Παρασκευή, 05 Μαρτίου 2010

ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΓΥΡΙΣΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ

Οι αδελφές Μπρόγερ επί το έργον...
Μια εικόνα όσο χίλιες λέξεις..
Κάποιες απόψεις από το ακροατήριο.

Η Νοέλ σε ρόλο ηθοποιού..
Και εδώ συγγραφέως...

Χθές το βράδυ, σε μια ζεστή και φιλική ατμόσφαιρα στον Ευριπίδη στη Στοά στο Χαλάνδρι, η Νοέλ Μπάξερ καιεγώ μιλήσαμε για το τελευταίο βιβλίο της. Παρά τις δυσκολίες που υπήρχαν στις συγκοινωνίες, λόγω άλλης μια διαδήλωσης από αυτές που μας ταλαιπωρούν, μαζεύτηκε τόσος κόσμος που κάποιοι άτυχοι έμειναν όρθιοι.
Για όσους δεν τα κατάφεραν τελικά να έρθουν δίνω μια περίληψη των όσων είπαμε. Λοιπόν….Αρχή του Παραμυθιού…

Τη νύχτα της παραμονής των πεντηκοστών γενεθλίων της, η Σουλτάνα Καπαγιαννίδου, μια δυναμική αλλά και ευαίσθητη γυναίκα, ξενυχτά σε ένα καφενείο στη σημερινή Κερασούντα του Πόντου παρέα με τον ξάδερφό της Σερχάτ. Η Σουλτάνα είναι αστυνόμος. Λίγες μέρες πριν έλυσε το αίνιγμα ενός σκοτεινού εγκλήματος. Η Σουλτάνα όμως αισθάνεται πως περνά μια υπαρξιακή κρίση. Δεν ξέρει αν θέλει να συνεχίσει να επιλύει εγκλήματα και δεν ξέρει αν η σχέση της με τον άντρα που αγαπά θα συνεχίσει να είναι η ίδια ή θα μεταλλαχθεί λόγω του επισυμβάντος θανάτου της γυναίκας εκείνου. Η Σουλτάνα που είναι δεύτερη γενιά ξεριζωμένων Ποντίων, μεγαλωμένη από τη συνονόματη γιαγιά της με το όραμα της χαμένης πατρίδας πάντα ζωντανό,παίρνει την απόφαση και επιστρέφει στις ρίζες εκείνης. Καθισμένη απέναντι από τον ξάδερφό της Σερχάτ, αλλόθρησκο, αλλά όχι εντελώς αλλόφυλο τη νύχτα αυτή που θα τελειώσει το πρώτο μισό της ζωής της του διηγείται τις ιστορίες της στη δική της γλώσσα και εκείνος θα τις καταλάβει στη δική του. Της αρκεί η σιωπηλή παρουσία του, της αρκεί να βυθίζεται στο καταγάλανο των ματιών του, ίδιο με της γιαγιάς της και να εξομολογείται σε εκείνον, όπως έκανε με τη γιαγιά της Μέσα από σκοτεινά μονοπάτια της μνήμης της δικής της και της γιαγιάς της επιζητεί να βρει τη λύτρωση και τη λύση στα δύο διλλήματα που τη βασανίζουν. ΄Ομοια με τον Αλέξανδρο καλείται η Σουλτάνα να ξεμπλέξει το γόρδιο δεσμό της ζωής της.
« Τη νύχτα που θα γίνω πενήντα χρονών ή θα αλλάξω τη ζωή μου ή δε θα την αλλάξω» λέει. στο ξάδερφο της.
Τη νύχτα που ο τροχός του χρόνου γυρίζει προς τα εμπρός η Σουλτάνα Καπαγιαννίδου τον γυρίζει και αντίστροφα, προς τα πίσω. Φωτίζει σκιερές γωνίες, φανερώνει μυστικά, πίκρες και καημούς. Μοιάζει με ξενύχτι νεκρού η νύχτα αυτή, οι ίσκιοι του παρελθόντος ζωντανεύουν και τρέφονται με το αίμα της καρδιάς της Σουλτάνας.
Με βήματα διστακτικά, βαδίζοντας πότε στο παρόν, όταν προσπαθούσε να λύσει το δυσεπίλυτο έγκλημα,πότε κάνοντας αναδρομές στους πρώτους νεανικούς έρωτές της και στη σχέση της με τον άντρα που αγαπά, και τους Ποντίους φίλους της και πότε ψηλαφώντας το απώτερο παρελθόν, η νεώτερη Σουλτάνα ξεδιπλώνει και την ιστορία της γιαγιάς παράλληλα με τη δική της. Όλη τη μοίρα της φυλής της, των Ποντίων, όλη την πίκρα του ξεριζωμού από τη πατρογονική για αιώνες κοιτίδα των Ποντίων και όλη την τραγωδία της πορείας του «λευκού θανάτου» στα βουνά της Τουρκίας μέχρι να καταλήξει πρόσφυγας στη «μητέρα» ή μάλλον πιο σωστό να πω «μητριά», Ελλάδα, στοιχειώνουν τη ζωή της γιαγιάς Σουλτάνας και μαζί της και τη ζωή της εγγονής της..
Μια πλεξούδα συνδέει το παρόν με το παρελθόν. Η κοριτσίστικη πλεξούδα της γιαγιάς που κουβαλάει της μνήμες της χαμένης μάνας και της πατρίδας της, αλλά και τη μυρωδιά της νεκρής αδελφούλας της. Η πλεξούδα της γιαγιάς που κουρεύεται σύρριζα μόλις αυτή πατάει το πόδι της στην Ελλάδα. Η πλεξούδα που για χάρη της η γιαγιά παντρεύεται τον άντρα που δε θα έπρεπε, μόνο και μόνο γιατί αυτός της υπόσχεται πως δε θα αφήσει ποτέ πια να της την κόψουν. Η πλεξούδα των γηρατειών της γιαγιάς και του τέλους και της απρόσμενης κατάληξης της…. Αλλά και η ξεχτένιστη πλεξούδα ενός μικρού κοριτσιού, της κόρης του θύματος του εγκλήματος που καλείται να εξιχνιάσει η Σουλτάνα. Και τέλος η πλεξούδα της Αντιγόνης στην παράσταση που παρακολουθεί η Σουλτάνα με τον αγαπημένο της και που της δίνει την αίσθηση πως η ηρωίδα της τραγωδίας μιλά μόνο σε εκείνη βοηθώντας τη να λύσει το αίνιγμα του εγκλήματος.. Είναι καταπληκτικό αυτό το εύρημα της Νοέλ Μπάξερ, να κάνει την πλεξούδα όλων αυτών των γυναικών, μία, σύμβολο και ορόσημο και συνδετικό κρίκο του παρόντος και του παρελθόντος. . Η πλεξούδα είναι τελικά αυτή που θα οδηγήσει την αστυνόμο Σουλτάνα να κάνει κάτι που η γιαγιά της ποτέ δε θα έκανε. Να προδώσει..
Σε λίγο θα ξημερώσει.. η αφήγηση τελειώνει. Θα ξημερώσει άραγε μια καινούργια ζωή για τη Σουλτάνα Καπαγιαννίδου, θα κοιτάξει κατάματα το παρελθόν και θα ξαναγεννηθεί; Θα λυτρωθεί από τον ίσκιο της γιαγιάς της και θα τραβήξει χωρίς εκείνη το δρόμο της, χωρίς το παρελθόν να ορίζει το μέλλον της, ή θα συνεχίσει να τη κουβαλάει μέσα της, όπως εκείνη κάποτε κουβαλούσε τη νεκρή αδελφούλα της; Θα λυτρωθεί από το παρελθόν ή το παρελθόν θα την βαρύνει πάντα;
