Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2014

Aθανάσιος Αργυρός ή περί ελληνικότητας



Αφορμή για τη σημερινή ανάρτηση μου έδωσε το "lapsus linguae", το ατόπημα  δηλαδή του κ. Κραουνάκη σχετικά με την γλώσσα που μιλούσαν στη Βόρειο Ελλάδα πριν από την απελευθέρωση τους από τον τουρκικό ζυγό.. Δε είχα  σκοπό να σχολιάσω τα λεχθέντα,  Μία μόνο παρατήρηση  είχα να κάνω, ότι δηλαδή  θεωρώ πολύ φτωχή δικαιολογία να λέει κάποιος "εγώ, δεν είμαι ιστορικός, γλωσσολόγος κλπ. κλπ.",  αλλά να θέλει να έχει και να έχει, πολύ συχνά, άποψη επί παντός επιστητού, όπως για την απεργία πείνας του Ν. Ρωμανού, τις τράπεζες και την Μέρκελ κ.α.
Μετά όμως από μια συζήτηση με παλιό φίλο Μακεδόνα, άλλαξα γνώμη. Ο φίλος μου θύμισε  πως κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας στη Μακεδονία και στην ΄Ηπειρο λειτουργούσαν ξακουστά ελληνικά σχολεία, πολύ περισσότερα και απείρως πιο σημαντικά από κάποια που είχε ιδρύσει στα τέλη του 19ου αιώνα η Βουλγαρία για να προσεταιριστεί τους πληθυσμούς. Τα ελληνικά σχολεία   είχαν ιδρυθεί με ιδιωτική πρωτοβουλία. ΄Ηδη από το δέκατο  όγδοο αιώνα, χάρη στην οικονομική άνοδο των ελληνορθοδόξων κοινοτήτων που βρίσκονταν εκτός της τουρκικής επικράτειας, είχε παρατηρηθεί  μια στροφή και άνθηση της παιδείας.   Οι Έλληνες, και ιδιαίτερα οι Μακεδόνες  και οι Ηπειρώτες, απόδημοι στις βορειοβαλκανικές και κεντροευρωπαϊκές χώρες, κατάφεραν σύντομα  να αναδειχθούν σε σημαντικούς παράγοντες της τοπικής οικονομικής και πολιτιστικής ζωής των χωρών που τους φιλοξενούσαν.  Μη ξεχνώντας όμως και τις πατρίδες που άφησαν πίσω  προσπάθησαν να συνδράμουν με κάθε τρόπο στην ανάπτυξή τους, ιδιαίτερα στον χώρο της παιδείας, παρέχοντας οικονομική στήριξη σε σχολεία, πλουτίζοντας τις βιβλιοθήκες τους με  εκπαιδευτικά  και επιστημονικά βιβλία, από τα οποία μάλιστα πολλά τυπώνονταν σε εξειδικευμένα σε ελληνικές εκδόσεις τυπογραφεία της Πέστης και της Βιέννης, αλλά  και παρέχοντας υποτροφίες σε παιδιά συμπατριωτών τους, για την ολοκλήρωση των σπουδών τους σε ευρωπαϊκές χώρες  Από τα ελληνικά σχολεία που λειτουργούσαν κατά τους τελευταίους αιώνες της τουρκοκρατίας στη Μακεδονία αναφέρω μόνο τα πιο γνωστά: της Θεσσαλονίκης (από τα τέλη του 17ου αιώνα), της Καστοριάς (από το 1705, ), της Σιάτιστας (από το 1710), των Σερρών  (από το 1735), της Κοζάνης (που στα μέσα του 18ου αιώνος απέκτησε, χάρη στους «πραγματευτάδες» της, την εμπορική της σχολή), του  Μπλάτσι (1761), της Κλεισούρας (1775), της Νάουσας και της Έδεσσας (1773), του Μοναστηρίου,  και άλλα πολλά μικρότερα που δε με παίρνει ο χώρος να απαριθμήσω.  Τέλος  το 1748  άρχισε να λειτουργεί στο Άγιον Όρος, το πολύ σημαντικό εκπαιδευτικό ίδρυμα του τουρκοκρατούμενου Ελληνισμού, η γνωστή «Αθωνιάς Ακαδημία».
Το επίπεδο της παρεχόμενης παιδείας ήταν ιδιαίτερα υψηλό όπως μαρτυρούν πηγές της εποχής.
Οι περισσότεροι, λόγιοι και εκπαιδευτικοί που εργάσθηκαν στα σχολεία αυτά είχαν σπουδάσει σε ελληνικά και ξένα εκπαιδευτήρια της Δυτικής και της Κεντρικής Ευρώπης. Φωτισμένοι δάσκαλοι, πραγματικά δάσκαλοι του γένους, δίδαξαν την ελληνική γλώσσα και παιδεία. Δάσκαλοι του Γένους, όπως ο Δ. Μαρούλης στις Σέρρες, αλλά και αφανείς, όπως η κυρία Ηλέκτρα η  δασκαλίτσα στα "Μυστικά του Βάλτου", και ο Γεώργιος Καραμανλής ο πατέρας του Κων. Καραμανλή, κράτησαν τη φλόγα άσβεστη μέσα σε συνθήκες ιδιαίτερα επικίνδυνες, κάποιοι μάλιστα πλήρωσαν και με τη ζωή τους,  Διωγμοί, δολοφονίες, καταστροφές περιουσιών ήταν τα όπλα της βουλγαρικής προπαγάνδας.
Αυτά δεν τα άκουσε ποτέ ο κ. Κραουνάκης ή ο φίλος του όταν έλεγε πως πριν την απελευθέρωση στη Βόρεια Ελλάδα μιλούσαν βουλγαρικά και πως δεν καταλάβαιναν ελληνικά;  Με τι μαθητές άραγε λειτουργούσαν αυτά τα ελληνικά σχολεία;
 
 Με αφορμή τα παραπάνω θυμήθηκα ένα αδελφικό φίλο του παππού μου, τον Μακεδόνα  Αθανάσιο Αργυρό, τον "μπαρμπα Θανάση" όπως τον έλεγαν η μητέρα μου και τα αδέλφια της. Ο Αργυρός υπήρξε μια πολύπλευρη προσωπικότητα, δικηγόρος, πολιτευτής, δημοσιογράφος αλλά και δάσκαλος. Γεννημένος στη Νιγρίτα Σερρών, στα 1859  την εποχή που ήταν ακόμη τουρκική επικράτεια, υπήρξε ένα από τα παιδιά που ευτύχησαν να έχουν ελληνική παιδεία μέσα στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία. Υπήρξε μαθητής  του Διδασκαλείου του  "Μεγάλου του Γένους Δασκάλου"Δ.  Μαρούλη. Στη συνέχεια σπούδασε στην Αθήνα και στη Γερμανία. Υπήρξε πρωτεργάτης του Μακεδονικού αγώνα και ενθουσιώδης εθναπόστολος. Εζησε στην Αμερική οκτώ χρόνια και εργάστηκε ως δημοσιογράφος ακατάπαυστα και με θέρμη για τα ελληνικά θέματα. Όταν ξέσπασε ο Ελληνοτουρκικός και λίγο αργότερα ο Ελληνοβουλγαρικός πόλεμος, κατάφερε να συγκεντρώσει με εράνους το ποσό του ενός εκατομμυρίου δολαρίων και να βοηθήσει στη συγκέντρωση 50.000 αλκίμων Ελλήνων εθελοντών,  μεταξύ των οποίων υπήρξε  και ο μικρός αδελφός του παππού μου Λεωνίδας .  Μετά τη λήξη του πολέμου ο Αθανάσιος Αργυρός επέστρεψε στην Ελλάδα και  στις πρώτες ελεύθερες εκλογές εκλέχθηκε βουλευτής Σερρών. Το 1922 στην κυβέρνηση του Δ. Γούναρη, έγινε υπουργός Γεωργίας  και πρωτοστάτησε «για μια Αθήνα πράσινη».Το 1926- 1928  στην Οικουμενική Κυβέρνηση του Αλ. Ζαίμη ανέλαβε Υπουργός Παιδείας.  Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και την εκτέλεση του Δημ. Γούναρη, η πλειοψηφία των βουλευτών του Λαϊκού κόμματος τον υπέδειξε ως υποψήφιο για την διαδοχή στην αρχηγία του Λαϊκού κόμματος, πρόταση όμως που δεν αποδέχτηκε για λόγους μετριοφροσύνης αλλά και γιατί δεν είχε την ανάλογη οικονομική επιφάνεια. Αντίθετα πρωτοστάτησε  να εκλεγεί ο Παναγής Τσαλδάρης.
Πέθανε το 1941  φτωχός,  όπως ήταν πάντα,  στο Βόλο,
Σε αυτόν το φωτισμένο άνθρωπο, χρωστάνε η μητέρα μου και τα αδέλφια την ελληνικότητά τους. ΄Ηρθαν στην Ελλάδα από την Αμερική το 1920, αμερκανάκια που δε γνώριζαν ελληνικά ούτε ελληνική ιστορία και κάτω από τη σοφή καθοδήγηση του "μπαρμπα Θανάση" και της προσφυγοπούλας δασκάλας από τη Σμύρνη,  διδος Αργυρώς,   έγιναν σωστοί ΄Ελληνες αριστούχοι του Αρσακείου και του Βαρβακείου σε σημείο μάλλιστα που η θεία μου Ειρήνη να είναι  η πρώτη "Ιφιγένεια" που παίχτηκε από το Αρσάκειο στο πρωτότυπο κείμενο,

Ο "μπαρμπα Θανάσης" ήταν βαθύτατα ΄Ελληνας, και μιλούσε θαυμάσια ελληνικά απ΄ό,τι άκουγα τη γιαγιά μου να λέει.  Υπήρξε και αυτός ένας κρίκος στη μακριά αλυσίδα των Ελλήνων που διακήρυσσαν την ελληνικότητά τους όπου και αν βρίσκονταν.Ας θυμηθούμε πως ο καρδινάλιος  Βησσαρίων στη Δύση  προσδιόριζε  τον εαυτό του " κατ αξίαν μεν καρδινάλιος, το δε γένος ΄Ελλην". Οι μεγάλοι εθνικοί ευεργέτες, Αβέρωφ, Στουρνάρης, Αρσάκης, οι αδελφοί Ζάππα, ο Βαρβάκης, ο καταγόμενος  από το Μελένικο, σήμερα βουλγαρικό Μελνικ, δικαστής του Κολοκοτρώνη  Πολυζωίδης, ο επίσης από το Μελένικο, αναμορφωτής του θεάτρου, ιδρυτής της "Νέας Σκηνής" και δάσκαλος της ελληνικής γλώσσας της "Σίσσυ" Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, ο Στέφανος και ο Ίων Δραγούμης, ο Εμμανουήλ Παππάς,  αλλά και ο πράγματι βουλγαρόφωνος  ο "Καπετάν Κώττας" που πέθανε φωνάζοντας  στα βουλγάρικα   Ντα ζίβι Γκ(ά)ρτσια! (Ζήτω η Ελλάς), ήταν ΄Ελληνες και το διακήρυσσαν με κάθε τρόπο.

