορία υπάρχει στο βάθος της εικόνας. Η  συγγραφέας με σεβασμό και πιστότητα καλύπτει αυτή την ιστορική περίοδο. Τα πάθη και τα λάθη που βιώσε η πατρίδα μας στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στην Κατοχή, στον Εμφύλιο και στη Χούντα επηρεάζουν αναπόφευκτα τις ζωές των ηρώων της, είτε βιώνουν άμεσα οι ίδιοι αυτά τα γεγονότα,  είτε  έμμεσα  γιατί αντανακλούν στο χαρακτήρα άλλων προσώπων  που σχετίζονται όμως μαζί τους και συνακόλουθα επηρεάζουν και τη δική τους εξέλιξη. Μια αλληλουχία, δράσεων και αντιδράσεων  συνθέτουν τον καμβά της ιστορίας της Υπατίας, του Σίλα και του Άγη. Των τριών βασικών πρωταγωνιστών του βιβλίου. 
Μια αδρή σκιαγράφηση μόνον αυτών των προσώπων για να σας βοηθήσει να καταλάβετε για τι πράγμα μιλάει το βιβλίο. 
Η Υπατία, είναι μια γυναίκα που έχει βιώσει από τη στιγμή της γέννησης της την απόρριψη  όχι μία, αλλά πολλές φορές.  Την πρώτη και πιο σημαντική, από τον ίδιο της τον πατέρα ευθύς μόλις γεννιέται. Η ζωή και η συνθήκες τη μεταμορφώνουν σιγά σιγά σε ένα πρόσωπο σκοτεινό, εκδικητικό και επιθετικό. Οι ιδιότητες αυτές δεν είναι παρά η πανοπλία που φορά για να κρύψει την άσβεστη ανάγκη της για αποδοχή και αναγνώριση. Κράμμα θρησκοληψίας και συμπλεγμάτων αδυνατεί να δημιουργήσει δεσμούς με ανθρώπους  και από θύμα γίνεται θύτης. Η ζωή της Υπατίας ανατρέπεται όταν  γνωρίζει τη Λεώνη, ένα κοριτσάκι της πρώτης δημοτικού, μαθήτριά της, ορφανή, όπως εκείνη από μητέρα , αλλά,αντίθετα από την ίδια, η Λεώνη έχει την αμέριστη αγάπη και φροντίδα του πατέρα της. Η Υπατία προσκολλάται στη μικρή, βλέποντας σε εκείνη τη ζωή που θα ήθελε να είχε η ίδια αν ο πατέρας της δεν την είχε απορρίψει Η Λεώνη γίνεται έτσι το μόνο τρωτό σημείο της πανοπλίας της Υπατίας.  
Ο Σίλας, ο πατέρας της Λεώνης, είναι και αυτός θύμα της εποχής και του περιβάλλοντος που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Ανδρώνεται στη σκιά του χαρισματικού  δίδυμου αδελφού του. τιο. ﷽﷽﷽﷽﷽δελφοστικουλιοσεων πουαι  που Τον   Σίλα  βαραίνουν  οι τραυματικές, σωματικές και ψυχικές,  εμπειρίες του πολέμου στην Αλβανία και της Κατοχικής Αθήνας. Η αντιπαλότητα που πάντα ένιωθε για τον αδελφό του κορυφώνεται για χάρη μιας γυναίκας, της μητέρας της Λεώνης. Όταν αργότερα γνωρίζει την Υπατία την παντρεύεται πιστεύοντας ότι θα είναι μια εξαιρετική μητέρα για την Λεώνη. Δε μαθαίνει παρά αργά τα σκοτεινά μυστικά της, τα αποδέχεται όμως όπως και εκείνη τα δικά του.
Η Λεώνη επιστρέφοντας από το Λονδίνο, όπου την είχαν στείλει για σπουδές, αντί για δίπλωμα κουβαλάει ένα μωρό στην κοιλιά και ένα γαμπρό, τον Σπάρτακο, ένα νέο με αριστερό παρελθόν και ένα λαπρό επιστημονικό μέλλον που όμως έχει αφήσει  πίσω του.