Το βιβλίο αυτό της Νοέλ Μπάξερ δεν είναι ένα τυχαίο μυθιστόρημα. Δεν είναι άλλη μια ιστορία για χαμένες πατρίδες με λίγη αστυνομική πλοκή και κάποια κρυμμένα μυστικά. « Η νύχτα που γύρισε ο χρόνος» είναι όλα τα παραπάνω, αλλά πάνω απ΄όλα είναι ένα βαθύ ψυχογράφημα μια σκοτεινή κατάβαση στα απύθμενα βάθη της ψυχής ανθρώπων. Τα επίπεδα του είναι πολλά και όσο προχωρεί η κατάβαση τόσο ο αναγνώστης νιώθει να βυθίζεται μαζί με την ηρωίδα σε δαιδαλώδεις ατραπούς που δεν ξέρει που τελικά θα τον οδηγήσουν. Η Νοέλ Μπάξερ έχτισε το βιβλίο της πάνω σε γερά θεμέλια. ΄Εχοντας ζήσει και η ίδια μεγάλο μέρος της ζωής της στην Καβάλα, κοντά στα Καπνοχώρια, έχοντας φίλους Ποντίους ξέρει καλά να μιλήσει για τον τόπο και τους ανθρώπους.
Μέσα από την αφήγηση της Σουλτάνας της νεώτερης και δι΄αυτής μέσα από την ιστορία της γιαγιάς Σουλτάνας η Νοέλ Μπάξερ πλέκει ένα γοητευτικό μυθιστόρημα. Ζωντανεύει για χάρη μας τη καθημερινή ζωή στο Κουρουτζού, το καπνοχώρι της Καβάλας με το σημερινό όνομα Κρυονέρι, κατοικημένο κυρίως από Πόντιους που ήρθαν στην Ελλάδα με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Μας γνωρίζει τους ανθρώπους που ζουν εκεί, τους καημούς και τις πίκρες τους, αλλά και τις μικρές χαρές τους. Με λιτές και ταυτόχρονα ζωντανές περιγραφές, η Νοέλ Μπόξερ στήνει χαρακτήρες ολοζώντανους, με κυρίαρχο το χαρακτήρα της γιαγιάς Σουλτάνας .
Η γιαγιά Σουλτάνα έχει πάντα το νου και την καρδιά στραμμένα στον Πόντο και κάθε τι που έχει σχέση με τη χαμένη πατρίδα, ποτέ δε θα βγάλει ρίζες στην καινούργια πατρίδα, την Ελλάδα και θέλει να κάνει και την εγγονή της να πάρει όχι μόνο το όνομά της, αλλά και να γίνει εικόνα και ομοίωση της . Θέλει μέσα από τη Σουλτάνα να δικαιώσει τον εαυτό της και να εξιλεωθεί για ό,τι δεν κατάφερε να μεταδώσει στην κόρη της, τη Γιώτα ,τη μητέρα της Σουλτάνας που μεταναστεύει στη Γερμανία, ζητώντας μια άλλη πατρίδα, ακριβώς γιατί δε θέλει να έχει σχέση με το παρελθόν που πληγώνει.
Ο χαρακτήρας της Σουλτάνας είναι πιο σύνθετος από της γιαγιάς της μια και η εγγονή δεν κουβαλάει μόνο το όνομα της γιαγιάς, αλλά και το βαρύ παρελθόν εκείνης. Η γιαγιά έχει «ξεβάψει» πάνω στην εγγονή. Τα χούγια και οι αντιδράσεις της γιαγιάς όλο και πιο πολύ γίνονται φανερά στην εγγονή που μοιάζει να πατάει στο παρόν με το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν. Οι ίσκιοι όμως και οι αράχνες του παρελθόντος πρέπει να βγουν στο φως για να καθαρίσει η ψυχή της Σουλτάνας και να πάρει τις αποφάσεις που θα καθορίσουν τη ζωή της από εδώ και πέρα.
Η Νοέλ Μπάξερ ξεδιπλώνει για χάρη των αναγνωστών της ιστορίες τραγικές, αλλά κοντά σε αυτές σαν αντίβαρο υπάρχουν και τα κωμικά στοιχεία. Όπως στην αρχαιότητα οι θεατές εκτόνωναν το δέος που τους είχαν προκαλέσει οι τραγωδίες με εμβόλιμες κωμωδίες, έτσι και στο βιβλίο της Νοέλ τα τραγικά διανθίζονται με κωμικά στοιχεία της καθημερινότητας.
Ο λόγος της Νοέλ Μπάξερ, σφιχτός, χωρίς περιττούς φιλολογικούς λυρισμούς ισορροπεί με τρόπο θαυμαστό σε τρείς χρόνους, το παρελθόν της γιαγιάς, το απώτερο και το πιο κοντινό, το παρελθόν της εγγονής και το παρόν. Μη γελαστείτε να νομίσετε πως το βιβλίο δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια αφήγηση με αναδρομές στο παρελθόν που γίνεται σε μια νύχτα, μέχρι το ξημέρωμα. Η Νοέλ Μπάξερ μέσα στην αφήγηση της Σουλτάνας έπλεξε τους χρόνους με τρόπο μαγευτικό, τους έπλεξε όπως θα έπλεκε η γιαγιά της μια καλοκαμωμένη πλεξούδα κάνοντας τους να εναλλάσσονται, να διασταυρώνονται και να συγχωνεύονται να γίνονται ένας, ο αέναος χρόνος ..Μέσα στο παρόν υπάρχει το παρελθόν που, «όσο είναι ζωντανό όσο το κουβαλούν στην πλάτη τους οι άνθρωποι δε χάνει την ικανότητά του να πληγώνει». Η αναφορά κάθε τόσο στον Ξενοφώντα, που τόσο αγαπά η γιαγιά Σουλτάνα, μαρτυρεί για του λόγου το αληθές, το διαχρονικό της Ιστορίας, ενώ τα διλήμματα και οι αποφάσεις των ηρωίδων του Σοφοκλή, της Αντιγόνης και της Ισμήνης, που έχουμε μάθει να θεωρούμε ως δειλή και αδύναμη, έχουν τη φρεσκάδα του σήμερα. Δεν είναι τυχαίο πως μέσα από την «Αντιγόνη» και την αγάπη της Ισμήνης για την αδερφή της δίνεται η λύση στο έγκλημα που βασανίζει την Σουλτάνα Καπαγιαννίδου. Παίζει και πάλι η Νοέλ Μπάξερ και σε αυτό το βιβλίο με την αρχαία Ελληνική Γραμματεία, όπως έκανε και με τον ΄Ομηρο στη «Δρυ». Εδώ όμως οι αναφορές είναι μικρότερες αλλά πιο υπαινικτικές, «Όλβιος όστις ιστορίης έσχε μάθησιν» είπε ο Ευριπίδης. Εγώ λέω ευτυχής η Νοέλ που ξέρει τόσο καλά την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία και μπορεί έτσι να μας μεταφέρει σε μας τους αναγνώστες της τα πανάρχαια και αναλλοίωτα μηνύματά της.
Δεν έχω τίποτε άλλο να πω παρά να ευχηθώ Καλοτάξιδο και τούτο το βιβλίο σου Νοέλ, με ούριους ανέμους να ταξιδεύεις και να μας χαρίζεις αριστουργήματα σαν τη "Δρυ" και τώρα τη «Νύχτα που γύρισε ο Χρόνος»

Y.Γ.Επιφυλάσσομαι να αναρτήσω φωτογραφίες ευθύς ως τις λάβω από τη φωτογράφο μας, τη γλυκειά ΄Ιριδα, κόρη της Νοέλ.