Είναι ασέβεια στη μνήμη όσων αγωνίστηκαν για αυτή την ιδέα και πολλοί μάλιστα έχασαν τη ζωή τους να τους βάζουμε ταμπέλες και να αναμασάμε ύποπτα σχόλια για να αποδείξουμε τι;  Αιδώς Αργείοι.

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

28η Οκτωβρίου






Πολλές φορές σκέφτομαι πως ένα από τα κακά που μας άφησε η χούντα είναι που μας έκανε να  αισθανόμαστε αμήχανα, για να  χρησιμοποιήσω ένα ήπιο ορισμό, απέναντι σε ο,τιδήποτε είναι πατριωτικό. Οι εθνικές επέτειοι, οι ήρωες, αυτοί που μάθαμε να θεωρούμε ήρωες, οι εθνικοί χοροί και τα δημοτικά τραγούδια έχουν, κακώς, ταυτιστεί, με τις "εθνικοπατριωτικές" κορώνες  των συνταγματαρχών και τα κακής αισθητικής πανηγύρια και χορούς στα διάφορα στάδια και  στρατόπεδα.  Παράλληλα  τα τελευταία χρόνια παρατηρείται και το φαινόμενο  να ξαναγραφεί η ιστορία υποτάσσοντας τη σε  μια στρεβλή αντίληψη του τι είναι και τι δεν είναι  politicaly correct. 

Αρνούμαι να ακολουθήσω τις νέες τάσεις. Ανήκω στη γενιά που έζησε, έστω σε πολλή μικρή ηλικία, αλλά πάντως έζησα και με σημάδεψαν τα μεγάλα γεγονότα της πρόσφατης Ιστορίας της πατρίδας μας. Πόλεμος, Κατοχή, Εμφύλιος, Χούντα, όλα τα έζησα. ΄Ολα έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους στη μνήμη μου, είτε την άμεση, είτε την έμμεση μέσα από διηγήσεις του οικογενειακού μου περιβάλλοντος. Και όπως συμβαίνει σε πολλούς έτσι και σε μένα, αυτές οι αναμνήσεις και τραύματα ψυχικά, γιατί όχι, μετουσιώθηκαν, έγιναν ιστορίες και κάποια στιγμή αποτυπώθηκαν στο χαρτί, έγιναν χειρόγραφα, βιβλία. 

Ο παππούς μου, ο πατέρας της μητέρας μου, Αμερικανός υπήκοος, αλλά βαθύτατα ΄Ελληνας, αποκλεισμένος στον πόλεμο και στην Κατοχή στο κτήμα του στην Πελοπόννησο, με τα δύο μεγαλύτερα παιδιά του μακριά στην Αμερική, το ένα μάλιστα να υπηρετεί στον Αμερικανικό στρατό, χωρίς ειδήσεις τους, χωρίς ραδιόφωνο και με εφημερίδες που έφταναν μέρες μετά την κυκλοφορία τους, κρατούσε ημερολόγιο  και σε μια γλώσσα ιδιότυπα δική του,έγραφε:
Στις 28 Οκτωβρίου 1940
"..Από τις 9 1/2 π.μ εμάθομεν ότι η Ιταλία απειλούσε  κήρυξιν πολέμου εναντίον μας.."
 στις 29 Οκτωβρίου 1940
"Μη ούσης συγκοινωνίας έμεινα εις το κτήμα. Από χθες κάλεσεν η κυβέρνησις 10 ηλικίας. οι Γαργαλιάνοι εν μεγάλη συγκινήσει, ο κόσμος εν μεγάλη απογνώση, οι νέοι εν ενθουσιασμώ. Ο Αλέξης ήλθεν αργά το βράδυ δίχως νέας εφημερίδας" 
Στις 30 Οκτωβρίου 1940
"Ειδήσεις μας έφερεν ο Αλέξης εκ Μαράθου ότι από χθες το εσπέρας τηλεγραφήματα ότι οι ΄Ελληνες προχωρούν υποδεχόμενοι εκ των Αλβανών ως αδελφοί και συνέλαβον 40 χιλ. Ιταλούς αιχμαλώτους"
1 Νοεμβρίου 1940
"Τα Ελληνικά  στρατεύματα προχωρούν εις την Αλβανίαν, κατέφθασαν  τρόφιμα εις τον Πειραίά 4 ατμόπλοια πλήρη τροφίμων. Σύλληψις Ιταλών αιχμαλώτων εις το μέτωπον, το ηθικόν του λαού τελείως ακμαίον, αισιόδοξον".

Το  ημερολόγιο του παππού μου με βοήθησε να δω, να ξαναθυμηθώ, πως ζούσαμε πως νιώθαμε τότε τις μέρες που ο φόβος είχε μετουσιωθεί σε θάρρος και ελπίδα. 

Το ημερολόγιο του παππού μου και της μητέρας μου διηγήσεις  είχα για οδηγό όταν έγραφα στο " Χορό των Μυτστικών" 

"Πρωί πρωί, την ξύπνησαν οι καμπάνες όλων των εκκλησιών που χτυπούσαν καλώντας τον κόσμο να βγει από τα σπίτια του. Σε λίγο ακολούθησαν και οι σειρήνες. Βγήκε σαν όλους στο δρόμο, να μάθει τι γίνεται. Το θέαμα που αντίκρισε την τρόμαξε. Έμοιαζε σαν όλος ο πληθυσμός της πόλης να ήταν σε κίνηση, όλοι έτρεχαν προς όλες τις κατευθύνσεις, γυναίκες, οι πιο πολλές με σαλβάρια και φερετζέδες, έτρεχαν προς την αγορά, άλλες φώναζαν στα παιδιά τους να μείνουν μέσα. Από κάποια παράθυρα  ακούγονταν ραδιόφωνα να παίζουν πολεμικά εμβατήρια που μπερδεύονταν με τις καμπάνες των εκκλησιών και τις σειρήνες που δεν είχαν σταματήσει να ξεσκίζουν τον αέρα με τον τρομακτικό ήχο τους. Φωνές στα ελληνικά, φωνές στα τούρκικα, στο ίδιο μοτίβο " Πόλεμος! Η Ιταλία μας κήρυξε τον πόλεμο".

Και στο "Της ζωής και της αγάπης" 

"Από τα ξημερώματα σήμερα έχουμε πόλεμο με την Ιταλία. Από σήμερα, όλα στη ζωή μου άλλαξαν ριζικά. Η Ιστορία καθόρισε τη μοίρα μας και τα γεγονότα μας παρασύρουν στη δίνη τους. Η Ελλάδα δονείται από πατριωτισμό! ¨Ολοι με μιά ψυχή θα πολεμήσουμε τον εχθρό, τον ανόσιο, το μιαρό, που μόλυνε την ημέρα της Παναγίας με την άνανδρη πράξη του. Τώρα μπορούμε να φωνάξουμε αυτό που ξέραμε και δε λέγαμε φανερά. Η Ιταλία του Μουσολίνι ήταν αυτή που τορπίλισε ανήμερα της Παναγίας στην Τήνο και βύθισε το "Ελλη" σκορπίζοντας πένθος και δυστυχία. Γι αυτό και τώρτα δε θα τους αφήσουμε τους άνανδρους να πατήσουν τα χώματά μας."

Και στο "Υστερόγραφο Ζωής"

Ξαφνικά άρχισαν να χτυπάνε όλες οι καμπάνες των εκκλησιών.  Ντίν, νταν, ντιν, όχι χαρούμενα, όπως στις γιορτές, μα με έναν ήχο αλλιώτικο, βαρύ,.σοβαρό. Μόνο της Καθολικής εκκλησίας η καμπάνα έμενε βουβή. Η γιαγιά Αλέγρα έτρεξε και άνοιξε το ραδιόφωνο, ο ήχος από εμβατήρια γέμισε το δωμάτιο. « ΄Αρχισε η Όπερα..» είπε η γιαγιά. Τα εμβατήρια στο ραδιόφωνο  σταμάτησαν και ο εκφωνητής με την υποβλητική φωνή του διάβασε το διάγγελμα του Βασιλέως και του Πρωθυπουργού. « Νυν υπέρ πάντων αγών» Κοιταχτήκαμε με τη γιαγιά « Λοιπόν είναι πόλεμος..» είπαμε ταυτόχρονα, χωρίς να το ξέρουμε είχαμε πει τα ίδια λόγια που τα χαράματα είχε πει ο αγουροξυπνημένος πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς, στον Ιταλό πρέσβη που ήρθε να του επιδώσει το τελεσίγραφο. «Λοιπόν είναι πόλεμος». Η αναμονή τελείωσε, τα γεγονότα μας κατέλαβαν. Η ζωή μας έπαινε σε καινούργια τροχιά.
 Ξεχυθήκαμε όλοι  στους δρόμους, όλοι θέλαμε να μάθουμε κάτι παραπάνω απ΄ό,τι μετέδιδε το ραδιόφωνο. Ο ένας ρωτούσε τον άλλο «τι μάθατε..». ΟΙ πιο πολλοί έτρεχαν στο σταθμό, όπου επιταγμένα τρένα φορτωμένα στρατιώτες και αξιωματικούς αναχωρούσαν για το μέτωπο. Μανάδες, γυναίκες και παιδιά τους ξεπροβόδιζαν, ήξεραν πως ίσως δεν θα τους ξανάβλεπαν, κάποιοι δε θα γύριζαν..και όμως όσο και αν φαίνεται απίστευτο οι φαντάροι έμοιαζαν σα να μη πήγαιναν σε πόλεμο, σα να μην είχαν κάποιοι το σημάδι του θανάτου ή του πόνου, σφραγίδα στα μέτωπά τους  Θα έχεις ίσως ακούσει το τραγούδι που έλεγε η αξέχαστη Βέμπο, το παίζουν στα ραδιόφωνα σε κάθε επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, «Με το χαμόγελο στα χείλη παν οι φαντάροι μας μπροστά. » ΄Ετσι τους έβλεπα και εγώ  τους στρατιώτες, παιδιά του λαού, ως χθες χωριατόπαιδα από τα χτήματα, εργάτες, ναύτες, φοιτητές, μορφωμένοι, όλοι με τον ίδιο ενθουσιασμό, με την ίδια αισιοδοξία, έδιναν θάρρος στις γυναίκες και εκείνες κρατούσαν οι περισσότερες τα δάκρυα και τον πόνο, για να μη λυπήσουν τους αγαπημένους τους.  ΄Εβλεπα τα γυναίκες και πιο πολύ λυπόμουνα τις μεγάλες, τις μανάδες, αυτές  δίνουν πάντα, από τότε που ο άνθρωπος εφεύρε τον πόλεμο,  το βαρύτερο τίμημα στο Μολώχ, τα παιδιά τους. ΟΙ νεώτερες θα βρουν κάποια στιγμή παρηγοριά, εκείνες όμως θα μείνουν κούτσουρα ξερά, να περιμένουν το τέλος με άδεια την αγκαλιά. Ο χωρισμός μάνας και παιδιού παρηγοριά δεν έχει, που λέει και το τραγούδι.."