Είναι η εποχή της δικτατορίας των συνταγματαρχών ο Σίλας και η Υπατία ενστερνίζονται   τα “ιδεώδη “ της “ Επαναστάσεως” και επωφελούνται από το νέο σύστημα.  Απεχθάνονται τον αριστερό  σώγαμπρό τους  και  με κάθε τρόπο σφίγγουν τον βρόγχο που τον πνίγει, ενώ εκείνος, άλλο ένα θύμα της γοητείας  της Λεώνης, χάνει σιγά σιγά την προσωπικότητά του και καταντά ένα ξερό κλαδί, έτοιμο να σπάσει. ΄Εχει αφεθεί να δουλεύει νύχτα μέρα μια άχαρη δουλειά σε ένα σκοτεινό και ανήλιαγο υπόγειο.
Ο Αγης, ο γιός του Σπάρτακου και της Λεώνης, χάνει πολύ νωρίς τον πατέρα γιαυτό και δε  θυμάται τίποτε από εκείνον. Μεγαλώνει κοντά στους παπούδες του που συστηματικά του χτίζουν μια αρνητική εικόνα του πατέρα του. Για τους  παπούδες, ο πατέρας του δεν είναι παρά  ένας άχρηστος, άχρωμος άβουλος άνθρωπος.  Η μητέρα του, η Λεώνη, η μόνη που θα μπορούσε να του δώσει μια πιο κοντά στην αλήθεια εικόνα, ζεί στον κόσμο της, στις χειροτεχνίες που ολημέρα κατασκευάζει φορώντας παλαικά νυφικά ή χορεύοντας σα τη Σαλώμη.. Θα σταθώ λίγο στη Λεώνη που χωρίς να είναι κεντρική ηρωίδα, είναι η σκιά, η σκοτεινή δύναμη, πίσω από τους ήρωες. Είναι ένα ονειρικό αλλά και εγωκεντρικό πλάσμα που αγάπησαν, διεκδικώντας τη, ο καθένας για τον εαυτό του, ο Σπάρτακος και ο φίλος του Μάσκας. Κινείται μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, Γεννά αισθήματα λατρείας, σα σε θεότητα, σε όποιον τη γνωρίσει, που όμως εκείνη δεν είναι σε θέση να ανταποδώσει.
Η Λεώνη ειναι και αυτή με τη σειρά της θύμα της ομορφιάς και της γοητείας της, αλλά και του κουκουλιού που έπλεξε γύρω της η ασφυκτική υπερπροστατευτική μητριά της Υπατία.  Είναι όμως και αυτή και θύτης. καταβροχθίζει τους αρσενικούς που την πλησιάζουν με πρώτο τον άντρα της. Ως ένα σημείο τείνει να καταβροχθίσει και το γιό της τον ΄Αγη.
Η ζωή του ΄Αγη αλλάζει ριζικά  όταν εντελώς τυχαία βρίσκει στο υπόγειο του σπιτιού του ένα πανωφόρι που ανήκε κάποτε στον πατέρα του. Το πανωφόρι γίνεται ο σπινθήρας που θ΄ανάψει τη φλόγα μέσα του ωθώντας τον να ζητήσει, να μάθει ποιός είναι  στ΄αλήθεια ο Σπάρτακος, ο πατέρας που έχασε. Η αναζήτηση του ΄Αγη περνάει από διαδοχικές συγκλονιστικές  αποκαλύψεις. Αναζητώντας την ταυτότητα του πατέρα του ο νέος στην πραγματικότητα αναζητά ν΄ανακαλύψει τη δική του ταυτότητα. Οι αποκαλύψεις τον ανδρώνουν, αλλάζουν το χαρακτήρα του και βάζουν σε άλλη οπτική τις  σχέσεις του με τους άλλους γύρω του, Σαν την πεταλούδα που περνάει όλα τα στάδια της μεταμόρφωσης πριν ξεδιπλώσει τα λεπτεπίλεπτα στολισμένα φτερά της, έτσι και η ψυχή του ΄Αγη περνά σταδιακά από την αναζήτηση, στη γνώση, στην απόρριψη και στην αποδοχή μέχρι την τελική κάθαρση.. Υπάρχει κάθαρση;