Τετάρτη, 03 Μαρτίου 2010

Μια άλλη σελίδα



Η ζωή προχωράει, είτε το θέλουμε είτε όχι. Και ο χρόνος γυρίζει προς τα μπρός και προς τα πίσω, ανάλογα πως θέλεις να γυρίζεις τον τροχό. Σας καλώ λοιπόν αύριο στις 7.00 το απόγευμα στο βιβλιοπωλείο ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΣΤΗ ΣΤΟΑ στο Χαλάνδρι, να γυρίσουμε μαζί τον τροχό του χρόνου και να γνωρίσουμε τη Σουλτάνα Καπαγιαννίδου, την ηρωίδα του καινούργιου βιβλίου της Νοέλ Μπάξερ ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΓΥΡΙΣΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ. Σας περιμένουμε.

Τρίτη, 02 Φεβρουαρίου 2010

Kαληνύχτα, μανούλα




Δύο λέξεις που δε θα ξαναπώ. Δυό λέξεις που σηματοδοτούν το τέλος μιας διαδρομής σχεδόν εκατό χρόνων. Γεννημένη στις 7.7.1914, τι σημαδιακός αλήθεια αριθμός, μας έφυγες στις 26.1.2010. Ήρεμα, γλυκά και αγαπημένα, όπως έζησες, με όλους μας γύρω σου. Σου κρατούσα το χέρι και ένιωθα τη ζωή να φεύγει σιγά σιγά, έβλεπα τις μικρές γαλάζιες φλέβες να πάλλονται απαλά και ήξερα πως σε λίγο δε θα είχα ούτε αυτό από σένα.
Δε θα κρατήσω ξανά το χέρι σου, δε θα με χαϊδέψεις, δε θα με πεις "αγάπη μου, παιδί μου, για μένα είσαι πάντα το παιδί μου". Δε θα είμαι ποτέ πια το παιδί κανενός. Κανείς δε θα με θυμάται παιδί και δε θα έχω καποιον να μοιραστώ μαζί του τις δικές μας, τις πολύ δικές μας αναμνήσεις, τις αναμνήσεις που δένουν τη μάνα με την κόρη. Δε θα ακούσω ξανά τις ίδιες χλιιοειπωμένες και χιλιοαγαπημένες ιστορίες. Πήρες μαζί σου τις μαγικές στιγμές της παιδικής μου ηλικίας. Δε θα διαβάσεις ποτέ πια κανένα βιβλίο μου και δε θα σε ακούσω ποτέ ξανά να μου λες τη γνώμη σου με κρίση ορθή και δίκαιη. Και όμως δε θα σε χάσω, θα σε κουβαλάω μέσα μου, νέα, όμορφη,γεμάτη αγάπη και καλωσύνη για όλους ...και θαρραλέα.
Προσπαθώ να σε φέρω κοντά μου μέσα από τις εικόνες της μνήμης. Πως σε θυμάμαι;Ποια είναι η πρώτη μου ανάμνηση, πως σε θυμάμαι για πρώτη φορά;. Μια εικόνα θολή, σαν παλιά κινηματογραφική ταινία. Δεν είμαι εγώ, δεν είσαι εσύ, αλλά και πάλι το ξέρω πως είμαστε εσύ και εγώ. Είμαστε στο πάνω πάτωμα του σπιτιού στο Διαλισκάρι και με μαθαίνεις εγγλέζικα, “this is my tummy, these are my shoes” με μαθαίνεις και να μετράω, τραγουδάμε ένα παιδικό τραγουδάκι “one, two buckle my shoe, three, four knock at the door”…Θολή αλλά χαρούμενη εικόνα. Μια άλλη εικόνα…έρχεται να χαλάσει την πρώτη. Αυτή δεν είναι χαρούμενη. Ενα αίσθημα απελπισίας να με πνίγει και να με συντρίβει. Η μητέρα μου, η δική μου μητέρα, η πηγή της ασφάλειας μου, σηκώνει και παίρνει στην αγκαλιά της ένα ξένο παιδί. Είμαστε κοντά στη θάλασσα, μυρίζω λυγαριές και σκίνα μαζί με την αρμύρα της θάλασσας. Πρέπει να είναι σούρουπο. Υπάρχουν και άλλες γυναίκες μαζί μας. Τις ακούω να γελάνε ενώ εγώ νοιώθω το σύμπαν να καταρρέει. Κρατάω τα πόδια της μητέρας μου και βλέπω αυτό το μισητό πράγμα στην αγκαλιά της. Δεν θυμάμαι αν κλαίω, θυμάμαι όμως πολύ καλά την απελπισία που με έχει καταλάβει.
Είναι αλήθεια λοιπόν αυτό που λένε ότι η ζήλια είναι το πιο ισχυρό αίσθημα ,
« Σκληρός ως Άδης ζήλος». Τότε δεν ήξερα τώρα ξέρω..
Μια άλλη εικόνα και αυτή πιο πικρή και σκοτεινή. Παραλίγο να σε χάσω τότε,θυμάσαι;΄Ημουν μόλις τεσσάρω χρονών και εσύ ούτε τριάντα. Είσαι ξαπλωμένη στο κρεββάτι και πεθαίνεις, αργά, σαν το αίμα που φεύγει από μέσα σου, ΅κρυώνω΅λες, " τα πόδια μου έχουν παγώσει, που είναι το παιδί, δε βλέπω", η γιαγιά κλαίει, η μαμή κοιτάζει ανήμπορη τον ουρανό. Θα πέθαινες τότε αν δε σε έσωζε ο καλός σου άγγελος η θεία Φλωρεντία, που ήρθε την ύστατη στιγμή να σε σώσει. Εσύ σώθηκες, ο χάρος όμως πήρε αντάλλαγμα τη δική της τη ζωή, ένα χρόνο μετά.
Η ζωή σε κέρδισε και σε βλέπω και πάλι να ομορφαίνεις το κόσμο γύρω σου στο μικρό σπίτι στη Σπάρτη. Κατοχή, πείνα...είσαι ακόμη αδύνατη, ένα βήμα απέχεις από τη φυματίωση, αλλά δεν παραπονιέσαι, το αυγό που με κόπους κατάφερε να βρει ο πατέρας για σένα για να δυναμώσεις το δίνεις κρυφά σε μένα..και ταίζεις με τα ψίχουλα από το φτωχικό φαί μας ένα ποντικάκι που βγαίνει τα βράδια βόλτα στο δωμάτιο μας.
Λίγα χρόνια μετά στην Πάτρα, γεννιέται ο αδερφός μου, χαρά και αγωνία μας. Ο μικρός είναι ασθενικός, πρέπει να του κάνεις ενέσεις πενικιλλίνης κάθε τρεις ώρες, έτσι είπε ο γιατρός θα του περάσει το άσθμα που κάνει το μικρό του στήθος να ανεβοκατεβαίνει με κόπο. Και εσύ με το χαμόγελο και τα παραμύθια ξέρεις να ηρεμείς το άρρωστο παιδί αλλά ταυτόχρονα να μη στερείς την αγάπη από μένα τη μεγαλύτερη. Ποτέ δεν ένιωσα ότι ερχόμουν δεύτερη στην αγάπη και στη φροντίδα σου,ποτέ δε ζήλεψα το μικρό αδύνατο "δρακο" μας.
Και μετά η μεγάλη δοκιμασία, η αρρώστια του πατέρα. "Δεν έχει ζωή" είπαν οι γιατροί. Ο πατέρας 43 χρονων και εσύ 36. Κολώνα στάθηκες, κερί αναμένο, κανείς δεν κατάλαβε πόσο κρίσιμη ήταν η κατάσταση. Ο πατέρας έζησε άλλα 38 χρόνια κοντά σου, χρόνια αγάπης.
Τι να πρωτοθυμηθώ και τι να γράψω· Πως μεγάλωσες τα παιδιά μου, καλύτερα από μένα; Σίγουρα καλύτερα από μένα, εσύ ήσουν ήρεμη και σοφή, έγώ πάντα νευρική. Γιαυτό και σε αγαπούσαν τόσο..Να γράψω για τις θυσίες σου; Για τα στερημένα χρόνια.. Ποτέ "εγώ", ποτέ " θέλω". Πάντα οι άλλοι, πάντα οι επιθυμίες των άλλων, μέχρι το τέλος.."Να πάτε σπίτι, είμαι καλά...δε λυπάσαι τον άντρα σου να κάθεται στην πολυθρόνα τόση ώρα..πηγαίνετε σπίτι". Αυτό έλεγες ως το τέλος.. και "σ΄αγαπώ, σ΄αγαπώ...παρα παρα πάρα πολύ"
Το μόνο που μπορώ είναι να σου πω, "Καληνύχτα,μανούλα" όπως σου έλεγα τις σκοτεινες νύχτες της παιδικής μου ηλικίας, τότε που οι δύο αυτές λέξεις ξόρκιζαν κάθε κακό που παραμόνευε στις γωνίες του δωματίου μόλις έσβηνε το φως, "Καλήνυχτα, μανούλα" και όλα γίνονταν φως και πάλι.