Αυτές λοιπόν ήταν οι αναμνήσεις δικές μου και  δανεισμένες που βρήκαν το δρόμο τους στα βιβλία μου. Οφείλω όμως  να προσθέσω πως αφορμή για αυτή την ανάρτηση μου έδωσε μια  ωραία βραδιά μνήμης του '40 που διοργάνωσαν την περασμένη Παρασκευή το βράδυ οι αδελφοί Καραβιώτη με μουσική και τραγούδια εκείνης της εποχής  Θυμηθήκαμε, συγκινηθήκαμε, ξαναζήσαμε ωραίες στιγμές. Δεν είναι κακό να είσαι πατριώτης. 

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

ΑΣΩΤΟΙ ΕΡΩΤΕΣ


Το τρίτο κατά σειρά βιβλίο του γιατρού και συγγραφέα Χρήστου Ναούμ, τα άλλα δύο " Αχ αυτές οι βασίλισσες" και " Γιαρντίμ", όλα από τις εκδόσεις Καστανιώτη,  υποδεχθήκαμε στις 6 του μηνός  οι φίλοι του στο Public που σοφά προβλέποντας  μια άνευ προηγουμένου κοσμοσυρροή, άνοιξε και το χώρο του καφέ για να χωρέσουμε .. παρ όλα αυτά υπήρξαν και κάποιοι που έμειναν ορθοί...
Για το βιβλίο μίλησαν πολλοί, καθένας από τη δική του οπτική προσέγγισε και με διαφορετικό τρόπο το βιβλίο και το συγγραφέα.  Μου είχε ζητηθεί να μιλήσω και εγώ,  είχα όμως την ίδια ημέρα ανειλημμένη υποχρέωση να μιλήσω  για το βιβλίο της Ιουστίνης Φραγκούλη,( προηγούμενη ανάρτηση). ΄Ηθελα όμως να πω και δύο λόγια για τις εντυπώσεις που μου  έκανε αυτό το ωραίο βιβλίο, έτσι τρέχοντας και με την ψυχή στο στόμα, από το Παγκράτι κατηφόρισα στο Σύνταγμα και ...πρόλαβα να πω αυτά μόνο..

"Μέσα στις 342 σελίδες του καινούργιου του μυθιστορήματος « Άσωτοι έρωτες» ο Χρήστος Ναούμ στήνει  μια πανοραμική τοιχογραφία της σύγχρονης Αθηναϊκής κοινωνίας  Μιας κοινωνίας διεφθαρμένης, μιας κοινωνίας της αρπαχτής και των ρηχών και επίπεδων σχέσεων .
Γύρω τριγύρω σε ένα γαϊτανάκι τρελό χορεύουν  χαρακτήρες ανθρώπινοι,  με πάθη ελαττώματα και κρυμμένα προτερήματα:
 Ο διεφθαρμένος πολιτικός, ο  μπλαζέ και ανώριμος νέος, η καλών προθέσεων, αλλά συμβιβασμένη ψυχολόγος, ο κακοποιός που κρύβει στο βάθος της  τραυματισμένης ψυχής του κάποια ψήγματα ανθρωπιάς, η πόρνη τραβεστί που μπορεί να ονειρεύεται ακόμη, η αδίστακτη δημοσιογράφος, η κυνική και υπολογίστρια γραμματέας και ο καιροσκόπος συνεργάτης του πολιτικού και τέλος  ο αστυνόμος που θα ήθελε να είναι κάτι άλλο από αυτό που είναι και από εκείνο που αφήνει να φαίνεται. Κανείς  δεν είναι απόλυτα αγνός, ούτε καν οι κατά τεκμήριο θεοσεβούμενες  καλόγριες, ούτε η αφελής χορεύτρια, αλλά και κανείς απόλυτα κακός. Όλοι είναι ή θα μπορούσαν να είναι άνθρωποι καθημερινοί, της διπλανής πόρτας. Και εκεί στο βάθος της εικόνας και των τραυματικών ανθρωπίνων  σχέσεων βασιλεύει ο αρχαιότερος των Θεών ο ΈρωταςΈρωτας σε όλες τους μορφές και εκφράσεις, έρωτας που εκτός από καταστροφή μπορεί να είναι καταφυγή και ελπίδα αρκεί να μπορείς να αφήσεις την πόρτα ανοιχτή και να τον δεχτείς . Και εδώ αγαπητέ Χρήστο, θα μου επιτρέψεις μια απορία, γιατί «Άσωτοι έρωτες»; Είναι ποτέ ο έρωτας άσωτος, είναι σπατάλη να ερωτεύεται κανείς;
 Με  δεξιοτεχνία λοιπόν και διεισδυτικότητα αλλά και με καυστικό χιούμορ και σαρκασμό στήνει τον μύθο ο συγγραφέας και  ενώ κάλλιστα  θα μπορούσε ο αναγνώστης να νιώσει  ότι πνίγεται και ότι δεν υπάρχει ελπίδα,  την ίδια στιγμή με μαεστρία, σε μια στροφή, με μια φράση, μια εικόνα  γίνεται η ανατροπή και ο αναγνώστης  χαλαρώνει  και χαμογελά.  Εγώ πάντως όχι μόνον χαμογέλασα, αλλά και γέλασα πολλές φορές. Πικρόγλυκα αλλά γέλασα. Πραγματικά το απήλαυσα .. 

Τελειώνοντας θα ήθελα να ευχηθώ καλοτάξιδο, αν και δεν έχω καμία αμφιβολία πως όλοι θα απολαύσουν  όπως εγώ το πικρόγλυκο ανατρεπτικό χιούμορ του συγγραφέα και να μου επιτρέψετε να κάνω μια πρόβλεψη και ευχή, Χρήστο  βλέπω το βιβλίο ταινία με σκηνοθέτη τον Αλμοδόβαρ  Είμαι σχεδόν σίγουρη για αυτό. Καλή επιτυχία λοιπόν και γρήγορα και στις αίθουσες των κινηματογράφων."

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2014

ΞΥΠΟΛΥΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ



Χθες βράδυ στο βιβλιοπωλείο "ΤΟ ΘΕΜΑ'' μαζευτήκαμε φίλοι ,φίλες, αλλά και συμμαθήτριες της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη στην παρουσίαση του καινούργιου βιβλίου της    " Ξυπόλυτες στην άμμο".΄Ηταν μια ξεχωριστή βραδιά, γεμάτη αγάπη και συγκίνηση  Μιλήσαμε τέσσερις φίλες αλλά και μια συμμαθήτρια της συγγραφέως  ενώ αποσπάσματα διάβασε με πολύ συγκίνηση ο ηθοποιός και συμμαθητής της Ιουστίνης Δημήτρης Βερύκιος.
 Για όσους δεν τα κατάφεραν να έρθουν ακολουθεί το κείμενο της δικής μου ομιλίας.