Δε θα σας αποκαλύψω το τέλος την ανατρεπτική κορύφωση του βιβλίου. ΄Ενα βιβλίο που σε κάποιους, όπως σε μένα,  θα θυμίσει εποχές που ζήσαμε, ανθρώπους που κάποτε συναντήσαμε και είχαν τα χαρακτηριστικά, άλλος λιγώτερο άλλος περισσότερο των ηρώων του βιβλίου. Ο ρεαλισμός της περιγραφής των ιστορικών γεγονότων και  καταστάσεων παντρεύεται με τρόπο μοναδικό με το μαγικό ρεαλισμό αντάξιο των καλύτερων λατινοαμερικάνικων μυθιστορημάτων. Η συγγραφέας χτίζει με τρόπο γοητευτικό το μύθο της και παράλληλα ανατέμνει καρδιές και χαρακτήρες ανθρώπων σε βάθος. “ Το χνάρι που δεν έσβησε ” είναι ένα βιβλίο που σου γίνεται οικείο και σε συντροφεύει για καιρό αφού το έχεις τελειώσει, αλλά και που γυρίζεις κάθε τόσο σε αυτό για να διαβάσεις κάτι που θυμήθηκες βλέποντας ή βιώνοντας μια ανάλογη εμπειρία. Είμαι σίγουρη ότι θα το αγαπήσετε όπως εγώ και πως ο χρόνος δε θα το σβήσει από τις καρδιές σας.
Εύχομαι "Καλοτάξιδο"και αυτό το βιβλίο σου Νοέλ Μπάξερ.



Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015

Η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ

Την Παρασκευή που μας πέρασε είχα τη χαρά να είμαι η πρώτη που παρουσίασε το πρώτο βιβλίο μιας προικισμένης νέας συγγραφέως , της Μιχαέλας Αντωνίου, κόρης της φίλης μου προικισμένης ηθοποιού Ειρήνης Χατζηκωσταντή και του επίσης ηθοποιού Αντώνη Αντωνίου. Οι δύο γονείς περήφανοι για την κόρη τους διάβασαν χαρακτηριστικά αποσπάσματα του βιβλίου ζωντανεύοντας τους ήρωες παραστατικά. Η παρουσίαση έγινε στο γνωστό φιλικό περιβάλλον του κινηματογράφου και πολιτιστικού Συλλόγου "Ορφέας" στη Σαρωνίδα. Να τι είπα

" Όταν η Μιχαέλα Αντωνίου μου  έδωσε για πρώτη φορά, πέρυσι αν θυμάμαι καλά,  το χειρόγραφο του βιβλίου της να το διαβάσω και να της πω τη γνώμη μου δεν ήμουν προετοιμασμένη για αυτό που με περίμενε. Και εξηγούμαι, μου έχει τύχει αρκετές φορές να διαβάσω χειρόγραφα νέων συνήθως που φιλοδοξούν να δουν τα πονήματά τους να εκδίδονται και ζητούν τη γνώμη μου πάνω σε αυτά. Δέχομαι με χαρά ελπίζοντας κάθε φορά  να πέσω πάνω σε ένα καινούργιο ταλέντο. Δυστυχώς τις περισσότερες φορές απογοητεύομαι. Τα πρωτόλεια που μου παραδίνονται είτε είναι  κείμενα αυτοβιογραφικά, όλοι έχουμε κάποιες ιστορίες που  θεωρούμε σπουδαίες και που πιστεύουμε πως θα ενδιαφέρουν και άλλους και καταπιανόμαστε να τις βάλουμε στο χαρτί  παραγνωρίζοντας πως δεν είναι τόσο η ιστορία όσο ο τρόπος που δίνεται που μπορεί να κάνει ενδιαφέρον ένα βιβλίο,  είτε είναι μακροσκελή αφηγήματα  με μπόλικο  συναισθηματικό  αλλά και αρκετές φορές σεξουαλικό προσανατολισμό. Τώρα τελευταία μετά τις “50 αποχρώσεις του γκρι η προτίμηση προς τις λεπτομερείς σέξυ περιγραφές είναι συχνότερη. Δε χρειάζεται να σας εξηγήσω νομίζω τους λόγους για  τους οποίους αυτού του είδους η γραφή δε με συγκινεί. Εκείνο όμως που έχω παρατηρήσει σχεδόν σε όλα τα πρωτόλεια που έχει τύχει να διαβάσω, είναι είτε η έλλειψη στύλ, είτε μια μορφή γραφής που μιμείται, ανεπιτυχώς τις περισσότερες φορές,  ένα είδος γραφής, που έχει αποδειχτεί επιτυχημένο στις προτιμήσεις του αναγνωστικού κοινού. Χαρακτήρες μονοδιάστατοι, πανέμορφες μοιραίες γυναίκες, άντρες με αποφασιστικά βλέμματα, παθιασμένοι  έρωτες,  τολμηρές σκηνές ερωτικού πάθους  και διάλογοι τηλεοπτικής χροιάς χωρίς ίχνος αληθοφάνειας..