Παρασκευή, 08 Ιανουαρίου 2010

H χαρά του βιβλίου


Πολλές φορές έχω σκεφτεί πόσο τυχερή είμαι που μπόρεσα, έστω στη δύση της ζωής μου, να βάλω στο χαρτί κάποιες ιδέες, κάποιες σκέψεις, κάποιες ιστορίες που γεννήθηκαν μέσα μου. Πόσο τυχερή είμαι, που βρήκα ένα θαυμάσιο άνθρωπο, τον εκδότη μου τον κ. Θάνο Ψυχογιο και το επιτελείο του, με πρώτες την Αγγέλα Σωτηρίου, τον καλό μου άγγελο όπως λέω και την κ. Ελλη Σολομών, να διαβάσουν το πρώτο χειρόγραφο που τους έστειλα, να με επιστευτούν και να τολμήσουν να το εκδόσουν. Απο εκεί και πέρα άρχισε μια ωραία περιπέτεια. Ενα ταξίδι γεμάτο συγκινήσεις και χαρές. Δεν είναι μόνο η χαρά πως είδα τυπωμένα στο χαρτί αυτά που κουβαλούσα μέσα, αλλά η πιο μεγάλη χαρά είναι να ξέρω πως υπάρχουν άνθρωποι, που ίσως κάποτε δε θα γνωρίσω από κοντά, αλλά που εκείνοι με γνώρισαν και αγάπησαν αυτά που είχα να πω. Γνώρισα κόσμο,πλησιάσαμε κοντά γίναμε φίλες με άλλους ομότεχνους και ομότεχνες και μέσα από mails και το blog μου γνώρισα και αγάπησα εσάς, τους αναγνώστες μου. Ένιωσα κοντά σας και τη ζεστασιά μιας μεγάλης αγκαλιάς να με τυλίγει. Μπορεί να φαίνεται εγωϊστικό, και ίσως να είναι λιγάκι, αλλά όταν σκέφτομαι πως κάτι που έγραψα βρήκε το δρόμο του στην καρδιά κάποιου αναγνώστη νιώθω τόση χαρά σα να μου έδωσαν το μεγαλύτερο δώρο.
Ευγνωμονώ το Θεό για το δώρο της αγάπης σας και θέλω από μέσα από την καρδιά μου να σας ευχαριστήσω όλους. Να είσαστε πάντα καλά.

Χθές βράδυ αργά πήρα ένα μήνυμα στο ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο, σας το παραθέτω αυτούσιο. Παρακαλώ μην το εκλάβετε ως δείγμα αυταρέσκειας, θέλω να δείξω με το γράμμα αυτό, την αμεσότητα της γραφής της γυναίκας που το γράφει, πόσο ωραία ξέρει να εκφράζει τα συναισθήματά της, αλλά και πόσο ένα βιβλίο μπορεί να μιλήσει στην καρδιά του αναγνώστη, να τον βοηθήσει να ξεπεράσει κάποια προβλήματα και να του ανοίξει δρόμους στο νου και στην καρδιά.

"Αγαπητή κυρία Τσαμαδού,

Κατ’ αρχήν σας εύχομαι καλή χρονιά! Με λένε Φιλιώ και ζω στον Βόλο. Κατά τις 2 σήμερα το πρωί τελείωσα την ανάγνωση του βιβλίου σας «Της ζωής και της αγάπης». Υπέροχο βιβλίο. Πόσο πολύ το χάρηκα! Σας συγχαίρω ειλικρινά.

Είμαι παντρεμένη με τον Παναγιώτη. Γύρω στα μισά του περασμένου Δεκέμβρη μου λέει ο Παναγιώτης:

«Θα κατέβω στο κέντρο. Θέλεις να σου πάρω κάτι;»

«ένα μυθιστόρημα» του λέω.

«θέλεις κάτι συγκεκριμένο;»

«Ό,τι θες εσύ»

Εκείνο το απόγευμα δεν ήμουν στα καλά μου. Μια μικρή αδιαθεσία με κράτησε σπίτι και δεν τον ακολούθησα. Όταν έφυγε ο Παναγιώτης σκέφτηκα: Τι θα μου φέρει άραγε; Ύστερα σκέφτηκα πόσο τυχερός είναι που θα τριγυρνά στους διαδρόμους του βιβλιοπωλείου και θα μυρίζει την υπέροχη μυρωδιά των βιβλίων και πόσο άτυχη εγώ που θα χάσω αυτή την υπέροχη αίσθηση μένωντας σπίτι.

Ο άντρας μου, ίσως επειδή είναι στρατιωτικός - ποιός ξέρει; - διαβάζει κυρίως ιστορικά βιβλία. Δεν σας κρύβω πως εγώ τα βαριέμαι λίγο. Ανησύχησα για μια στιγμή μήπως μου φέρει κάτι βαρετό.Το βιβλίο που θα μου έφερνε θα μου κρατούσε συντροφιά στις ήσυχες μοναχικές ώρες των γιορτών και ήθελα κάτι καλό.’Ηθελα κάτι που θα μου πρόσφερε μια γαλήνη και μια γλυκιά αίσθηση μέσα στη φασαρία και την ένταση των εορταστικών ημερών.

Ο Παναγιώτης γύρισε σπίτι μετά από λίγες ώρες κι εγώ σηκώθηκα απότομα και πήγα κατευθείαν στις σακούλες που έφερε με τα διάφορα ψώνια να βρω το βιβλίο μου. Τι με είχε πιάσει; Σαν να ξαναγύρισα στα παιδικά μου χρόνια. Τότε που έτρεχα με χαρά κατά πάνω στους γονείς μου για να δώ τι μου έφεραν όταν γυρνούσαν σπίτι φορτωμένοι με ψώνια από την Χριστουγεννιάτικη αγορά.

Ανάμεσα σε κρασιά και σοκολάτακια και διάφορα άλλα αγαθά τακτοποιημένα σε φανταχτερές σακούλες διέκρινα το δώρο μου. Ξεχώρισα τη σακούλα με το όνομα Παπασωτηρίου και την άνοιξα βιαστικά.