                                                      ΞΥΠΟΛΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ

 Νάνσυ, ΄Εμυ, Αθηνά, Καίτη, Μαρία  πέντε γυναίκες, πέντε ζωές, πέντε διαφορετικές προσωπικότητες, πέντε διαφορετικοί προσανατολισμοί ζωής, πέντε αγάπες και πέντε χωρισμοί.. Πέντε ώριμες γυναίκες που υπήρξαν κάποτε πέντε έφηβες που βιάζονταν να φορέσουν ψηλά τακούνια και να αδράξουν τη ζωή και γευτούν τις χαρές τις, τον έρωτα και την επιτυχία. Πέντε φίλες, συμμαθήτριες, που ορκίστηκαν στο κατώφλι της ζωής που τις περίμενε  να μη χαθούν και να  βρεθούν ξανά μαζί  στη στροφή των σαράντα τους χρόνων και να κάνουν αποτίμηση της ζωής τους.
Τα χρόνια πέρασαν, οι φίλες σκόρπισαν, η  μία ζει στη Γαλλία, δύο  στην Αθήνα, στο νησί τους τη Λευκάδα οι άλλες δύο,  κι όμως  ένα αόρατο νήμα τις ενώνει όλες, αλλά και ένας ποταμός αίματος τις χωρίζει.  Αυτό που τις ενώνει είναι ο τελευταίος κρίκος στο χορό τους, η έκτη φίλη η πολυαγαπημένη Τζούλια και αυτό που τις χωρίζει, αυτό που ως ένα βαθμό επηρέασε και τη δική τους ζωή, είναι  αυτό που σημάδεψε για πάντα τη ζωή της Τζούλιας και την πήρε μακριά τους πέρα στην άλλη άκρη του  Ωκεανού. Το τραγικό συμβάν της αυτοκτονίας του πατέρα της την ημέρα ακριβώς που η μοναχοκόρη του και οι φίλες της γιορτάζουν την αποφοίτηση του από το σχολείο και ορκίζονταν να μείνουν για πάντα φίλες και να ξαναβρεθούν είκοσι χρόνια μετά. Η Τζούλια έγινε  επιτυχημένη ζωγράφος και το έργο της έχει  διεθνή αναγνώριση, έχει όμως εξορίσει κάθε άλλο χρώμα από την παλέτα της εκτός από το κόκκινο του αίματος, του αίματος του αυτόχειρα πατέρα της. Επιζητεί τη λύτρωση μέσα από το ξαναβάφτισμα στη φιλία και εν μέρει το κατορθώνει, όχι απόλυτα όμως. Το κόκκινο εξακολουθεί και μετά τη συνάντηση με τις φιλες  να κυριαρχεί στη ζωή και το έργο της.
Το καινούργιο βιβλίο της Ιουστίνης Φραγκούλη Αργύρη είναι η συνέχεια του πολύ ωραίου και αγαπημένου, «Ψηλά τακούνια για πάντα» Σε εκείνο το βιβλίο η συγγραφέας μας παρουσίασε τα κορίτσια στην άνθηση της νιότης τους, τα όνειρα και τις ελπίδες τους αλλά και  τη  βίαιη  ενηλικίωση  τους που ήρθε με την αυτοκτονία του πατέρα της πιο αγαπημένης φίλης τους. Γνωρίσαμε τις φίλες μέσα από την ταραγμένη ιστορία της Τζούλιας που παλεύει είκοσι χρόνια μετά με τα φαντάσματα του αιματοβαμμένου παρελθόντος της,
Στο καινούργια βιβλίο «Ξυπόλυτες στην ΄Αμμο», Η Ιουστίνη Φραγκούλη προχωρεί την ιστορία των κοριτσιών πιο πέρα. Στο προηγούμενο βιβλίο μας έδωσε μια εικόνα, μια πρόγευση, για το πώς εξελίχθηκε στο πέρασμα των χρόνων η ζωή της Τζούλιας και των πέντε κοριτσιών. Η συγγραφέας με δεξιοτεχνία και  διεισδυτικότητα ακολουθεί την ιστορία της Τζούλιας και συμμαθητριών της στο πέρασμα των χρόνων. Ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία όχι μόνο να μάθει τις επί μέρους ιστορίες των κοριτσιών, αλλά και να παρακολουθήσει τις αλλαγές που έφερε ο χρόνος και η ζωή. Αλλαγές  όπως, ο θάνατος και την απώλεια που έρχονται σαν φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, αλλαγές στην εμφάνιση, όπως οι ρυτίδες, τα πεσμένα μετατάρσια,  αλλαγές ύστερα από αρρώστιες και εγχειρήσεις αλλά και όπως είναι φυσικό, αλλαγές στο τοπίο και το περιβάλλον. Τίποτε, φεύ, δε μένει το ίδιο στο πέρασμα του χρόνου
Στο βιβλίο της η Ιουστίνη Φραγκούλη πέρα από αυτές τις εμφανείς φυσικές αλλαγές ασχολείται κυρίως με τις  αλλαγές στα όνειρα και συνακόλουθα  στην προσωπικότητα της κάθε μιας από τις συμμαθήτριες. Η συγγραφέας, σαν έμπειρη ψυχολόγος, ανατέμνει με λεπτότητα και ακρίβεια χειρούργου, ψυχές, πραγματοποιώντας   μια σε βάθος ανάλυση της γυναικείας ψυχής. Αναζητεί τα αίτια και τις περιστάσεις που συνετέλεσαν στην αλλαγή της προσωπικότητας των κοριτσιών. Για κάποιες η αλλαγή συντελέστηκε μέσα από την επίδραση εξωτερικών παραγόντων, ένας αποτυχημένος γάμος, μια διάψευση φιλοδοξιών, ένας αδιέξοδος έρωτας., το τέλμα μιας συμβιβασμένης επίπεδης ζωής… ΄Ολες ζητούν μια διέξοδο, όλες, ή σχεδόν όλες, έχουν αποδεχθεί ως κάποιο βαθμό τη ματαίωση των εφηβικών ονείρων τους. Η   βοηθός ακτινολόγου Καίτη  χωρίζοντας από τον άπιστο και αδιάφορο σύζυγο της βρίσκει διέξοδο ακολουθώντας  το παλιό όνειρό της να κάνει καριέρα   στο θέατρο. Η αστροφυσικός Αθηνά  μετά μια απώλεια και μια περαστική περιπέτεια, μια προσωρινή αναλαμπή μιας παλιάς σβησμένης φλόγας,  αφοσιώνεται στην έρευνα. Η παχουλή  και προσγειωμένη  νηπιαγωγό ’Εμυ που ζει ένα συμβατικό γάμο, διοχετεύει την  ενεργητικότητα της στον αγώνα κατά τον περιττών κιλών και δεν αφήνει τις σειρήνες αλλοτινών ερώτων να την παρασύρουν.  Η φιλόλογος  Μαρία, επιτυχημένη στην Πανεπιστημιακή καριέρα της, αλλά δεμένη στο άρμα ενός τελματωμένου γάμου,  υποτάσσεται τελικά στη λογική του συμβιβασμού θυσιάζοντας τον έρωτα για χάρη της οικογένειας. Αντίθετα η Νάνσυ, η επαναστάτρια, η πιο δυναμική απ΄όλες αυτή που έχει κάνει πραγματικότητα το όνειρο της φιλενάδας της Τζούλιας, αλλά και όλων των κοριτσιών, διαπρέποντας ως δικηγόρος, πιστεύει πως εξορκίζει τη φθορά του χρόνου αναζητώντας εφήμερες σχέσεις που όπως  ισχυρίζεται, όχι μόνον δεν βλάπτουν το γάμο της, αλλά απεναντίας του δίνουν κάθε φορά νέα διάσταση. 
Πιο πολύ όμως απ΄όλες η αλλαγή συντελείται στη Τζούλια, Την παρακολουθούμε την επαύριον της συνάντησης με τις φίλες της. Ζούμε την αγωνία και την απόγνωσή της. Η συνάντηση με τις φίλες της δεν της έφερε τη λύτρωση που περίμενε. Το αντίθετο θα έλεγε κανείς. Η πληγή μέσα της ξαναμάτωσε. Οι  πικρές αναμνήσεις την κατέκλυσαν.  Αποκομμένη χρόνια από τις ρίζες της δεν είναι εύκολο να ξαναδέσει το  νήμα, να ξετυλίξει το   κουβάρι της Αριάδνης που θα τη βγάλει από το λαβύρινθου  του πόνου, της οργής και των ενοχών που κουβαλάει μέσα της χρόνια τώρα και  δεν την αφήνει να  στιγμή να ησυχάσει. 
 Η Τζούλια θεωρεί τον εαυτό της υπεύθυνο για την αυτοχειρία του πατέρα της, απορροφημένη ολοκληρωτικά στα δικά της όνειρα της εφηβείας, τις παρέες και τις χαρές της ζωής, δεν αντιλήφθηκε το δράμα που παιζόταν στην ψυχή του πατέρα της. Την υπαρξιακή αγωνία που τον κατείχε και που όμως έκρυβε με επιτυχία από τους άλλους την ίδια και τη μητέρα της. Τη μητέρα της που η Τζούλια θεωρεί άκαρδη, επιπόλαιη και όλα αυτά χρόνια δεν έχει, δε θέλει να έχει σχέση μαζί της γιατί τη θεωρεί υπεύθυνη για την απομάκρυνσή της από την πατρίδα της και τις ρίζες της. Η μητέρα της πιστεύει πως το έκανε  για να την προστατέψει από τα σχόλια του κόσμου, αλλά και από το αναπόφευκτο καθημερινό ξαναμάτωμα της πληγής που θα είχε η συνέχιση της ζωής στο ίδιο περιβάλλον που βιώσε  το δράμα του πατέρα της νεκρού από το χέρι του στη μπανιέρα του σπιτιού τους, Η Τζούλια όμως, άλλα πιστεύει, της προσάπτει ότι το έκανε για να την ξεφορτωθεί η ίδια. Απουσίες, σιωπές, σκέψεις πικρές που δηλητηριάζουν τη ζωή της..
Και όμως να που η συνάντηση με τις φίλες έχει ένα απρόσμενο αποτέλεσμα, ενώ αυτή καθεαυτή η συνάντηση δε λυτρώνει, εντούτοις βοηθά τη Τζούλια να συνειδητοποιήσει  ότι μόνη της, χωρίς δεκανίκια, τη σχέση με τις φίλες της ή την απόλυτη αγάπη του άντρα της που τη στήριξε και τη στηρίζει χρόνια τώρα, πρέπει να κάνει το μεγάλο βήμα, τη βουτιά στο βάθη της ψυχής της για να ζητήσει την αλήθεια και τη λύτρωση.  Σταδιακά και με πολλά πισωγυρίσματα. κάνει τα βήματα που θα τη συμφιλιώσουν με το παρελθόν της.  Παίρνει τη μεγάλη απόφαση, να ζητήσει βοήθεια από ειδικό.
 Οι συνεδρίες που  με δισταγμούς και αναβλητικότητα υποβάλλεται με τη βοήθεια ενός Έλληνας ψυχολόγου, είναι  που τη βοηθούν να βρει την άκρη του νήματος της Αριάδνης για να βγει από το λαβύρινθο. Το γεγονός ότι ο ψυχολόγος είναι Έλληνας και η Τζούλια μπορεί να ανοίγει την ψυχή της στη γλώσσα της, τη γλώσσα που κοντεύει να ξεχάσει ζώντας χρόνια στον Καναδά και μη μιλώντας τη με τον Γαλλοκαναδό άντρα της, είναι το κλειδί, ο καταλύτης στη σχέση ψυχολόγου ασθενούς. Σιγά σιγά οι πέπλοι που καλύπτουν την ψυχή της πέφτουν  αφήνοντας τη ελεύθερη από τα δεσμά του κόκκινου, από την κυριαρχία του  κόκκινου χρώματος στη ζωή της, το χρώμα του αίματος του πατέρα της ...
Το καινούργιο βιβλίο της Ιουστίνης Φραγκούλη είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται με αδιάπτωτο ενδιαφέρον, δεν είναι ένα χαζοχαρούμενο βιβλίο  λουσμένο σε ρόδινο φως.  Είναι ένα βιβλίο για αυτούς που αγαπούν τη λογοτεχνία που θέτει ερωτήματα και δίνει απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα. Η Ιουστίνη Φραγκούλη μας έχει δώσει ως σήμερα βιβλία που αγγίζουν μεγάλα προβλήματα και ερωτήματα της ζωής. Στο « Για την αγάπη των άλλων» καταπιάστηκε με το θέμα της θυσίας του εγώ για τη σωτηρία  αυτών που αγαπούμε. Στο «Έρωτας στην Ομίχλη» την απασχόλησε το μεγάλο πρόβλημα της διπολικής διαταραχής, Στα Ψηλά Τακούνια η εφηβεία, τα όνειρα και η πραγματικότητα . Τώρα με το καινούργιο της βιβλίο η Ιουστίνη Φραγκούλη Αργύρη μιλά για την ωριμότητα. Την ωριμότητα  που δεν έρχεται δυστυχώς σε όλους και μόνο με το πέρασμα του χρόνου, αλλά  σε εκείνους  μόνον που αποδέχονται τις αλλαγές  του χρόνου, της φθοράς και της  απώλειας. Η διαδικασία της ωρίμανσης δεν είναι εύκολη, απαιτεί αυτογνωσία και αποδοχή. Ο  τίτλος του βιβλίου ακριβώς αυτό υπονοεί. Οι γυναίκες, οι πέντε από τις έξη φίλες,  έχουν αφήσει κατά μέρος τα ψηλά τακούνια, άλλοτε σύμβολα της θηλυκότητας τους. Οι πέντε, όχι η Νάνσυ που εξακολουθεί να πιστεύει στα ψηλά τακούνια και να θεωρεί πως παρατείνει έτσι τη νιότη, αποδέχονται πως δε μπορούν πια να βαδίζουν ανώδυνα πάνω σε αυτά, στα όνειρα που ματαιώθηκαν, και αποδέχονται τις αλλαγές όπως αποδέχονται σαν αναπόφευκτο κακό τα πονεμένα μετατάρσια. Βαδίζουν πια στη ζωή προσγειωμένες, ελεύθερες, ξυπόλυτες,  απαλλαγμένες από τα βαρίδια που ως τώρα κουβαλούσαν. ΄Εχουν ωριμάσει ξέρουν που βαδίζουν, έχουν βάλει τα όρια και έχουν κάνει τις επιλογές τους, τι και αν είναι συμβιβασμοί για κάποιες, εφόσον το γνωρίζουν και το αποδέχονται είναι  ελεύθερες, γιατί η γνώση είναι αυτή που ελευθερώνει. .Βυθίζονται στην άμμο, όπως βυθίζονται στη ζωή και τις πίκρες και τις όποιες χαρές της  και  η Τζούλια μαζί τους, κοντά στον άντρα της ζωής της το Στέφαν, μέσα από την αυτογνωσία και την αποδοχή  θα δει ξανά όλα τα χρώματα της ζωής όχι μόνο το κόκκινο που τη σημάδεψε.
Το καινούργια βιβλίο της Ιουστίνης Φραγκούλη Αργύρη είναι ένας ύμνος στη γυναίκα και το συνιστώ σε όλους, όχι μόνο τις γυναίκες αναγνώστριες, αλλά και τους άντρες, γιατί και αυτοί θα έχουν κάτι να μάθουν για το πώς σκέφτονται οι γυναίκες τους κάτι να διδαχτούν για τις κακοτοπιές που πρέπει να αποφεύγουν, γιατί κακά τα ψέματα δε χρειάζεται μόνο οι γυναίκες να ωριμάζουν αλλά και οι άντρες που τις πιο πολλές φορές είναι μεγάλα παιδιά που νομίζουν πως όλα τους επιτρέπονται και όλα είναι δεδομένα.