Κάτι ανάλογο περίμενα να είναι και το βιβλίο της Μιχαέλας, βλέπετε δεν την  ήξερα παρά μόνον ως κόρη της φίλης μου Ειρήνης Χατζηκωσταντή. ΄Ηξερα ότι είχε κάνει λαμπρές θεατρικές σπουδές  και ότι είχε ήδη μια μικρή αλλά σημαντική παρουσία στο θέατρο, στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο, αλλά  τίποτε  άλλο δεν ήξερα για αυτή. Δεν  γνώριζα  το σπινθηροβόλο πνεύμα της , το πηγαίο χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό της, στοιχεία που θεωρώ ότι είναι το αλάτι που νοστιμίζει την προσωπικότητα και κάνει κάποιον να ξεχωρίζει. ΄Ετσι λοιπόν παίρνοντας το χειρόγραφο στα χέρια μου και διαβάζοντας τις δύο πρώτες σειρές “ ΄Ηταν δεκα το πρωί, η μερα της κηδείας μου. ΄Ημουν επισήμως νεκρή εδώ και μια μέρα..” ξαφνιάστηκα ευχάριστα. Κατάλαβα ότι στα χέρια μου κρατούσα κάτι διαφορετικό απ΄ ότι μέχρι τότε είχα διαβάσει. Μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση και η αφηγήτρια νεκρή.. Μακάβριο; Κάθε άλλο, συνέχισα να διαβάζω “ Όταν ξεκίνησε αυτή η ιστορία δεν είχα φανταστεί ότι θα γινόμουν μάρτυρας της ίδιας της ταφής μου. Και κοιτάξετε τώρα που καταντήσαμε:σε κηδείες, πετραχήλια και παπάδες  Να το το πρώτο ψήγμα του αυτοσαρκασμού σκέφτηκα και συνέχισα το διάβασμα “φοβάμαι σας μπέρδεψα και αυτό δεν είναι καθόλου στις προθέσεις μου…Η ιστορία μου ξεκίνησε πριν δύο εβδομάδες και πέντε μέρες στο σπίτι της μητέρας μου στην ορεινή Κορινθία σε ένα χωριό που το λένε Τρίσβαθα. Πως λέμε τρίσβαθα της ψυχής μου; Αυτό”
Δε χρειαζόμουν περισσότερα για να  καταλάβω πως  δεν υπήρχε περίπτωση να πλήξω με αυτό το βιβλίο και έπεσα με τα μούτρα στην ανάγνωσή του. Διάβασα απνευστί όλες τις πυκνογραμμένες σελίδες του χειρόγραφου. Η ανάγνωση με δικαίωσε, το μυθιστόρημα της Μιχαέλας ήταν ένα μικρό  αριστούργημα, ένα κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα με γρήγορη πλοκή, ανατροπές και απρόσμενη λύση. Είπα τη γνώμη μου στη Μιχαέλα ης ευχήθηκα καλή τύχη και περίμενα να δω το χειρόγραφο να πάρει και έντυπη μορφή.