Κράτησα στα χέρια μου το βιβλίο σας σχεδόν με ευλάβεια. Ενώ ο Παναγιώτης ξεφορτωνόταν από τις τσέπες του πορτοφόλι, κινητό, κλειδιά ακουμπώντας τα στο γραφείο και μιλούσε μάλλον για την κίνηση στην πόλη και για το πόσο χρόνο σπατάλισε ψάχνωντας να παρκάρει , εγώ σκεφτόμουν: Ωραία, μεγάλο βιβλίο, γλυκός ο τίτλος, τι ωραία που μυρίζει! Ποιά όμως έναι αυτή η Τσαμαδού; Δεν την ξέρω. Ξεκίνησα να διαβάζω το οπισθόφυλλο και τότε λέει ο Παναγιώτης:

«Έψαξα αρκετή ώρα και διάβασα πολλά οπισθόφυλλα. Μόνο αυτό με εντυπωσίασε. Ελπίζω να σου αρέσει. Ενθουσιάστικα απ’ όσα διάβασα στο οπισθόφυλλο.»

Βέβαια, σκέφτηκα, σου άρεσε. Λέξεις κλειδιά : πόλεμος, νοσοκόμα με στολή, αξιωματικός, γρίφος.

«Ναι, φαινεται πολύ καλό» απάντησα εγώ χωρίς όμως να το πίστευω στα σίγουρα.

Πολύ αργότερα, το ίδιο βράδυ και αφού δεν είχα ύπνο, η τηλεόραση δεν είχε τίποτα ως συνήθως και η αδιαθεσία μου συνέχιζε, πήρα το βιβλίο από το τραπεζάκι του σαλονιού όπου καθόταν και περίνενε, πήρα και μιά κουβέρτα και άρχισα να διαβάζω χωμένη κυριολεκτικά στη ζεστή αγκαλιά του καναπέ.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες αισθάνθηκα αυτό που ήθελα να αισθανθώ. Μια γλυκιά, ζεστή ηρεμία. Άρχισα ν’αγαπάω το βιβλίο ακριβώς επειδή μου πρόσφερε αυτή την ευτυχία που κρύβουν τέτοιες μικρές στιγμές στη ζωή μας.

Δεν ξέρω αλλά πρώτη φορά εκτίμησα τόσο πολύ βιβλίο στη ζωή μου. Τα Χριστούγεννα με ό,τι σημαίνουν; Η κακή ψυχολόγια των τελευταίων μηνών; Το γεγονός ότι είμαι άνεργη και κοντεύω να πάθω κατάθλιψη; Όλα μαζί; Πραγματικά δεν ξέρω γιατί αλλά είδα το διάβασμα σαν σωτηρία και τελικά έτσι αποδείχτηκε γιατί ένοιωσα πολύ καλύτερα.

Σ’ αυτό το διάστημα του ενός μήνα περίπου κάθε φορά που είχα τη δυνατότητα να είμαι μόνη και ήσυχη διάβαζα. ¨Εστω και 10 σελίδες τη μέρα.

Το περίμενα, ανυπομονούσα να μείνω μόνη για να διαβάσω. Ακόμη και στο χωριό μου, στο Πήλιο, όταν πήγα για να περάσουμε τα Χριστούγεννα με την οικογένεια μου, το πήρα μαζί το βιβλίο.Το μεσημέρι των Χριστουγέννων, μετά το υπέροχο οικογενειακό γεύμα που είχε ετοιμάσει η μητέρα μου και ενώ όλοι είχαν κοιμηθεί, εγώ κάθησα στην κουζίνα, δίπλα στη σόμπα με μια κούπα ζεστό καφέ και διάβαζα. Αν και είχα φάει πολύ και είχα πιει και 2-3 ποτηράκια κρασί, δεν νύσταξα καθόλου.

Και αυτές οι γιορτές κύλησαν γλυκά οπώς όλες. Οικογενειακά γεύματα, επισκέψεις σε συγγενείς και φίλους, έξοδοι τα βράδυα. Τώρα θα επιστρέψουμε όλοι σιγά σιγά στους «κανονικούς» ρυθμούς. Τα φανταχτερά φώτα και τα στολίδια θα κρυφτούν και πάλι στα κουτιά τους για να ξεκουραστούν μέχρι τις επόμενες γιορτές.

Το βιβλίο σας, άθελά μου, το συνδίασα με αυτές τις μέρες κι έτσι, πρίν κρύψω κι έγω τα στολίδια του σπιτιού μου αποφάσισα χθές να το τελειώσω.

Είχα σταματήσει στο κεφάλαιο: 2006 ΤΟ ΘΑΥΜΑ. Γεμάτη αγωνία και απόλαυση γύριζα τις σελίδες. Πλησίαζε η λύση του μυστηρίου. Σελίδα 480 και δυστυχώς αντί η επόμενη σελίδα να είναι η 481, ήταν η 489! Τί απογοήτευση!

Βέβαια δεν είναι δικό σας το φταίξιμο. Σίγουρα κάποιο λάθος στο τυπογραφείο. Επίσης αυτό το γεγονός δεν στάθηκε ικανό για να χαλάσει η διάθεσή μου, ούτε έπαψα ν’ αγαπάω το βιβλίο. Απλά το αναφέρω γιατί θεωρώ πως πρέπει να το γνωρίζετε. Ίσως να σας έχουν γράψει και άλλοι αναγνώστες για κάτι παρόμοιο.

Η απογοήτευση μου κράτησε για ένα λεπτό μόνο και συνέχισα να διαβάζω ως το τέλος. Αυτή η ικανοποίηση που αισθάνεται κανείς όταν τελειώνει την ανάγνωση ενός βιβλίου είναι κάτι το καταπληκτικό! Ένα πολύ περίεργο συναίσθημα. Αισθάνθηκα σαν να έλυσα εγώ το μυστήριο. Σαν να έκανα εγώ κάτι σπουδαίο. Το διάβασμα ενός βιβλίου μοιάζει με κατόρθωμα και αυτό το αισθάνομαι κάθε φορά που διαβάζω ένα βιβλίο πόσο μάλλον ένα πολύ καλό βιβλίο. Είναι κάτι περίεργο που αυτή τη στιγμή αδυνατώ να εκφράσω. Σίγουρα κάτι παραπάνω από τη χαρά της γνώσης.

Το βιβλίο το διάβασα και τώρα ξέρω ποια είναι η κυρία Ελένη Τσαμαδού.

Αγάπησα όλους τους ήρωες και ταυτίστηκα μαζί τους. Σχεδόν ταυτίστηκα με όλους κι ας φαίνεται περίεργο. Βρήκα σε όλους κομμάτι η κομμάτια του εαυτού μου.Έμαθα ιστορικά στοιχεία που δεν ήξερα με ωραίο τρόπο και όχι με τη βαρετή – τις περισσότερες φορές – μέθοδο και γλώσσα των ιστορικών βιβλίων. Με γοήτευσε το ταξίδι μέσα στο χρόνο. Μου άρεσε πολύ ο τρόπος που η ιστορία του βιβλίου, τα γεγονότα ταλαντευόταν ανάμεσα σε διάφορους χρόνους, παρελθόν και μέλλον χωρίς να με κουράζει, χωρίς να με μπερδεύει. Η πλοκή, επίσης, και οι χαρακτήρες, τόσο καλοφτιαγμένα!Σας συγχαίρω και πάλι!

Οι 8 σελίδες που έλειπαν από το βιβλίο έγιναν η αφορμή για να σας γράψω και επί της ευκαρίας να σας ρωτήσω αν μπορείτε να μου τις στείλετε εσείς ή να μου προτείνετε ένα τρόπο για να τις διαβάσω. Βέβαια θα ήταν προτιμότερο να τις έχω τυπωμένες γιατί μερικές φορές συνηθίζω να δανείζω τα βιβλία σε φίλους.