Ιουστίνη Φραγκούλη Αργυρη, φιλη μου, σου εύχομαι πάντα να γράφεις έτσι ωραία βιβλία και να μας βοηθάς να βρούμε και εμείς το νόημα της αλλαγής και να το αποδεχτούμε. Σε ευχαριστώ και σου εύχομαι πάντα με ούριο άνεμο να ταξιδεύουν τα βιβλία σου.

Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

ΣΤΑ ΚΑΛΥΒΙΑ ΘΟΡΙΚΟΥ (ΚΑΛΥΒΙΑ ΑΤΤΙΚΗΣ)

Κάπως αργά λόγω διαφόρων προβλημάτων, όχι σπουδαίων ευτυχώς, έρχομαι να σας πω για τις εντυπώσεις μου από δύο ωραίες βραδιές που πέρασα κοντά σε φίλους και αναγνώστες.  Η πρώτη βραδιά ήταν στις 14 Ιουνίου στα Καλύβια Αττικής στο ωραίο βιβλιοπωλείο " ΚΛΕΨΥΔΡΑ"  της Μαρίας και του Στέφανου Καπράλου.



 Πρώτη σειρά από αριστεράΕιρήνη Χατζηκωσταντή, Αλέκος Γκριζιώτης, Νοέλ Μπάξερ
 Δεύτερη σειρά Στέφανος και Μαρία Καπράλου


Μία άποψη της αίθουσας
 Ειρήνη Χατζηκωσταντή Αλέκος Γκριζιώτης και Νοέλλ Μπάξερ
 Με τη Μαρία Καπράλου
Υπογράφοντας 
Περισσότερες φωτογραφίες για όσους ενδιαφέρονται στο fb Βιβλιοπωλείο Κλεψύδρα

Η βραδιά κύλισε όμορφα, με μεγάλη συμμετοχή παρά τον αγώνα της Εθνικής μας στο Mundial εκείνη ακριβώς τη βραδιά. Το κοινό έδειξε να αγαπάει τα βιβλία και συμμετείχε στη συζήτηση με σχόλια και παρατηρήσεις. Η Ειρήνη Χατζηκωσταντή και ο Αλέκος Γκριζιώτης ζωντάνεψαν με τρόπο μοναδικό τους ήρωες και η φίλη Νοέλ Μπάξερ έκανε άλλη μια φορά μια εξαιρετική παρουσίαση. Ευχαριστώ τη Μαρία και το Στέφανο Καπράλο, τους βιβλιοπώλες,  που οργάνωσαν και συντόνισαν με τρόπο θαυμάσιο τη βραδιά.

Για να μη σας κουράσω άλλο θα επανέλθω, συν Θεώ, αύριο με την δεύτερη παρουσίαση.

Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΒΡΑΔΥΑ

Την Τρίτη που μας πέρασε, στις 29 Απριλίου, η Γραμματεία Πολιτισμού της ΟΤΟΕ μου έκανε την τιμή να εντάξει το βιβλίο μου "ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ΖΩΗΣ"  στα πλαίσια των εκδηλώσεών της " Ένα απόγευμα, ένα βιβλίο και ο συγγραφέας του". Xάρη στην εκδήλωση αυτή είχα τη χαρά, αλλά και γιατί όχι να το κρύψω,  να βρεθώ ξανά ανάμεσα σε παλιούς και αγαπημένους φίλους και συνεργάτες που με είχαν γνωρίσει με την παλιά ιδιότητά μου της δικηγόρου της Εθνικής Τραπέζης. Δε σας το κρύβω πως συγκινήθηκα... Γιαυτό και θέλω για άλλη μια φορά από αυτό  blog να ευχαριστήσω θερμά την ΟΤΟΕ και ιδιαίτερα τον κ. Σκαρτσολιά που με τίμησαν αλλά και να τους συγχαρώ για την  άριστη διοργάνωση της εκδήλωσης. Ξεχωριστά επίσης θέλω να ευχαριστήσω τον εκδότη μου κ. Θάνο Ψυχογιό που. παρά το φορτωμένο πρόγραμμά του,  ήρθε άλλη μια φορά κοντά μας.

Για το βιβλίο μου μίλησαν οι συγγραφείς Φραντζέσκα Κολυβά και  Νοέλ Μπάξερ. Η τελευταία με ανέκρινε ανελέητα κάνοντάς μου μια σειρά από ερωτήματα  πάνω στο βιβλίο και την υπόθεσή του που κάποιες φορές ομολογώ με έφεραν σε δύσκολη θέση. . Αποσπάσματα ζωντάνεψαν με ευαισθησία οι ηθοποιοί Ειρήνη Χατζηκωσταντή και Αυγουστίνος Ρεμούνδος. Ένα μεγάλο ευχαριστώ οφείλω επίσης και στον κ.Μπακούλα  που  πλαισίωσε αριστοτεχνικά με εικόνες και  μουσική  την εκδήλωση. Τους ευχαριστώ όλους από μέσα από την καρδιά μου.

Σήμερα θα σας παραθέσω αυτούσιο το κείμενο της ομιλίας της Φραντζέσκας Κολυβά για να χαρείτε μαζί μου την μεστότητα και πληρότητα του λόγου της και να εκτιμήσετε τον εξαίρετο τρόπο που ανέταμε με αγάπη και σε βάθος το βιβλίο και τους ήρωες του.