Η ευχή μου έπιασε και πριν λίγες μέρες   είχα στα χέρια μου  ένα κομψό βιβλίο, με καλαίσθητο εξώφυλλο και τον τίτλο “ Η Μαργαρίτα και τα ηλιοτρόπια”   Διάβασα και πάλι το βιβλίο, και πάλι απνευστί και με την ίδια ανυπομονησία να φτάσω στο τέλος  και να αποκαλυφθεί ο δολοφόνος. Ένιωσα και πάλι την ίδια έκπληξη, σα να το διάβαζα για πρώτη φορά. Πραγματικό συγγραφικό κατόρθωμα. Να ξέρει ο αναγνώστης την πλοκή και πάλι να εκπλήσσεται με την απρόσμενη τροπή. Η αλήθεια είναι ότι η Μιχαέλα Αντωνίου, όπως κάθε συγγραφέας που σέβεται τον εαυτό του και τους εν δυνάμει αναγνώστες του, είχε κάνει κάποιες αλλαγές στο αρχικό κείμενο. Αλλαγές και ανατροπές που το έκαναν ακόμη πιο γοητευτικό. Μικρά δολώματα που κέντριζαν τη φαντασία και δεν με άφηναν να ησυχάσω αν δε διάβαζα και λίγο ακόμη, λίγο παρακάτω να δω τι έγινε, θα υπάρξουν και άλλα θύματα; Ως γνωστόν ένα μυθιστόρημα που θέλει να είναι αστυνομικό δεν αρκείται σε ένα φόνο, ένα θύμα, αλλά υπάρχουν τουλάχιστον δύο και κατά προτίμηση τρία θύματα. Θύματα που πριν την ατυχή κατάληξή τους είχαν φιγουράρει και ως  ύποπτοι δολοφόνοι.. Αυτό κάνουν όλοι οι καλοί συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων με πρώτη την μεγάλη ΄Αγκαθα Κρίστι. Αυτό κάνει και η Μιχαέλα Αντωνίου. Με μαεστρία, σαν το σκοτεινό δολοφόνο,   ντύνει τις δολοφονίες με μια ευλογοφανή αιτία θανάτου. ΄Ολοι πεθαίνουν ήσυχα, εκτός του πρώτου, που έχει δεχτεί μια σφαίρα..
Η ιστορία αρχίζει με την αφήγηση της κηδείας της ηρωίδας, αλλά και με ένα απρόσμενο θάνατο που έχει προηγηθεί, το θάνατο της Αργυρώς μιας βασανισμένης και προδομένης   γυναίκας με ανάπηρο παιδί και αμαρτωλό παρελθόν. ΄Ενας θάνατος κάπως σαν πρελούδιο σαν εισαγωγή στους μυστηριώδεις άλλους που θα ακολουθήσουν. 
Για τη νεκρή αφηγήτρια και ηρωίδα την Μαργαρίτα, ή Μαργαρώ,, ή Ρωρώ η ιστορία που είχε την τραγική κατάληξη για την ίδια άρχισε πριν μερικούς μήνες στο  Λονδίνο..
Όπως ήδη θα καταλάβατε η ηρωίδα, η προικισμένη αντιγραφέας έργων τέχνης και ιδιαίτερα του ΒανΓκόγκ  δεν είναι και τόσο αθώα όσο θα θέλαμε για να τη λυπηθούμε.. Είναι άλλωστε και η πρώτη και κύρια ύποπτη για το φόνο, τον πρώτο φόνο, ενός ξανθού γίγαντα, μάλλον Ρώσου, που είχε είχε εμφανιστεί εντελώς απρόοπτα το προηγούμενο βράδυ αναζητώντας την για να της μεταφέρει ένα μήνυμα “ από την αδελφή του” που είναι φίλη της όπως ισχυρίζεται η Ρωρώ. Οι αστυνομικοί, όμως που κάνουν έρευνα στο σπίτι της μητέρας της έχουν άλλη γνώμη , έχουν βρει το πρώτο ενοχοποιητικό εις βάρος της στοιχείο.