Ωστόσο, αυτό το mail κατέληξε έτσι όπως κατέληξε γιατί, ξεκινώντας να το γράφω, σκέφτηκα πως δεν θα ήθελα να είναι ένα γράμμα που θα έλεγε απλώς «μπράβο» και «συγχαρητήρια» και το παραπονάκι μου για το τυπογραφικό λάθος , αλλά ήθελα να είναι μία ιστορία μιας αναγνώστριας. Μια ιστορία για το ταξίδι ενός βιβλίου. Ένα βιβλίο που δημιουργήθηκε στο μυαλό σας, γεννήθηκε μέσω των χεριών σας καθώς το γράφατε, τυπώθηκε, ταξίδεψε ως το Βόλο για να ξεκουραστεί για λίγο σε κάποιο ράφι στο βιβλιοπωλείο του Παπασωτηρίου και η μοίρα του ήταν να βρεθεί στα δικά μου χέρια που άγγιξαν κάθε του σελίδα και να ξεκουράζεται τώρα στη δική μου βιβλιοθήκη, περίφανο και ζωντανό γιατί διαβάστηκε. Μέχρι να βρεθεί στα χέρια μιας φίλης που θα το χαϊδέψει και αυτή, θα την ταξιδέψει και θα το ταξιδέψει μεσα σ’ένα λεωφορέιο, στη βεράντα ένα απόγευμα, μπροστά στο τζάκι ή στην άμμο μιας παραλίας.

Σας παρακαλώ πολύ το γράμμα αυτό να το ΄΄δείτε΄΄ σαν ένα ευχαριστώ! Δεν ήθελα να σας στενοχωρήσω γράφωντάς σας για τις σελίδες που έλειπαν ούτε είναι κίνηση εντυπωσιασμού. Ειλικρινά έτσι εξελίχθηκε και η σκέψη μου αυτή ήταν αβίαστη. Ελπίζω μόνο να μη σας κούρασα.

Να είστε καλά να γράφετε και από καρδιάς σας εύχομαι το 2010 να σας φέρει κάθε τι που θα σας κάνει να νοιώθετε ζωντανή και ευτυχισμένη!"


Με εκτίμηση

Φιλιώ "

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

Aπουσίες


Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που ενώ δεν τους γνωρίζεις αισθάνεσαι να έχεις μια επαφή μαζί τους. ΄Ανθρωποι που τους νιώθεις να στέκουν ορόσημο της ζωής σου, να την έχουν σημαδέψει κατά κάποιο τρόπο. Τους ανθρώπους αυτούς θέλεις να πιστεύεις πως θα υπάρχουν πάντα, πως η αναπόφευκτη φθορά δεν θα τους αγγίξει και πως εσύ θα μπορείς κάθε φορά να γυρίζεις το βλέμμα σε αυτούς και να πέρνεις δύναμη. Είναι όμως έτσι;
Όταν ήμουν πολύ νέα είχα την τύχη να συναντήσω μια μοναδική φορά στη ζωή μου μια σπουδαία γυναίκα, τη Γαλάτεια Σαράντη, σας έχω μιλήσει και άλλοτε για αυτή. Ο πατέρας μου, που τύχαινε να την γνωρίζει, της είπε, μιλώντας για μένα, " της αρέσουν τα παραμύθια". Η Σαράντη με κοίταξε με ένα γλυκό χαμόγελο και είπε " τα παραμύθια είναι πολύ σημαντικά στη ζωή μας". Φύλαξα τα λόγια της βαθειά μέσα μου, τα ένιωσα πολύτιμο δώρο και από τότε ποτέ δεν έπαψα να αγαπώ τα παραμύθια και να τα θεωρώ σημαντικά στη ζωή μου. Νομίζω πως άν άρχισα να γράφω ιστορίες το χρωστώ και στα λόγια αυτά της Γαλάτειας Σαράντη.
Η Γαλάτεια Σαράντη μας έφυγε χθές. ΄Ησυχα και αθόρυβα όπως είχε ζήσει. Η πρώτη γυναίκα Ακαδημαϊκός, η γυναίκα με το ευαίσθητο και δυνατό συνάμα γράψιμο. Δε θα μιλήσω για τα βιβλία της που όχι μόνο σημάδεψαν την εφηβεία μου αλλά και σήμερα ακόμη διάβάζοντάς τα νιώθω την παλιά γοητεία του γραπτού της να με τυλίγει. ΄Αλλοι πιο άξιοι θα το κάνουν. Η ΄Ολγα Σελλά γράφει σήμερα στην Καθημερινή για το έργο της. Αυτό που θέλω να μοιραστώ μαζί σας είναι το κενό της απουσίας που νιώθω αυτή τη στιγμή. Έχασα ένα κομμάτι της νιότης μου μαζί της. Δε θα περπατήσω ξανά μαζί της τους δρόμους της παλιάς πολιτείας, της Πάτρας της αγαπημένης, δε θα ανεβώ στο Κάστρο και δε θα δω ξανά την πολιτεία με τα δικά της μάτια, ένα ένα χάνουμε τα ορόσημα της ζωής μας.

"΄Ηξερε πως σαν έστριβαν τον κάβο θα φαινόταν η πολιτεία. Και γεννήθηκε μια λαχτάρα μέσα της. ΄Ενα φτερούγισμα πουλιού που βιάζεται να πετάξει, μην τύχει και χάσει τούτη την πρώτη ματιά. Μιά στιγμή ολότελα νεανική. ΄Εντονη επιθυμία να τρέξει
-σπρώχνοντας ό,τι βρισκόταν μπρός της- ν΄ανεβεί στη γέφυρα, να σταθεί μόνη της, ολομόνχαη εκεί ψηλά. Ο άνεμος να τρελλαίνει τα μαλλιά της. Τ΄αστέρια, η θάλασσα που δεν την βλέπεις μα την νιώθεις ολόγυρά σου, και στο βάθος μακριά ακόμη, η πολιτεία φωτισμένη. Να είναι μόνη ολομόναχη, και να την βλέπει που έρχεται σ΄αυτήν σαν ένα θάμπωμα πρώτα, κάτι σαν τον γαλαξία τις ασέληνες νύχτες. Κ΄έπειτα να μπορέσει να ξεχωρίσει σημάδια πάνω εκεί. Να τα ξεχωρίσει ανόητα, μ΄εκείνη την ζωική σχεδόν διάθεση προσανατολισμού, που κυριεύει τους ανθρώπους όταν μπει η απόσταση ή το ύψος ανάμεσα σ΄αυτούς και τον καθημερινό τους περίγυρο. Εκεί είναι το κάστρο, εδώ τα φώτα του μώλου, το Γυμνάσιο πολύ πολύ δεξίά, σχεδόν στην άκρη και οι σκάλες που χωρίζουνε την πολιτεία στα δύο.Εκεί βρίσκονται οπωσδήποτε όλα αυτά, έξω από το χρόνο και την απόσταση."

Αυτή είναι η εισαγωγή στο βραβευμένο μυθιστόρημα της Σαράντη " Επιστροφή", έκδοση του 1953 στο τυπογραφείο Στεργιάδη. Λυπάμαι που δεν μπόρεσα να διατηρήσω την πολυτονική μορφή του, τα κακά του νέου υπολογιστή, και έτσι όμως έχετε ένα μικρό δείγμα της ποίησης που διατρέχει το κείμενο της Σαράντη.
Καλό ταξίδι κυρά των παραμυθιών της νιότης μου, καλό ταξίδι στον κόσμο των αστεριών και των ονείρων, έξω από το χρόνο και την απόσταση και εσύ τώρα πια.