Ήθελα να ξεκινήσω από το χρόνο της ιστορίας που μας αφηγείται η Ραχήλ, η κεντρική ηρωίδα, από τα χρόνια του πολέμου.
Ένας γερμανός φιλόσοφος, ο Τεοντόρ Αντόρνο αναφέρει ότι «το να γράφεις ποίηση μετά το Άουσβιτς είναι βαρβαρότητα» τονίζοντας προφανώς ότι τα τρένα για το Άουσβιτς άφηναν πίσω τους  αντί για καπνό το χνώτο του θανάτου, ή αν πράγματι ήταν καπνός , ήταν ο καπνός  της θυσίας. Ίσως άλλωστε να εννοούσε πως μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο λέξεις όπως Εβραίος, Άουσβιτς, κρεματόρια και στρατόπεδα συγκέντρωσης γράφονται με σύρμα αγκαθωτό . Τα ξέρουμε όλα αυτά. Κι από παιδιά μας ανατριχιάζουν.
Βέβαια αργότερα απέσυρε αυτή τη δήλωση λέγοντας πως ο πολυετής πόνος έχει το δικαίωμα της έκφρασης όσο και ο βασανισμένος το δικαίωμα να φωνάζει.
Η Τσαμαδού όμως δε γράφει για να οξύνει τη μνήμη αυτή του ολοκαυτώματος.  Άλλωστε η πρώτη αναφορά για το ολοκαύτωμα μοιάζει με πέρασμα ίσκιου μέσα στον τοίχο. Αργότερα βέβαια ο ίσκιος θα έρθει πιο κοντά και θα πει το όνομά του. Κι αυτό το έχουμε ξανακούσει. Είναι τότε που γίνανε οι άνθρωποι όγκος  και αριθμοί και οι ριγωτές σκιές τους ντροπή και καταδίκη για την ανθρωπότητα. Το έγκλημα εκείνου του πολέμου ήταν συλλογικό , μαχαίρωσε τον πολύτιμο πολιτισμό μας και δεν ξεπλύθηκε.
Η ιστορία όμως που μας διηγείται η Τσαμαδού δεν είναι μια καταθλιπτική ιστορία . Αγγίζει με σύνεση, σεβασμό και μαεστρία το θανατηφόρο σύρμα των στρατοπέδων της εξόντωσης. Θυμάται και θυμίζει με τον τρόπο που  καίει ένα κερί εις  μνήμην.
Δεν είναι εύκολο να αιματώνεις τους ήρωές σου στην ταραγμένη εποχή του πολέμου, τότε που οι συνθήκες σκληραίνουν κι οι συνειδήσεις αμβλύνονται. Γι αυτό και είναι  συναρπαστικό που η Ραχήλ έζησε τότε,  μέσα στον παλμό των γεγονότων , πρώτα με τους τραυματίες  του σαράντα στο νοσοκομείο Χιρς της Θες/κης και τα Γιάννενα, ύστερα θύμα της ναζιστικής θηριωδίας .
Αυτά από μόνα τους δεν κάνουν μια ζωή;
Κι όμως υπάρχει και η απλή εμπειρία της ζωής, αυτή η ζυμωμένη με τις καθημερινότητα που ζει ο καθένας μας στην εποχή του. Η Ραχήλ κατάγεται από μια εύπορη παραδοσιακή εβραική οικογένεια. Ζει σε έπαυλη με δεκατέσσερις κρεβατοκάμαρες μαζί με μ’ ένα στρατό ολόκληρο από συγγενείς. Είναι μεγάλη οικογένεια και μικρή κοινωνία. Ανατρέφεται με τις εβραικές αρχές της παραδοσιακής  οικογένειας , αρχές δοκιμασμένες πως εγγυημένα οδηγούν στην ευτυχία. Σε όλη την παιδική ηλικία της η εβραική θρησκεία και παράδοση προβάλλει με την πανάρχαιή της δύναμη σαν ταυτότητα παράλληλη με την εθνική. Είναι το μυστήριο του περιούσιου λαού, ο λόγος που επιβίωσε μέσα από τους αιώνιους διωγμούς του. Οι δεσμεύσεις της πίστης θα συνοδεύουν την έφηβη Ραχήλ στο λαμπερό ορίζοντα της Ελβετίας, στο κέντρο της Ευρώπης , εκεί που αρχίζει η αληθινή ζωή κι η περιπέτειά της. Παράλληλα τη γαλουχούν οι μεγαλοαστικές αξίες της τάξης της. Με αυτές αύριο θα σταθεί σα σύζυγος επάξια στο πλευρό του όποιου πλούσιου και σπουδαίου άντρα της.
Ο κόσμος της είναι η μπελ επόκ  της Θεσσαλονίκης, μιας κοσμοπολίτισσας  με τους ορίζοντές της ανοιχτούς στα έθνη, στις θρησκείες , στο μελίσσι της αγοράς και του λιμανιού της.
(Δείτε πόσο άρρηκτα συνδέεται η πόλη με τον πληθυσμό της, το ισχυρό εβραικό στοιχείο της πολυπολιτισμικότητας του πλάνητα.  Σχετικά με τη σύνδεση αυτή ο Τσώρτσιλ είχε εκφραστεί πολλές φορές μιλώντας  για τις δυο αρχαίες φυλές, των Ελλήνων και των Εβραίων, που τα θρησκευτικά, φιλοσοφικά και καλλιτεχνικά τους μηνύματα υπήρξαν φωτεινοί φάροι για τη σύγχρονη πίστη και τον πολιτισμό. Είχε πει  ειδικότερα πως και οι δυο φυλές  από τις απαρχές της ανθρώπινης σκέψης δίνουν σκληρούς αγώνες και διαρκείς για την επιβίωσή τους) .
Εν πάση περιπτώσει εκείνη η ανέμελη πρώτη νιότη της ηρωίδας είναι ένας κήπος από χρώματα κι αρώματα ,η ελαφράδα και  η χαρά του αφρού της σαμπάνιας, όπως λέει η συγγραφέας, και σέρνει την κουρτίνα να μας δείξει με την παραστατική δεινότητα της πένας της : να μας δείξει το δροσερό κολλέγιο για τις μικρές κυρίες , τα κοριτσίστικα όνειρα (τα μυστικά των φιλενάδων νομίζεις πως τα ψιθυρίζουν στο αυτί ζαχαρούλες). Φοράμε τα μεταξωτά και χορεύουμε κι εμείς στις χοροεσπερίδες, πλάθουμε με τη φαντασία μας  αγγέλους και πρίγκιπες,  φουντώνουμε έρωτες και χτυποκάρδια, πετάμε από ευτυχία και  ντύνουμε νύφες κατάλευκες , γεμίζουμε με μωρά τις αγκαλιές.
Πώς τώρα αδειάζουνε οι αγκαλιές και γίνονται τα λουλούδια πέτρα;  Πώς ξεφουσκώνει το  μπαλόνι και γίνεται ένα κουρέλι στον ουρανό; Φταίει ο πόλεμος;
Σίγουρα κατά το μεγαλύτερο μέρος. Είναι όμως και τα κατάλευκα φτερά που άνοιξε η Ραχήλ για να πετάξει και της τσακίστηκαν. Γιατί η Ραχήλ  έχει το σπόνδυλο της ανθρωπιάς και της τρυφερότητας . Και δε θα χάνει ευκαιρία να το δείχνει. Πρώτα στην ελάχιστη κλίμακα του αδύναμου ανιψιού της, που σώζει κυριολεκτικά από τα νύχια της  νταντάς του. Το παιδάκι βασανίζεται στο όνομα του επιδιωκόμενου στόχου από την όχι τυχαία Γερμανίδα  νταντά του κι η όλη  κατάσταση λειτουργεί σαν προανάκρουσμα του κοινωνικού δαρβινισμού που κυοφορείται και θα κατακλύσει την Ευρώπη. Ύστερα στη βαρύτιμη κλίμακα της  αριστοκρατικής  Ελβετίας, της Ελβετίας  του έρωτα και της  προδοσίας . Μετά η Ραχήλ θα πρέπει να μαζέψει τα κομμάτια της  και να αφήσει τους ανέμους του πολέμου να τα φυσήξουν στο μέτωπο του κινδύνου στήνοντάς  την  νοσοκόμα, ντύνοντάς την σε άλλα λευκά , καθόλου ατσαλάκωτα, καθόλου άσπιλα, όπως τονίζει η συγγραφεύς, κι όπως ίσως θα ήταν τα λευκά ενός απώτερου  αντιπερισπασμού.   Όπως και να’ναι μέσα στη Ραχήλ ορθώνεται η δυναμική νοσοκόμα του σαράντα και η γυναίκα που επιβιώνει μετά. Όταν θα συγκρουστεί με τις παραδοσιακές αρχές, θα διασώσει όσες μπορεί, όσες συνάδουν στο συνειδητοποιημένο  άνθρωπο που αρχίζει να γίνεται.
Αλλά ας δούμε από πιο κοντά την Ραχήλ. Είναι ένα πλάσμα καμωμένο από αγάπη και η αγάπη δεν είναι ένστικτο, είναι επιλογή. Η Ραχήλ είναι  η απάντηση στην αδικία, την αναλγησία ,  το μίσος που δηλώνει η αγριότητα κάθε πολέμου, πολύ  περισσότερο αυτού του 40-45 που θα είναι πάντα ντροπή για την ανθρωπότητα. Το αμάρτημα εκείνου του πολέμου ακόμα ολότελα δεν το εξομολογήθηκε ο πολιτισμός μας. Εκείνο το αμάρτημα ξεπέρασε τους πολεμιστές , ακόμα και το μέγα παράλογο του πολέμου κι έγινε υπαρξιακό, θεολογικό και οντολογικό .
Όμως  το Υστερόγραφο ζωής είναι ευλύγιστο, κινείται σε πολλά επίπεδα, εναλλάσσει εύστοχα τους τόνους. Δεν είναι λοιπόν μόνο καταγγελία. Είναι μια δραματουργία που περισσότερο βλέπεται παρά διαβάζεται. Βλέπεται σαν τοιχογραφία μιας μακρινής  και ταραγμένης εποχής . Όμως το μακρινό μας πλησιάζει, φτάνει στις μέρες μας  με την αναλογία των καιρών στα πάθη των ανθρώπων. Πάντα η ζωή θα μας ανοίγει δρόμους, πάντα την επιλογή θα την κάνουμε μόνοι μας. Ακόμη και το αντάρτικο των Εβραίων, περιορισμένο είναι αλήθεια, πάντως ήταν μια επιλογή . Ωστόσο και πέρα από τις συνθήκες του πολέμου κόμποι  θα υπάρχουν πάντα, κόμποι που εμποδίζουν την κυκλοφορία της ζωής. Και πάντα δε θα είναι εύκολη η παράκαμψη.
Μέσα λοιπόν από την αναλογία των καιρών φτάνουμε στο Γιάννη, τον έτερο ήρωα του Υστερόγραφου, ένα σύγχρονο νέο μεγαλωμένο χωρίς  μητέρα. Μοιάζει να μην έχει ρίζες, να μην αισθάνεται πως ανήκει κάπου, λέει η συγγραφέας,  ούτε Έλληνας, ούτε Εβραίος. Καλά καλά ούτε Αμερικανός. Το λέει αυτό γιατί μεγάλωσε στην Αμερική, με τη μια ρίζα ελληνική και την άλλη από την πλευρά της μητέρας του εβραική . Αυτή η Εβραία μάνα, η Ραχήλ,  είναι που τον εγκατέλειψε. Έτσι τουλάχιστον ξέρει ο Γιάννης ή Γιοχανάν μου (που τον λέει τόσο τρυφερά η Ραχήλ)  και δε συγχωρεί. Μεγάλο όμως το βάρος στην ψυχή του παιδιού που  δε μπορεί να συγχωρήσει τη μητέρα.  Σε αυτόν τον  πανίσχυρο και αχειροποίητο δεσμό μεταξύ μάνας και παιδιού είναι λες κι επιτίθεται κανείς στον εαυτό του. Ο σύνδεσμος είναι σχεδόν ιερός. Με αυτό το βάρος μεγαλώνει ο Γιάννης και με αυτό συναναστρέφεται τον Εβραίο Ντέιβιντ, συμφοιτητή του  στο πανεπιστήμιο. Τα δυο αγόρια θα γίνουν φίλοι και  ο Γιάννης θα του αποκαλύψει την εβραική του ρίζα, παρόλο που γενικά αποφεύγει  ο,τιδήποτε έχει σχέση με το τραύμα που λέγεται μητέρα. Δε θα το κάνει από εμπιστοσύνη . Νομίζω πως στην αρχή φιλίας που χτίζει μια γέφυρα, ο Γιάννης ανεπίγνωστα απλώνει και χέρι συμφιλίωσης στους δαίμονές του. Βρίσκεται στην παντοδύναμη φοιτητική ηλικία που όλα τα μπορεί. Και ορμάει. Και εκτίθεται.
Ο άλλος πόλος της ζωής του είναι ο έρωτας. Μια Ρόζα πανσιονάρια με ριζοσπαστικές ιδέες, το  ακαταμάχητο μαχητικό κορίτσι, πεδίο δράσης συναρπαστικής για κάθε αρσενικό που εμπιστεύεται τον ανδρισμό  του. Αλλά μια σαϊτιά, μια ζήλεια από αυτές του δυνάστη έρωτα θα τον φέρει αντιμέτωπο και πάλι με το παλιό τραύμα. Τώρα πιο βαθιά, πιο σκοτεινά. Μέσα από την τρυφερή έννοια ενός παιδιού, του δικού του παιδιού, που δε θέλει και δε μπορεί να θέλει αφού όλη αυτή η ευαισθησία πονάει τον ίδιο στο κομβικό σημείο του παιδιού που έχει μέσα του ανικανοποίητο και ανεκπλήρωτο  ακόμη.
Οι δαίμονες που τον στοιχειώνουν θα επιβάλλουν ατεκνία και στο γάμο του πάλι υπόγεια, πίσω από τη συναίνεση και τη φτωχή επικοινωνία με τη γυναίκα του, την Μαρίνα.
Έτσι η αφήγηση στο χειρόγραφο της Ραχήλ, θα έρθει σαν το κλειδί της γνώσης να ελευθερώσει και τους δυο. Υπάρχει εκεί κάτι που καίει, το αγκάθι κάποιου μυστικού , του ίσκιου που λέγαμε στην αρχή και που σοφά μας αποκαλύπτεται στο τέλος. Και θα είναι αυτή η τελευταία προσφορά της μάνας στο παιδί της, το υστερόγραφό που έγραψε με τα ιδεογράμματα της δικιάς της ζωής.
Λένε πως επειδή ό,τι ήταν να ειπωθεί ειπώθηκε, πως δεν υπάρχει πλέον κάτι που να αξίζει να λεχθεί, αυτό που έχει σημασία και κάνει τη διαφορά δυο γενιές μετά,  είναι όχι το τι λέγεται αλλά το πώς λέγεται. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η τέχνη της συγγραφέως.
            Σε αυτή λοιπόν την αφήγηση προβάλλει παραστατικά μια πραγματικότητα  σε ρεαλιστική απεικόνιση . Αναφέρομαι στα πραγματικά συναισθήματα που βιώνουν χαρακτήρες που θα μπορούσαν να είναι αληθινοί. Ίσως και να είναι χωρίς  να το ξέρουμε.
Στον καμβά  της αφήγησης προβάλλει ακόμα  πολύκλαδο και θαλερό το γενεαλογικό δέντρο της εβραικής οικογένειας . Όχι σαν ενημέρωση ή δικαιολογία για κάτι αλλά σα μελέτη με σχήματα, σχήματα ανάλογα εκείνων του Βίβλου, (Αβραάμ εγέννησε Ισαάκ, Ισαάκ εγένησε Ιακώβ) σχήματα στη σεβαστή μνήμη των προγόνων. Μέσα από αυτά παρακολουθούμε την παράσταση της  ζωής  τους, σάμπως αυτοί οι δορυφορικοί χαρακτήρες  να ήταν αληθινοί. Με τις αδυναμίες και τις μικρότητές τους ο καθένας, τις εμμονές του χαρακτήρα τους. Δεν αναφέρομαι σε σχετικά πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες, όπως για παράδειγμα στη γυναίκα του αδερφού της Ραχήλ, ένα χαρακτήρα  που στο κάτω κάτω έχει να παίξει ρόλο στην υπόθεση, αλλά αίφνης στο βουβό πρόσωπο Σαρρίνα, την πεθαμένη μητέρα του αδερφού της Ραχήλ. Ακόμα κι αυτή μοιάζει σαν κάποτε  να υπήρξε περικυκλωμένη από τους αφρούς της δαντέλας της. Ή τον Τάση  εκείνη την πρωτοχρονιά  του 41 όπου οσμιζόμαστε την παράξενη κατάσταση, κάτι ανάμεσα σε μέταλλο και πληγή, φιλί κι απελπισία, σφαγή και τρυφερότητα.
Συνεχίζω με την οικογένεια από το Μιντιλόγλι  και  τις απλωτές της δικιάς της ζωής. Τον Χάρη, έναν έρωτα στα δεκατέσσερα, και τις τρεις μικρές φιλενάδες .
Και κάπως έτσι το βοτσαλάκι της Τσαμαδού βουτάει στη λίμνη και γράφει κύκλους , κύκλους ζωής που τους απλώνει όλο και πιο μακριά. Κι ο κύκλος ανοίγει, ανοίγει κι απλώνει. Στις παρυφές της  περιφέρειας θα βρούμε την κυρία Φωτούλα και τον κύριο Τιμολέοντα, Θερναντιέρ εγχωρίων Αθλίων, καθώς και τη μικρή Αναστασία με την κοκάλινη κούκλα της και το πλεχτό φουστανάκι. Θα βρούμε δικές μας αναμνήσεις κι αγωνίες. Θα βρούμε τον Μίμη, το σύζυγο της Ραχήλ, το σύζυγο ενός γάμου που δεν έβγαλε ρίζες , όπως λέει η ίδια η συγγραφεύς. Είναι ο γάμος  μιας πλαστής επιλογής , επιλογής ωστόσο πάντα,  μια ένωση με απόντα τον έρωτα. Κι η περιφέρεια θα ανοίξει, θα ταξιδέψει πιο μακριά, ως τα Κιμπούτς του Ισραήλ, εκεί που θα συναντήσουμε τον Μίμη ή Νισήμ ύστερα από την τελική δική του επιλογή. Κι από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, τη σύγχρονη γη της επαγγελίας  ανοίγει ένας άλλος δρόμος , δρόμος που έχει Κράτος και Εξουσία η Αγάπη.
Ποτέ δεν είναι αργά για αγάπη, μοιάζει να μας λέει η συγγραφέας . Ίσως όμως για κάποιους να είναι αργά στην ψυχή.
Όλες αυτές οι ανθρώπινες ιστορίες συγκροτούν ασφαλώς μια  ηθογραφία εποχής, ηθογραφία με έκδηλο σεβασμό στην παράδοση και τα στοιχεία ανατροφής εκείνων των καιρών, τότε που έννοιες είτε θρησκευτικές όπως η διαθήκη, η αμαρτία, είτε απλά υποσχετικές όπως  το δώρο ή το αντίδωρο άξιζαν για την ουσία τους και τη βάσανο της ανατροπής τους. Πράγματι η Ραχήλ θα αξιωθεί το δώρο, και ευγνωμονούσα  θα προσφέρει  το αντίδωρο.  Θα πάρει, θα της πάρουν, ποια αγάπη κάνει στο τέλος ταμείο, να πει αν άξιζε, ποιος ποτέ βρήκε μπαλάντζο στην πλάστιγγα των αξιών , ποιος είναι υπεράνω στα διλήμματα και τις υπαρξιακές συγκρούσεις; Δε μου επιτρέπεται να αποκαλύψω τις ανατροπές στο βάθος της διήγησης , μπορώ όμως να πω ότι δεν είναι ανατροπές  για τις ανατροπές,  αλλά ευγένεια που φοριέται και το μέσα έξω, ανάποδα, όπως ακριβώς μια θυσία. Γιατί η Ραχήλ θα αξιωθεί . Και η αγάπη θα πέσει στα πόδια της και η ευτυχία.
Πόσο ταιριάζει εδώ ο στίχος του Ελύτη: Προδόθηκα κι απόμεινα στον κάμπο μόνος, πάρθηκα και πατήθηκα σαν κάστρο μόνος/ το μήνυμα που σήκωνα τα’ άντεξα μόνος.
Έτσι μέσα απ’ αυτές τις ανθρώπινες  ιστορίες αναδύονται υπαρξιακοί προβληματισμοί  του είδους αίφνης, των συμπτώσεων εξαιτίας των οποίων  υπάρχουμε. Επειδή δυο διαφορετικοί χρόνοι μπορεί να γίνουν ταυτόχρονοι. Σαν το χειρόγραφο της Ραχήλ και τους αναγνώστες του.
Πρωταγωνιστής στο Υστερόγραφο ζωής είναι όλοι και κανείς. Είναι η ίδια η ζωή εκείνων των καιρών, η περιπέτειά της, που συνεχίζει να κυλά ασταμάτητα. Αιτία κι αφορμή για τη συγγραφέα να θέσει πολύ διακριτικά μια συλλογιστική  στην ιστορία της, λεπτούς προβληματισμούς που κρέμονται σα λέξεις μισοτελειωμένες στην αφήγηση, όπως:
«κάθε άνθρωπος έχει πράγματι πολλές όψεις . Αυτή που βλέπει ο ένας δεν είναι απαραίτητα ίδια μ’ αυτή που βλέπει ο άλλος».
 Ή «φαίνεται πως έτσι είμαστε φτιαγμένοι οι άνθρωποι. Να πληγώνουμε όσους μας αγαπούν και να πληγωνόμαστε από αυτούς που αγαπούμε». 321. Κι αλλού. « σκέφτομαι κάποιες φορές  πως υπάρχουν άνθρωποι που στη ζωή τους  δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να φεύγουν. Όλοι όσοι το κάνουμε, ανεξάρτητα από τους λόγους που προβάλλουμε, στο βάθος φεύγουμε γιατί δε μπορούμε να συναντήσουμε το μεγάλο αντίπαλο, τον ίδιο μας στον εαυτό.»
«Όταν βλέπεις τόσο θάνατο γύρω σου, θέλεις να βεβαιωθείς πως είσαι ζωντανός. Και ποια μεγαλύτερη απόδειξη της ζωής από τη σεξουαλική πράξη; Ζωή ίσον έρωτας. Απουσία έρωτα ίσον θάνατος»
 Και 235.»Περίεργη που είναι η ζωή! Πόσες φορές τυχαίνει να συναντήσουμε κάποιον και ενώ νομίζουμε πως η γνωριμία μας αυτή είναι κάτι ασήμαντο που δε θα έχει συνέχεια ή επίδραση στη ζωή μας, ανακαλύπτουμε στο μέλλον πως κάτι, κάποιο στοιχείο της ζωής του ανθρώπου αυτού έχει τελικά μια τέτοια επιρροή στη ζωή μας, που αν δεν υπήρχε ίσως η εξέλιξη των πραγμάτων να ήταν διαφορετική.
 232. ο πόλεμος κι όχι ένας άλλος έρωτας με θεράπευε. Σε μεγάλες στιγμές όταν οι άνθρωποι καλούνται να υπερβούν τους εαυτούς τους ξεχνιούνται οι μικρές ή οι μεγάλες έγνοιες που άλλοτε τους βασάνιζαν.
Και μια εικόνα άνοιξης και περισυλλογής 264 <»Η άνοιξη εκείνη του 41 έχει χαραχτεί στη μνήμη μου σαν η πιο αντιφατική εποχή εκείνου του χρόνου. Η φύση γύρω μας αδιάφορη για τον πόλεμο ξαναγεννιόταν. Η Περσεφόνη πιστή στην υπόσχεσή της ξαναγύριζε στη γη και στη μητέρα της. Κι εκείνη πετώντας τα πέπλα του πένθους θύμιζε στους ανθρώπους ότι τίποτα δεν πεθαίνει στ’ αλήθεια. .
Ωστόσο θεωρώ  ισχυρό ατού της αφήγησης  το εύρημα του παράλληλου χρόνου. Το χειρόγραφο της Ραχήλ αναφέρεται σε ιστορικό χρόνο ενώ η παράλληλη ιστορία  του Γιάννη και της Μαρίνας συμβαίνει τώρα, λίγα χρόνια  πριν. Κι όμως μοιάζει σα να γίνεται η μνήμη της Ραχήλ παρόν κι οι άλλοι να  παίρνουν τη φωνή της . Η εκπλήρωση που εμποδίστηκε τότε θα έρθει τώρα. Η γλώσσα θα λυθεί μόνη της καθώς οι άνθρωποι ζεσταίνονται και πλησιάζουν ο ένας τον άλλο.   Τα κρυμμένα θα βγουν για να τα μοιραστούν και να τους ελευθερώσουν.
Να διαβάσετε αυτό το βιβλίο που έτσι κι αλλιώς διαβάζεται απνευστί. Είναι ανθρώπινο, αισθαντικό και έχει τον τρόπο του να αληθεύει.

Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

ΦΡΑΝΤΖΕΣΚΑ ΚΟΛΥΒΑ ΚΟΥΦΕΤΑ ΜΕ ΠΙΚΡΑΜΥΓΔΑΛΟ Εκδόσεις Περίπλους



Αυτό είναι το δεύτερο βιβλίο της Φραντζέσκας Κολυβά που διαβάζω. Είχε προηγηθεί ο "Κηδεμόνας" από τις εκδόσεις Καστανιώτη, ένα ωραίο βιβλίο που είχα απολαύσει και πιστέψει πως η συγγραφέας θα είχε να μας δώσει πολλά. Και δεν έπεσα έξω το καινούργιο της βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Περίπλους" με τον τίτλο « Κουφέτα με  Πικραμύγδαλο» επαλήθευσε και ξεπέρασε τις προσδοκίες μου.
Χθές βράδυ.  με πρωτοβουλία της Γραμματείας Πολιτισμού της  ΟΤΟΕ στα πλαίσια των εκδηλώσεων, "Ενα απόγευμα, ένα βιβλίο και ο συγγραφέας του" είχα την τιμή να το παρουσιάσω μαζί με τον εκδότη κ. Βίτσο, τον εκλεκτό ηθοποιό κ. Η.Λογοθέτη και την επίσης εκλεκτή  ηθοποιό κ.΄Αννα Κουρή, στον Πολυχώρο "Polis Art Cafe" της Στοάς του Βιβλίου. Θέλοντας όμως να μοιραστώ και μαζί σας τις σκέψεις μου πάνω στο βιβλίο κάνω αυτή την ανάρτηση. 
Θα σταθώ πρώτα στον ευρηματικό  τίτλο. Με δύο λέξεις η συγγραφέας  δίνει το στίγμα του έργου. Χαρά και Πίκρα μαζί, στο ίδιο περίβλημα.  Αλλά και ο  Έρωτας, ο Θάνατος, το Ψέμα είναι οι άξονες πάνω στους οποίους κινείται το βιβλίο. ΄Ερωτες και πάθη που βιώνουν οι ήρωες του βιβλίου, κάποιες φορές ετεροχρονισμένα, κάποτε για πρόσωπα που δεν πρέπει και τις πιο πολλές φορές χωρίς αμοιβαιότητα. 

Με χρώματα ανεξίτηλα, τρυφερά και δυνατά συνάμα, σαν το ζωγράφο απλώνει πινελιά, πινελιά, λέξη, λέξη  την ιστορία της η Φραντζέσκα Κολυβά και μας τη διηγείται  με ένα ιδιαίτερο ύφος όπου ο χρόνος, παρελθόν και παρόν συνταιριάζονται  ποιητικά για να μας μεταφέρει  άλλοτε σε ένα τοπίο νοσταλγικό και άπιαστο, εκείνο της προσεισμικής Ζακύνθου, της Ζακύνθου του των ερώτων,  των ποιητών και των αυτοσχέδιων ηθοποιών των «Ομιλιών», των  αρχόντων και των ποπολάρων, της αλωνιών με την απλωμένη σταφίδα  των στρατονιών και των καντουνιών   των αρχοντικών και της τσίμας του Πόρτου, αλλά και της Στράτα Μαρίνας και του Μώλου. Της Ζακύνθου που νοσταλγούσε ο Κάλβος:
«Ωραία και μόνη η Ζάκυνθος,με κυρίευει» και ευχόταν «Ας μη μου δώσει η μοίρα μου Εις ξένην γήν τον τάφον»
Και άλλοτε να μας οδηγεί στον αντίποδα της νοσταλγίας,  τη  τσιμεντένια  πεζή Αθήνα της δεκαετίας του εβδομήντα, της Κυψέλης των πολυκατοικιών και της αντιπαροχής, για να μας γυρίσει στο τέλος στη σημερινή Ζάκυνθο, των  ξενοδοχείων, των «ενοικιαζομένων» και των τουριστών. Μια άλλη Ζάκυνθο, μια σκιά αυτού που υπήρξε, που όμως, αν αφήσεις τα μάτια της καρδιάς ανοιχτά θα  αφουγκραστείς, κάπως  σαν μουσική υπόκρουση στο βάθος, τη γοητεία του άλλοτε  και ακόμη, αν είσαι τυχερός, θα νιώσεις  πανταχού παρούσα τη σκιά του ποιητή και ίσως  τον δεις ακόμη  και  τον ακούσεις να απαγγέλλει το Λάμπρο:
«Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα»  
Τον ποιητή ως φαίνεται άκουσε και η  Φραντζέσκα, μια και ο απόηχος του « Λάμπρου» και της «Φαρμακωμένης» του Σολωμού αλλά και του  «Ματωμένου Γάμου» του Λόρκα, διακρίνονται αχνά στο βάθος του μύθου, η ίδια η συγγραφέας άλλωστε το ομολογεί. Μη ψάξετε όμως να βρείτε ομοιότητες και αντιστοιχίες με τα έργα αυτά. Κάτι αδιόρατο, κάτι σαν φευγαλέα ανάμνηση, σα μουσική που κάποτε ακούσαμε και αγαπήσαμε αλλά ξεχάσαμε  διατρέχει το μύθο, αχνές πινελιές στο βάθος της εικόνας.   

Δύο λόγια για την υπόθεση,
Δύο αδελφές, δύο πλάσματα ανόμοια, η Κατίνα και η Δέσποινα. Η Κατίνα, η μεγάλη, το δεξί χέρι του πατέρα της,  το καμάρι της οικογένειας, αλλά και όλης της μικρής κοινωνίας του νησιού.Η άλλη η  Δέσποινα. η  μικρότερη, άτακτη και ανεξάρτητη,άτομο παθιασμένο και παρορμητικό,  αφήνει τα αισθήματά της να καθορίζουν συνειδητά ή ασυνείδητα τις πράξεις της. Θέλοντας  να ξεφύγει από τη σκιά της μεγάλης αδερφής θα  κάνει μια πράξη που θα την σημαδεύει και κατατρέχει τη ζωή της.
Η μοίρα της  Κατίνας όμως είναι προδιαγεγραμμένη, είναι εκείνη των ωραίων πλασμάτων που δεν τους είναι  γραφτό να μείνουν για πολύ στον κόσμο τούτο. Η Κατίνα, φεύγει από τη ζωή πρόωρα, βυθίζοντας στο πένθος την οικογένειά της. Πεθαίνει, δε φεύγει  όμως και από τη ζωή των άλλων. Τη στοιχειώνει. Εξακολουθεί να είναι συνεχώς παρούσα, πότε σαν ίσκιος  πότε σα μέτρο σύγκρισης, πάντα όμως  σα πόνος
Ο θάνατος της Κατίνας και ο σεισμός του 53 ανατρέπουν τα πάντα στη ζωή της Δέσποινας.
«Το χάσμα δεν το άνοιξε ο σεισμός και ούτε γιόμισε άνθη» λέει η συγγραφέας.
Μετανάστριες στην Αθήνα, αυτή και η μητέρα της, ο πατέρας έχει και αυτός φύγει από τη ζωή,  αγωνίζονται να ζήσουν σε ένα περιβάλλον ξένο,  μουντό.  Η Δέσποινα  ωριμάζει  πρόωρα, παίρνει τη ζωή στα χέρια. Ξαναβρίσκει στην Αθήνα τον παιδικό της έρωτα  το συμπατριώτη της Φραγκίσκο,  αριστοκράτη, άλλοτε βουλευτή και τώρα  μεγαλοδικηγόρο, και ζει μαζί του στιγμές έρωτα και πάθους. Ο Φραγκίσκος όμως είναι «Φλέβα θαλασσινή, χωρίς αρμύρα» όπως τον είχε κάποτε χαρακτηρίσει ο πατέρας της δε θέλει δεσμεύσεις και η Δέσποινα όταν το συνειδητοποιεί αποφασίζει να αφήσει τον έρωτα για να κάνει ένα γάμο συμβατικό που την εγκλωβίζει σε μια ζωή μουντή χωρίς όνειρα. Ποιος όμως ορίζει τη μοίρα του;  Μια σειρά από απρόσμενα γεγονότα με πρώτο την έφοδο στη ζωή της ενός τρίτου προσώπου, του παθιασμένου με τη ζωή νέου Ντανιέλε,  ανατρέπουν τα πάντα και κάποτε έρχεται η στιγμή, μετά από μια προσωπική δυστυχία, να  γίνει το όνειρο πραγματικότητα   Ο Φραγκίσκος γίνεται  άντρας της Δέσποινας. Στο γάμο όμως αυτό είναι πάντα τρεις. Η Δέσποινα ο Φραγκίσκος και η νεκρή Κατίνα. Ο  κύκλος όμως δεν κλείνει.  Στο γαϊτανάκι της ζωής πλέκονται και ξεμπλέκονται σε ένα αέναο χορό έρωτα, πάθους, ζήλειας, θανάτου,  γύρω από τη νεκρή Κατίνα, εκτός από τη Δέσποινα  ο Φραγκίσκος, ο Ντανιέλε και η Κατερίνα, μια γυναίκα ευάλωτη, μια  θολή αντανάκλαση μιας άλλης ζωής. Πίσω όλοι ξανά στη νέα Ζάκυνθο θα βιώσουν ανατροπές και αποκαλύψεις. Η Κατερίνα, γίνεται άθελά της ο καταλύτης που θα πυροδοτήσει ξεχασμένες επιθυμίες, και  σαν το «μικρό μαχαιράκι» του Λόρκα θα κόψει τις κορδέλες  από το γαϊτανάκι αφήνοντας τους χορευτές  μετέωρους.   
 
Δε θέλω να σας πω περισσότερα για την πλοκή του μυθιστορήματος, να ανοίξω την όρεξή σας θέλω μόνο. Να κεντρίσω τη φαντασία σας. ΄Ο,τι και να πω όμως δε θα μπορέσω να σας χαρίσω την απόλαυση που θα σας δώσει η ανάγνωση του βιβλίου. Ενός βιβλίου μεστού και ώριμου. ενός καλοστημένου και ολοκληρωμένου μυθιστορήματος από αυτά που δεν ξεχνάς μόλις κλείσεις την τελευταία σελίδα.  Με χαρακτήρες βαθειά ανθρώπινους, ζωντανούς και όχι χάρτινους που μιλάνε, σκέφτονται, αντιδρούν σαν άνθρωποι με σάρκα και οστά. Σχεδόν τους αγγίζεις, τους γνωρίζεις, τους έχεις συναντήσει, κάποια στιγμή. Ακόμη και τα δευτερεύοντα πρόσωπα και εκείνα που κάνουν ένα φευγαλέο πέρασμα  διαγράφονται ξεκάθαρα .Ο ήσυχος, χαμηλών τόνων Αντρέας, η ζωηρή και χυμώδης κυρία Σούζη, ο επιρρεπής στα παραστρατήματα, κατά τα’ άλλα  σοβαρός οικογενειάρχης κ. συνταγματάρχης, ο  μερκουρικός γοητευτικός  ερωτύλος  Ντανιέλε.. Και φυσικά οι τρείς πρωταγωνιστές, η Δέσποινα, γήινη, ουσιαστική, παρορμητική, την τρομάζει η αλήθεια και την κρύβει  ακόμη και από τον ίδιο τον εαυτό της καλυπτόμενη πίσω από προσχήματα και συμβιβασμούς. Ο Φραγκίσκος ένας χαρακτήρας πολύπλευρος και αντιφατικός. Παιδί καταπιεσμένο από ένα αυταρχικό πατέρα, στερημένο από την αγάπη της μητέρας, δε θέλει δεσμεύσεις και περιορισμούς. Προς τα έξω δίνει την εικόνα του  επιτυχημένου επαγγελματικά, του άρχοντα, του ευγενικά αποστασιοποιημένου από τους άλλους και, ως ένα σημείο, εγωκεντρικού. Στο βάθος όμως δεν είναι παρά ένας ρομαντικός που αναζητά το χαμένο καιρό μέσα από εικόνες και ανθρώπους. Και τέλος η Κατερίνα, η  γυναίκα που ο  έρωτας έρχεται κάπως αργά στη ζωή της για να τη μεταμορφώσει, αλλά και άλλο τόσο για να την πληγώσει γιατί είναι ένας έρωτας ενάντια σε  κάθε λογική και σύμβαση. Η Κατερίνα είναι ευάλωτη και θύμα. Ως πιο βαθμό όμως; Που ορίζονται τα όρια του θύματος και του θύτη, έστω και ακούσιου; Δε σας πω. Θα το βρείτε μόνοι σας.

Άφησα επίτηδες τελευταίο το στοιχείο της γλώσσας. Ζωντανή, ρέουσα,  δυνατή, απαλλαγμένη από  περιττά στολίδια. Χαιρόμαστε να τη διαβάζουμε. Η γραφή της Φραντζέσκας Κολυβά άλλοτε  Ζέφυρος, απαλός γεμάτος  αρώματα των κήπων της Ζακύνθου,  άλλοτε καυτός Λίβας και βίαιος Γαρμπής   σηκώνει  κύματα θεόραταΗ  συγγραφέας με μαεστρία και  άνεση ξέρει να περνάει από την τραγωδία και το δράμα, στην κωμωδία, από το δάκρυ στο γέλιο. Κουφέτα με πικραμύγδαλο, γλυκά και πικρά μαζί, χαρά και γέλιο, δάκρυ και κλάμα.

Και  κάτι που ιδιαίτερα εκτίμησα ήταν η  χρήση της Ζακυθινής  ντοπιολαλιάς, μου ενίσχυσε την αίσθηση της αυθεντικότητας και της συνέχειας της παράδοσης του Διονυσίου Ρώμα για να αναφέρω τον πιο πρόσφατο από τους σπουδαίους επτανήσιους λογοτέχνες.