Από εκεί και πέρα οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές όπως λένε και τα δελτία ειδήσεων..
Δολοφονίες, απειλητικά μηνύματα, σκοτεινά συναπαντήματα, απαγωγές, μισές αποκαλύψεις.
Όλα με τρόπο αριστοτεχνικό δοσμένα θολώνουν τα ίχνη, μας μπερδεύουν, σκόπιμα εννοείται, δε μας αφήνουν σε ησυχία. Συνεχώς κάνουμε εικασίες και θεωρούμε πότε τον ένα πότε τον άλλο ως τον σατανικό δολοφόνο, για να ανατραπούν στο τέλος όλες οι θεωρίες μας με ένα τρόπο απρόβλεπτο.
Δεν έχω σκοπό να σας αποκαλύψω όλες τις  πτυχές  των σκοτεινών μυστικών που κουβαλούν οι ήρωες και ηρωίδες, ή για να είμαι πιο ακριβής τα πρόσωπα του δράματος. Ενός δράματος που παίζεται εδώ και αρκετά χρόνια, όσο  πάει  πίσω η μνήμη των ανθρώπων, στο χωριό της ηρωίδας, που όπως είδαμε έχει το συμβολικό όνομα “Τρίσβαθα”. Μη ψάξετε να το βρείτε σε κανένα χάρτη, το έκανα ήδη, το γκούγκλαρα. Μηδέν. Δεν υπάρχει, σαν όνομα τουλάχιστον παρά μόνο στη φαντασία της συγγραφέως. Υπάρχει όμως σαν κοινωνία, μια περίκλειστη κοινωνία, ανθρώπων περίεργων, σκοτεινών.
Πρώτη η κεντρική ηρωίδα η Μαργαρίτα ή Ρωρώ ή Μαργαρώ, είναι μια σύνθετη προσωπικότητα, ένα αγοροκόριτσο που εξελίχθηκε σε ανεξάρτητη νέα γυναίκα που οι πράξεις της είναι τολμηρές στα όρια της νομιμότητας,   είναι όμως   εξίσου ευαίσθητη και  τρυφερή  προς  τους αδύναμους. Έχει μεγάλο ταλέντο στη ζωγραφική, αλλά κάποτε απογοητευμένη από την έλλειψη αναγνώρισης είναι έτοιμη να τα παρατήσει.
 Η άμεση οικογένεια της ηρωίδας, η καλή νοικοκυρά Ποθούλα η μητέρα  δεν είναι μόνο μια στεροτυπική  μητρική μορφή, αλλά και μια γυναίκα που την ενδιάφερει το άλλο φύλο και δεν παύει να αναζητεί τον ιδεώδη σύντροφο. Οι δύο αδελφές, κάθε μια από άλλο πάτερα,  η ήσυχη Έλενα και η δυναμική Κλέλια, έχουν και αυτές αθέατες πλευρές του χαρακτήρα τους. Η στριφνή γιαγιά Μάντω, τι όνομα άραγε είναι και αυτή μάντις σαν τη συνονόματή της, αυτή όλα τα ξέρει και όλα τα κρύβει.., Οι γείτονες και συγχωριανοί, η κουτσομπόλα γεροντοκόρη κυρά Παναγιώτα, ο μπακάλης ο κυρ Μιχάλης, ο καφετζής ο Σταύρακας, ο Παράσχης ο χαμηλών τόνων δάσκαλος, ο παλιός έρωτας ο Μπάμπης, η αντίζηλη Στέλλα και η κομμώτρια η σέξυ Αγγελική άλλοτε Κική και φυσικά δε λείπει ο ζαβός του χωριού ο Αργύρης  αλλά και ο εν δυνάμει εραστής ο αρρενωπός και μυστηριώδης Στέφανος. Όλων οι χαρακτήρες  διαγράφονται με ευκρίνεια. Ένας χορός, κάπως σαν τους χορούς στις αρχαίες τραγωδίες, πρόσωπα κρυμμένα πίσω από μάσκες, περσόνες, θυμάται η συγγραφέας τη θεατρική παιδεία της,  ξέρουν καλά να κρύβουν μυστικά, δικά τους και των  άλλων.