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009

ΣΤΗΝ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΟΧΘΗ του ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ ΚΩΤΣΙΑ


Χθες βράδυ είχα την τιμή και τη χαρά να παρουσιάσω το βιβλίο του Τηλέμαχου Κώτσια "Στην απέναντι όχθη" στο Πνευματικό Κέντρο της Ι.Ν. Φανερωμένης στο Χολαργό ύστερα από πρόσκληση του βιβλιοπωλείου " Βιβιλιοπωλείο χωρίς όνομα". Ο Τηλέμαχος Κώτσιας επίσης παρουσίασε το δικό μου βιβλίο της "Ζωής και της Αγάπης".
Το βιβλίο του Τηλέμαχου Κώτσια είναι ένα εξαιρετικό έργο για το οποίο έχουν γράψει διθυραμβικές κριτικές βιβλιοκριτικοί. Για σας που δε μπορέσατε να έρθετε σκέφτηκα να σας δώσω εδώ μια μικρή γεύση του βιβλίου.
" Θα ήθελα να σας καλέσω απόψε να κάνετε μια προβολή του εαυτού σας. Να ξεχάσετε ό,τι είσαστε, από πού προέρχεσθε, τι πιστεύετε, τι ελπίζετε, τι αγαπάτε. Να φαντασθείτε ότι είσαστε ένας νέος άνθρωπος γεμάτος όνειρα και σχέδια για το μέλλον που φεύγει από τον τόπο του για μια άγνωστη χώρα, μια χώρα που δε γνωρίζει τη γλώσσα που μιλούν οι άνθρωποι εκεί, όμως πιστεύει πως εκεί μπορεί να προκόψει. Να φανταστείτε πως φεύγετε και αφήνετε πίσω σας την οικογένειά σας, τη μάνα σας και τη νιόπαντρη γυναίκα σας που περιμένει το πρώτο σας παιδί. Να φανταστείτε πως στον ξένο τόπο που διαλέξατε να πάτε δεν ξέρουν ποια είναι η πατρίδα σας και σε ποιο σημείο του παγκόσμιου χάρτη να την τοποθετήσουν. Να φανταστείτε πως λίγα χρόνια μετά γυρίζετε πίσω και περιμένετε να βρείτε τα πάντα όπως τα αφήσατε. Όμως , τίποτε δεν είναι πια όπως το ξέρατε, η πατρίδα σας, ο τόπος που γεννηθήκατε, το χωριό σας, δεν είναι πια δικό σας::Κάποιοι ισχυροί του κόσμου τράβηξαν μια γραμμή και τον μοίρασαν στα δύο, η μία από τις δύο γειτονιές του χωριού σας ανήκει σε μια άλλη χώρα, μια χώρα που μόλις δημιουργήθηκε που εσείς δεν τη νιώθετε πατρίδα σας και που τη γλώσσα της δε μιλάτε, η άλλη γειτονιά ανήκει στη χώρα που πιστεύατε πάντα πως ήταν δική σας και που τη γλώσσα της μιλάτε: Σε αυτή τη χώρα που οι μεγάλοι που ορίζουν τις τύχες του κόσμου σας λένε πως δε μπορείτε να ανήκετε.