Το μυθιστόρημα της Μιχαέλας είναι ένα μικρό αριστούργημα, το ξαναλέω ένα κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα, αλλά και με ψυχογραφικές πινελιές, με γρήγορη πλοκή, ανατροπές και απρόσμενη λύση. Πολυπρόσωπο, με χαρακτήρες δοσμένους με αδρά χαρακτηριστικά αλλά και με τη λεπτή παρατηρητικότητα και χιούμορ. Τοποθετημένο σε χώρο και χρόνο με αληθοφάνεια. Οι ήρωες  είναι πρόσωπα με σάρκα και οστά, όχι χάρτινοι, τους βλέπουμε να περπατούν  στα λιθόστρωτα δρομάκια του χωριού να λαχανιάζουν στις ανηφόρες, ή οδηγούν σαραβαλιασμένα αυτοκίνητα ή μοτοσυκλέτες στις απότομες στροφές του βουνού προκειμένου να κατέβουν στον  Κάμπο. Οι διάλογοι και οι εσωτερικοί μονόλογοι είναι δοσμένοι με αληθοφάνεια, είτε πρόκειται για κουβέντες νέων είτε κατοίκων  του χωριού μιας κάποιας ηλικίας. Κάτι που μου έκανε εντύπωση, μια και έχω γνώσεις από πρώτο χέρι για το πως μιλάνε οι άνθρωποι στα χωριά, είναι πως η Μιχαέλα, γέννημα θρέμμα της πρωτεύουσας και της συμπρωτεύουσας δε λάθεψε στο σημείο αυτό.  Ακόμη και οι αστυνομικοί και αυτοί  μιλάνε  με τρόπο φυσικό.  Δεν είναι μικρό κατόρθωμα αυτό, έχω τύχει να διαβάσω βιβλία με τόσο ψεύτικους διαλόγους που αναρωτιέσαι αν ο συγγραφέας ζει πράγματι στο σήμερα ή σε κάποιο ροζ σύννεφο και βλέπει από μακριά τη γη..
Εκείνο όμως που το κάνει να ξεχωρίζει είναι αυτό φάνηκε από τις πρώτες αράδες του. Το χιούμορ που σα λεπτό κοφτό κέντημα διατρέχει όλο το κείμενο, μια παρατήρηση εδώ μια εκεί, μια φευγαλέα σκέψη της ηρωίδας και καταλαβαίνεις ότι η συγγραφέας δεν είναι τυχαία, εκτός του ότι είναι άτομο με πηγαίο χιούμορ, μάλλον από τη μαμά της το κληρονόμησε, δεν γνωρίζω τον πατέρα της για να κρίνω αλλά είναι ηλίου φαεινότερο ότι έχει διαβάσει πολύ και πολλά. Και αν δεν πέφτω έξω πολλή  αγγλική λογοτεχνία. Και εγγλέζικα αστυνομικά. Η “Μαργαρίτα και ηλιοτρόπια¨ είναι ένα βιβλίο ώριμο, μεστό  με τη στόφα των καλών αστυνομικών μυθιστορημάτων που μπορεί  να σταθεί χωρίς ντροπή δίπλα στα καλύτερα και κλασικά ακόμη του είδους . Εύχομαι να μεταφραστεί και να κυκλοφορήσει με επιτυχία στο εξωτερικό.
Καλοτάξιδο λοιπόν Μιχαέλα και εύχομαι να μας δώσεις πολλά και ωραία βιβλία στο μέλλον.




 Λίγο πριν αρχίσουμε, στο βάθος με το μπλε φόρεμα η Μιχαέλα Αντωνίου

 Με τον ηθοποιό Αντώνη Αντωνίου, πατέρα της συγγραφέως
και στην επόμενη με τη μητέρα της ηθοποιό Ειρήνη Χαυτζηκωσταντή.