Σας φαίνονται ίσως απίθανα αυτά που σας λέω, πως είναι δυνατόν να γίνονται τέτοια πράγματα λέτε. Και όμως έγιναν και γίνονται. Τις μικρές ζωές των ανθρώπων ρυθμίζουν μεγάλα γεγονότα και ο άνθρωπος πως μπορεί να αντιδράσει στη φορά των πραγμάτων; Γιαυτό και ρωτώ πως άραγε θα νιώθατε αν σας συνέβαινε κάτι τέτοιο; Πως θα αντιδρούσατε; Θα αρνιόσαστε να δεχτείτε την κατάσταση όπως διαμορφώθηκε ερήμην σας, ή θα αγωνιζόσαστε να επιβιώσετε στον καινούργιο κόσμο;
Ο ήρωας του βιβλίου του Τηλέμαχου Κώτσια « Στην απέναντι όχθη», που θα μιλήσουμε για αυτό απόψε, ο Πέτρος Χαρίσης, είναι αυτός που καλείται να δώσει την απάντηση στο ερώτημα.
Ο Πέτρος Χαρίσης είναι ένας σύγχρονος Οδυσσέας χωρίς Ιθάκη. ΄Ενας Οδυσσέας που μετά από μια μακριά απουσία στη ξενιτιά γυρίζει στα 1924 στο σπίτι και τη γυναίκα του και βρίσκει πως δεν έχει πατρίδα, τουλάχιστον όχι όπως την ήξερε αυτός. Είναι ένας Οδυσσέας όμως που δεν αφήνεται να γίνει έρμαιο στις αλλαγές της Ιστορίας. Μπορεί το σπίτι του να είναι στη νέα χώρα, την Αλβανία και το χωράφι του στην Ελλάδα, όμως ο Πέτρος Χαρίσης, όπως πολλοί άλλοι σαν αυτόν θεωρεί την αλλαγή σαν κάτι προσωρινό, κάτι που δεν τον αφορά. Σαν τον Προμηθέα κουβαλάει μέσα του τη φλόγα της προόδου και ανασκουμπώνεται για να χτίσει το μέλλον το δικό του και της οικογένειάς του. Μέσα σε λίγο διάστημα καταφέρνει να προκόψει, να μεγαλώσει την περιουσία του και παράλληλα να βοηθήσει τους συγχωριανούς του να βελτιώσουν τη ζωή τους. Βρίσκει τον τρόπο να εκμεταλλευτεί για όφελος όλων, τα νερά του ξεροπόταμου και να αυξήσουν οι αγρότες τη παραγωγή τους. Χτίζει μια παράγκα, για να είναι κοντά στα χτήματά του. Η παράγκα εξελίσσεται σε καφενείο και παντοπωλείο, σε ταβέρνα και ξενοδοχείο σε τόπο συνάντησης και συναλλαγής. Σιγά σιγά ένα χωριό χτίζεται γύρω της και παίρνει το όνομά του από αυτή, ένας δρόμος φτιάχνεται και ενώνει το νέο χωριό με το Αργυρόκαστρο και την Ελλάδα. Η επικοινωνία μεταξύ των δύο μοιρασμένων μισών της ίδιας πατρίδας είναι κάτι που γίνεται χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες. Υπάρχουν όμως άλλα προβλήματα που υποβόσκουν και που αφορούν τη συνύπαρξη και συμβίωση των δύο κοινοτήτων στο νέο κράτος, την Αλβανία. Ο Πέτρος Χαρίσης όπως και άλλοι σαν αυτόν, μπορεί να μιλά Ελληνικά και να έχει ελληνική εθνική συνείδηση, στην απογραφή όμως είναι χαρακτηρισμένος Αλβανός, απλώς και μόνο γιατί το χωριό του βρέθηκε στη πλευρά των συνόρων που όριζαν τη νέα χώρα. Και ενώ οι αλβανόφωνοι κάτοικοι της χώρας σιγά σιγά αποκτούν αλβανική εθνική συνείδηση οι ελληνόφωνοι αρνούνται να απαρνηθούν τη δική τους. Η σύγκρουση δε θα αργήσει να εκδηλωθεί, στην αρχή με μια τοπικιστική αντιπαλότητα, και αμοιβαία δυσπιστία και εχθρότητα και στη συνέχεια πιο σοβαρά με το σταδιακό κλείσιμο των ελληνικών σχολείων και τον περιορισμό της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας, από την πλευρά των Αλβανών, και με την ένοπλη αντίσταση από την πλευρά των ελληνοφώνων που οργανώνουν με τη βοήθεια της Ελλάδας το ΜΑΒΗ το Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου στο οποίο μετέχει και ο Πέτρος Χαρίσης.
Τα χρόνια περνάνε η οικογένεια του Πέτρου Χαρίση μεγαλώνει, έχει τώρα δύο γιούς και μια κόρη. Ο πρωτότοκος, ο Αντώνης, το καμάρι του, σπουδάζει δάσκαλος. Ο πατέρας του τον στέλνει στην Αθήνα για να τελειοποιήσει τις σπουδές του και εκεί ο νέος μπολιάζεται για τα καλά με τις αρχές του κομμουνισμού που τον έχει ήδη γνωρίσει από όταν σπούδαζε στο Ιεροδιδασκαλείο στα Γιάννενα. Η νέα θρησκεία του είναι οι αρχές του Διαλεκτικού Υλισμού.
Στη στροφή των κοσμογονικών αλλαγών που φέρνει η προσάρτηση της Αλβανίας στην Ιταλία, ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος και στη συνέχεια ο ελληνικός εμφύλιος και η πρόσδεση της Αλβανίας στο άρμα της Σοβιετικής ΄Ενωσης φέρνει απρόσμενες ανατροπές στη ζωή του Πέτρου Χαρίση. Σαν το στρίψιμο της βίδας που μπαίνει αργά και σταθερά στο ξύλο έτσι έρχονται και οι αλλαγές στη ζωή του. Ένα προς ένα τα χάνει όλα, την περιουσία που δημιούργησε, το μαγαζί, τα χτήματα... Άνθρωποι που άλλοτε δούλευαν για αυτόν, άνθρωποι που είχε βοηθήσει να επιβιώσουν τώρα είναι στην εξουσία.
Το νέο καθεστώς του Ενβέρ Χότζα έχει ανάγκη από εσωτερικούς εχθρούς για να αποκτήσει δύναμη. Μια και στο προηγούμενο καθεστώς δεν υπήρχαν προλετάριοι, το ρόλο του εχθρού του λαού τον απονέμουν στους Ελληνες εθνικιστές και τα προσωπικά μίση και πάθη βρίσκουν διέξοδο τον δήθεν αγώνα κατά των προδοτών. Δολοφονίες, βιασμοί, καταδίκες και φυλακίσεις σε μεσαιωνικά μπουντρούμια, καταναγκαστικά έργα, όλα τα μέσα που ένας απάνθρωπος και ανελέητος μηχανισμός έχει στα χέρια του για να καταπιέσει τη φωνή της αντίστασης χρησιμοποιούνται εις βάρος εκείνων που αντιστέκονται, που έχουν ελεύθερη γνώμη. Κάποιοι που προσπαθούν να γλυτώσουν και να φύγουν στην Ελλάδα πληρώνουν με τη ζωή τους και όχι μόνο.. Ο χειρότερος εχθρός λέει μια παροιμία είναι ο ευεργετηθείς, έτσι και στον Πέτρο Χαρίση, εκείνοι που βοήθησε είναι αυτοί που θα του φερθούν χειρότερα. ΄Ενας κύκλος καταδοτών και προδοτών τον περιβάλλει μεταφέροντας κάθε λέξη του στις αρχές, Ο Πέτρος Χαρίσης το ξέρει και παρόλα αυτά δε διστάζει να λέει τη γνώμη του για όλα, τι έχει να φοβηθεί, τα έχασε όλα, ακόμη και τα παιδιά του. Ο γιός του ο Αντώνης ανεβαίνει τα σκαλιά της εξουσίας, γίνεται υπουργός στο νέο καθεστώς. Αντίθετα όμως με τον πατέρα του που όσο απογυμνώνεται από τα υλικά αγαθά που χρόνια έχτιζε ,τόσο κερδίζει την ανθρωπιά και την ψυχή του, κάθε βήμα του Αντώνη προς τη κορυφή της εξουσίας είναι και ένα βήμα προς το χάσιμο της ψυχής του. Από τις κορυφαίες στιγμές του βιβλίου είναι σκηνή της συζήτησης του Αντώνη με τον παπά του χωριού όταν αυτός του θυμίζει πως πάνω από μας, υπάρχει κάποιος ανώτερος που κρίνει τις πράξεις μας. Ο Αντώνης θα κάνει συμβιβασμούς, θα πάρει σκληρές αποφάσεις, θα προδώσει φιλίες ακόμη και την αδερφή του και τον πατέρα του που υπεραγαπά. Υπεράνω όλων το κόμμα, θα χάσει την ψυχή του και στο τέλος το τέρας που αυτός έθρεψε θα τον κατασπαράξει αυτόν και τον αδερφό του όταν κρίνει πως δεν είναι πια χρήσιμος στο καθεστώς και στις νέες κατευθύνσεις του μετά την αποσκίρτηση του από το Σοβιετικό μπλόκ στα 1961..
Ο Τηλέμαχος Κώτσιας έγραψε ένα πραγματικό αριστούργημα, μια λιτή, δωρική αφήγηση της ζωής και της μοίρας των μελών μιάς οικογένειας και παράλληλα της ζωής στην Αλβανία του Χότζα και του διαδόχου του Μεχμέτ Σέχου,πρόσωπα και εικόνες μιας άγνωστης ζωής που εύχομαι ποτέ να μη γνωρισει κανείς από μας, ιστορίες υπανθρώπων, όπως του Ηλία Λαχανά και του Γρηγόρη Ντάλλα, και άλλες όπως του Βαγγέλη Χρόνη και της κόρης του Πέτρου Χαρίση της Ευθαλίας, ζωντανεύουν και πονούν. Πόσο μπορεί να αντέξει ο άνθρωπος χωρίς να χάσει την ανθρωπιά του; Την απάντηση τη δίνει στην ύστατη ώρα του ο Πέτρος Χαρίσης, μετανοιώνω λέει όχι για ό,τι έκανα, για ό,τι δεν έκανα, το ίδιο και ο παπάς που τραβά και αυτός το δικό του Γολγοθά.
Διαβάζοντας το βιβλίο του Τηλέμαχου Κώτσια ένιωθα πως έκανα μια κατάδυση στη σκοτεινή πλευρά της Ιστορίας, αυτή που χρόνια εμείς που η τύχη μας έφερε να γεννηθούμε στην άλλη πλευρά, αγνοούσαμε, ή θέλαμε να αγνοούμε. Τόσο κοντά και τόσο μακριά μας η Βόρειος ΄Ηπειρος, τόσο κοντά και τόσο μακριά οι ψυχές των ανθρώπων που μιλούσαν την ίδια γλώσσα με μας και μια γραμμή πάνω στο χάρτη τους έφερε στην απέναντι όχθη, ενός ποταμού χωρίς πέρασμα. Σκιές ανθρώπων μέσα σε ένα θολό τοπίο ομίχλης ζητούσαν βοήθεια και εμείς δεν ακούγαμε. Ώσπου άνοιξαν κάποτε τα σύνορα, έπεσαν τα συρματοπλέγματα και τότε τους είδαμε, είδαμε ποιοι ήταν αυτοί που είχαμε ξεχάσει τόσα χρόνια , μόνο που και πάλι δεν είμαστε έτοιμοι να τους δεχτούμε με την θέρμη που τους άξιζε. Μια μεγάλη συγνώμη χρωστάμε στους ανθρώπους αυτούς που θέλουμε να λέμε αδελφούς μας, αλλά κάθε άλλο παρά αδελφική αγάπη τους δείξαμε. Ο Τηλέμαχος Κώτσιας με απλότητα και μαεστρία, χωρίς πάθος και ψεύτικες εξάρσεις μας δίνει την ωμή εικόνα του τι σήμαινε να ζεις στον παράδεισο του Χότζα. Μιλάει για αυτά που έζησε και κουβαλούσε μέσα του χρόνια τώρα. Τον έχω ακούσει να λέει πως τον στοίχειωναν τα βιώματα αυτά και πως αν δεν τα έγραφε δε θα λυτρωνόταν. Θέλω να του πω πως δεν λυτρώθηκε μόνο αυτός γράφοντας το βιβλίο αυτό, αλλά και όσοι το διαβάσαμε νιώσαμε τη κάθαρση που φέρνει γνώση της αλήθειας. Τηλέμαχε Κώτσια, σε ευχαριστουμε για το ωραιο βιβλίο και σου ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο.

Παρασκευή, 04 Δεκεμβρίου 2009

Μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις..