Δευτέρα 22 Ιουνίου 2015

Η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ

Την Παρασκευή που μας πέρασε είχα τη χαρά να είμαι η πρώτη που παρουσίασε το πρώτο βιβλίο μιας προικισμένης νέας συγγραφέως , της Μιχαέλας Αντωνίου, κόρης της φίλης μου προικισμένης ηθοποιού Ειρήνης Χατζηκωσταντή και του επίσης ηθοποιού Αντώνη Αντωνίου. Οι δύο γονείς περήφανοι για την κόρη τους διάβασαν χαρακτηριστικά αποσπάσματα του βιβλίου ζωντανεύοντας τους ήρωες παραστατικά. Η παρουσίαση έγινε στο γνωστό φιλικό περιβάλλον του κινηματογράφου και πολιτιστικού Συλλόγου "Ορφέας" στη Σαρωνίδα. Να τι είπα

" Όταν η Μιχαέλα Αντωνίου μου  έδωσε για πρώτη φορά, πέρυσι αν θυμάμαι καλά,  το χειρόγραφο του βιβλίου της να το διαβάσω και να της πω τη γνώμη μου δεν ήμουν προετοιμασμένη για αυτό που με περίμενε. Και εξηγούμαι, μου έχει τύχει αρκετές φορές να διαβάσω χειρόγραφα νέων συνήθως που φιλοδοξούν να δουν τα πονήματά τους να εκδίδονται και ζητούν τη γνώμη μου πάνω σε αυτά. Δέχομαι με χαρά ελπίζοντας κάθε φορά  να πέσω πάνω σε ένα καινούργιο ταλέντο. Δυστυχώς τις περισσότερες φορές απογοητεύομαι. Τα πρωτόλεια που μου παραδίνονται είτε είναι  κείμενα αυτοβιογραφικά, όλοι έχουμε κάποιες ιστορίες που  θεωρούμε σπουδαίες και που πιστεύουμε πως θα ενδιαφέρουν και άλλους και καταπιανόμαστε να τις βάλουμε στο χαρτί  παραγνωρίζοντας πως δεν είναι τόσο η ιστορία όσο ο τρόπος που δίνεται που μπορεί να κάνει ενδιαφέρον ένα βιβλίο,  είτε είναι μακροσκελή αφηγήματα  με μπόλικο  συναισθηματικό  αλλά και αρκετές φορές σεξουαλικό προσανατολισμό. Τώρα τελευταία μετά τις “50 αποχρώσεις του γκρι η προτίμηση προς τις λεπτομερείς σέξυ περιγραφές είναι συχνότερη. Δε χρειάζεται να σας εξηγήσω νομίζω τους λόγους για  τους οποίους αυτού του είδους η γραφή δε με συγκινεί. Εκείνο όμως που έχω παρατηρήσει σχεδόν σε όλα τα πρωτόλεια που έχει τύχει να διαβάσω, είναι είτε η έλλειψη στύλ, είτε μια μορφή γραφής που μιμείται, ανεπιτυχώς τις περισσότερες φορές,  ένα είδος γραφής, που έχει αποδειχτεί επιτυχημένο στις προτιμήσεις του αναγνωστικού κοινού. Χαρακτήρες μονοδιάστατοι, πανέμορφες μοιραίες γυναίκες, άντρες με αποφασιστικά βλέμματα, παθιασμένοι  έρωτες,  τολμηρές σκηνές ερωτικού πάθους  και διάλογοι τηλεοπτικής χροιάς χωρίς ίχνος αληθοφάνειας..
Κάτι ανάλογο περίμενα να είναι και το βιβλίο της Μιχαέλας, βλέπετε δεν την  ήξερα παρά μόνον ως κόρη της φίλης μου Ειρήνης Χατζηκωσταντή. ΄Ηξερα ότι είχε κάνει λαμπρές θεατρικές σπουδές  και ότι είχε ήδη μια μικρή αλλά σημαντική παρουσία στο θέατρο, στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο, αλλά  τίποτε  άλλο δεν ήξερα για αυτή. Δεν  γνώριζα  το σπινθηροβόλο πνεύμα της , το πηγαίο χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό της, στοιχεία που θεωρώ ότι είναι το αλάτι που νοστιμίζει την προσωπικότητα και κάνει κάποιον να ξεχωρίζει. ΄Ετσι λοιπόν παίρνοντας το χειρόγραφο στα χέρια μου και διαβάζοντας τις δύο πρώτες σειρές “ ΄Ηταν δεκα το πρωί, η μερα της κηδείας μου. ΄Ημουν επισήμως νεκρή εδώ και μια μέρα..” ξαφνιάστηκα ευχάριστα. Κατάλαβα ότι στα χέρια μου κρατούσα κάτι διαφορετικό απ΄ ότι μέχρι τότε είχα διαβάσει. Μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση και η αφηγήτρια νεκρή.. Μακάβριο; Κάθε άλλο, συνέχισα να διαβάζω “ Όταν ξεκίνησε αυτή η ιστορία δεν είχα φανταστεί ότι θα γινόμουν μάρτυρας της ίδιας της ταφής μου. Και κοιτάξετε τώρα που καταντήσαμε:σε κηδείες, πετραχήλια και παπάδες  Να το το πρώτο ψήγμα του αυτοσαρκασμού σκέφτηκα και συνέχισα το διάβασμα “φοβάμαι σας μπέρδεψα και αυτό δεν είναι καθόλου στις προθέσεις μου…Η ιστορία μου ξεκίνησε πριν δύο εβδομάδες και πέντε μέρες στο σπίτι της μητέρας μου στην ορεινή Κορινθία σε ένα χωριό που το λένε Τρίσβαθα. Πως λέμε τρίσβαθα της ψυχής μου; Αυτό”
Δε χρειαζόμουν περισσότερα για να  καταλάβω πως  δεν υπήρχε περίπτωση να πλήξω με αυτό το βιβλίο και έπεσα με τα μούτρα στην ανάγνωσή του. Διάβασα απνευστί όλες τις πυκνογραμμένες σελίδες του χειρόγραφου. Η ανάγνωση με δικαίωσε, το μυθιστόρημα της Μιχαέλας ήταν ένα μικρό  αριστούργημα, ένα κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα με γρήγορη πλοκή, ανατροπές και απρόσμενη λύση. Είπα τη γνώμη μου στη Μιχαέλα ης ευχήθηκα καλή τύχη και περίμενα να δω το χειρόγραφο να πάρει και έντυπη μορφή.
Η ευχή μου έπιασε και πριν λίγες μέρες   είχα στα χέρια μου  ένα κομψό βιβλίο, με καλαίσθητο εξώφυλλο και τον τίτλο “ Η Μαργαρίτα και τα ηλιοτρόπια”   Διάβασα και πάλι το βιβλίο, και πάλι απνευστί και με την ίδια ανυπομονησία να φτάσω στο τέλος  και να αποκαλυφθεί ο δολοφόνος. Ένιωσα και πάλι την ίδια έκπληξη, σα να το διάβαζα για πρώτη φορά. Πραγματικό συγγραφικό κατόρθωμα. Να ξέρει ο αναγνώστης την πλοκή και πάλι να εκπλήσσεται με την απρόσμενη τροπή. Η αλήθεια είναι ότι η Μιχαέλα Αντωνίου, όπως κάθε συγγραφέας που σέβεται τον εαυτό του και τους εν δυνάμει αναγνώστες του, είχε κάνει κάποιες αλλαγές στο αρχικό κείμενο. Αλλαγές και ανατροπές που το έκαναν ακόμη πιο γοητευτικό. Μικρά δολώματα που κέντριζαν τη φαντασία και δεν με άφηναν να ησυχάσω αν δε διάβαζα και λίγο ακόμη, λίγο παρακάτω να δω τι έγινε, θα υπάρξουν και άλλα θύματα; Ως γνωστόν ένα μυθιστόρημα που θέλει να είναι αστυνομικό δεν αρκείται σε ένα φόνο, ένα θύμα, αλλά υπάρχουν τουλάχιστον δύο και κατά προτίμηση τρία θύματα. Θύματα που πριν την ατυχή κατάληξή τους είχαν φιγουράρει και ως  ύποπτοι δολοφόνοι.. Αυτό κάνουν όλοι οι καλοί συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων με πρώτη την μεγάλη ΄Αγκαθα Κρίστι. Αυτό κάνει και η Μιχαέλα Αντωνίου. Με μαεστρία, σαν το σκοτεινό δολοφόνο,   ντύνει τις δολοφονίες με μια ευλογοφανή αιτία θανάτου. ΄Ολοι πεθαίνουν ήσυχα, εκτός του πρώτου, που έχει δεχτεί μια σφαίρα..
Η ιστορία αρχίζει με την αφήγηση της κηδείας της ηρωίδας, αλλά και με ένα απρόσμενο θάνατο που έχει προηγηθεί, το θάνατο της Αργυρώς μιας βασανισμένης και προδομένης   γυναίκας με ανάπηρο παιδί και αμαρτωλό παρελθόν. ΄Ενας θάνατος κάπως σαν πρελούδιο σαν εισαγωγή στους μυστηριώδεις άλλους που θα ακολουθήσουν. 
Για τη νεκρή αφηγήτρια και ηρωίδα την Μαργαρίτα, ή Μαργαρώ,, ή Ρωρώ η ιστορία που είχε την τραγική κατάληξη για την ίδια άρχισε πριν μερικούς μήνες στο  Λονδίνο..
Όπως ήδη θα καταλάβατε η ηρωίδα, η προικισμένη αντιγραφέας έργων τέχνης και ιδιαίτερα του ΒανΓκόγκ  δεν είναι και τόσο αθώα όσο θα θέλαμε για να τη λυπηθούμε.. Είναι άλλωστε και η πρώτη και κύρια ύποπτη για το φόνο, τον πρώτο φόνο, ενός ξανθού γίγαντα, μάλλον Ρώσου, που είχε είχε εμφανιστεί εντελώς απρόοπτα το προηγούμενο βράδυ αναζητώντας την για να της μεταφέρει ένα μήνυμα “ από την αδελφή του” που είναι φίλη της όπως ισχυρίζεται η Ρωρώ. Οι αστυνομικοί, όμως που κάνουν έρευνα στο σπίτι της μητέρας της έχουν άλλη γνώμη , έχουν βρει το πρώτο ενοχοποιητικό εις βάρος της στοιχείο.
Από εκεί και πέρα οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές όπως λένε και τα δελτία ειδήσεων..
Δολοφονίες, απειλητικά μηνύματα, σκοτεινά συναπαντήματα, απαγωγές, μισές αποκαλύψεις.
Όλα με τρόπο αριστοτεχνικό δοσμένα θολώνουν τα ίχνη, μας μπερδεύουν, σκόπιμα εννοείται, δε μας αφήνουν σε ησυχία. Συνεχώς κάνουμε εικασίες και θεωρούμε πότε τον ένα πότε τον άλλο ως τον σατανικό δολοφόνο, για να ανατραπούν στο τέλος όλες οι θεωρίες μας με ένα τρόπο απρόβλεπτο.
Δεν έχω σκοπό να σας αποκαλύψω όλες τις  πτυχές  των σκοτεινών μυστικών που κουβαλούν οι ήρωες και ηρωίδες, ή για να είμαι πιο ακριβής τα πρόσωπα του δράματος. Ενός δράματος που παίζεται εδώ και αρκετά χρόνια, όσο  πάει  πίσω η μνήμη των ανθρώπων, στο χωριό της ηρωίδας, που όπως είδαμε έχει το συμβολικό όνομα “Τρίσβαθα”. Μη ψάξετε να το βρείτε σε κανένα χάρτη, το έκανα ήδη, το γκούγκλαρα. Μηδέν. Δεν υπάρχει, σαν όνομα τουλάχιστον παρά μόνο στη φαντασία της συγγραφέως. Υπάρχει όμως σαν κοινωνία, μια περίκλειστη κοινωνία, ανθρώπων περίεργων, σκοτεινών.
Πρώτη η κεντρική ηρωίδα η Μαργαρίτα ή Ρωρώ ή Μαργαρώ, είναι μια σύνθετη προσωπικότητα, ένα αγοροκόριτσο που εξελίχθηκε σε ανεξάρτητη νέα γυναίκα που οι πράξεις της είναι τολμηρές στα όρια της νομιμότητας,   είναι όμως   εξίσου ευαίσθητη και  τρυφερή  προς  τους αδύναμους. Έχει μεγάλο ταλέντο στη ζωγραφική, αλλά κάποτε απογοητευμένη από την έλλειψη αναγνώρισης είναι έτοιμη να τα παρατήσει.
 Η άμεση οικογένεια της ηρωίδας, η καλή νοικοκυρά Ποθούλα η μητέρα  δεν είναι μόνο μια στεροτυπική  μητρική μορφή, αλλά και μια γυναίκα που την ενδιάφερει το άλλο φύλο και δεν παύει να αναζητεί τον ιδεώδη σύντροφο. Οι δύο αδελφές, κάθε μια από άλλο πάτερα,  η ήσυχη Έλενα και η δυναμική Κλέλια, έχουν και αυτές αθέατες πλευρές του χαρακτήρα τους. Η στριφνή γιαγιά Μάντω, τι όνομα άραγε είναι και αυτή μάντις σαν τη συνονόματή της, αυτή όλα τα ξέρει και όλα τα κρύβει.., Οι γείτονες και συγχωριανοί, η κουτσομπόλα γεροντοκόρη κυρά Παναγιώτα, ο μπακάλης ο κυρ Μιχάλης, ο καφετζής ο Σταύρακας, ο Παράσχης ο χαμηλών τόνων δάσκαλος, ο παλιός έρωτας ο Μπάμπης, η αντίζηλη Στέλλα και η κομμώτρια η σέξυ Αγγελική άλλοτε Κική και φυσικά δε λείπει ο ζαβός του χωριού ο Αργύρης  αλλά και ο εν δυνάμει εραστής ο αρρενωπός και μυστηριώδης Στέφανος. Όλων οι χαρακτήρες  διαγράφονται με ευκρίνεια. Ένας χορός, κάπως σαν τους χορούς στις αρχαίες τραγωδίες, πρόσωπα κρυμμένα πίσω από μάσκες, περσόνες, θυμάται η συγγραφέας τη θεατρική παιδεία της,  ξέρουν καλά να κρύβουν μυστικά, δικά τους και των  άλλων.
Το μυθιστόρημα της Μιχαέλας είναι ένα μικρό αριστούργημα, το ξαναλέω ένα κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα, αλλά και με ψυχογραφικές πινελιές, με γρήγορη πλοκή, ανατροπές και απρόσμενη λύση. Πολυπρόσωπο, με χαρακτήρες δοσμένους με αδρά χαρακτηριστικά αλλά και με τη λεπτή παρατηρητικότητα και χιούμορ. Τοποθετημένο σε χώρο και χρόνο με αληθοφάνεια. Οι ήρωες  είναι πρόσωπα με σάρκα και οστά, όχι χάρτινοι, τους βλέπουμε να περπατούν  στα λιθόστρωτα δρομάκια του χωριού να λαχανιάζουν στις ανηφόρες, ή οδηγούν σαραβαλιασμένα αυτοκίνητα ή μοτοσυκλέτες στις απότομες στροφές του βουνού προκειμένου να κατέβουν στον  Κάμπο. Οι διάλογοι και οι εσωτερικοί μονόλογοι είναι δοσμένοι με αληθοφάνεια, είτε πρόκειται για κουβέντες νέων είτε κατοίκων  του χωριού μιας κάποιας ηλικίας. Κάτι που μου έκανε εντύπωση, μια και έχω γνώσεις από πρώτο χέρι για το πως μιλάνε οι άνθρωποι στα χωριά, είναι πως η Μιχαέλα, γέννημα θρέμμα της πρωτεύουσας και της συμπρωτεύουσας δε λάθεψε στο σημείο αυτό.  Ακόμη και οι αστυνομικοί και αυτοί  μιλάνε  με τρόπο φυσικό.  Δεν είναι μικρό κατόρθωμα αυτό, έχω τύχει να διαβάσω βιβλία με τόσο ψεύτικους διαλόγους που αναρωτιέσαι αν ο συγγραφέας ζει πράγματι στο σήμερα ή σε κάποιο ροζ σύννεφο και βλέπει από μακριά τη γη..
Εκείνο όμως που το κάνει να ξεχωρίζει είναι αυτό φάνηκε από τις πρώτες αράδες του. Το χιούμορ που σα λεπτό κοφτό κέντημα διατρέχει όλο το κείμενο, μια παρατήρηση εδώ μια εκεί, μια φευγαλέα σκέψη της ηρωίδας και καταλαβαίνεις ότι η συγγραφέας δεν είναι τυχαία, εκτός του ότι είναι άτομο με πηγαίο χιούμορ, μάλλον από τη μαμά της το κληρονόμησε, δεν γνωρίζω τον πατέρα της για να κρίνω αλλά είναι ηλίου φαεινότερο ότι έχει διαβάσει πολύ και πολλά. Και αν δεν πέφτω έξω πολλή  αγγλική λογοτεχνία. Και εγγλέζικα αστυνομικά. Η “Μαργαρίτα και ηλιοτρόπια¨ είναι ένα βιβλίο ώριμο, μεστό  με τη στόφα των καλών αστυνομικών μυθιστορημάτων που μπορεί  να σταθεί χωρίς ντροπή δίπλα στα καλύτερα και κλασικά ακόμη του είδους . Εύχομαι να μεταφραστεί και να κυκλοφορήσει με επιτυχία στο εξωτερικό.
Καλοτάξιδο λοιπόν Μιχαέλα και εύχομαι να μας δώσεις πολλά και ωραία βιβλία στο μέλλον.




 Λίγο πριν αρχίσουμε, στο βάθος με το μπλε φόρεμα η Μιχαέλα Αντωνίου

 Με τον ηθοποιό Αντώνη Αντωνίου, πατέρα της συγγραφέως
και στην επόμενη με τη μητέρα της ηθοποιό Ειρήνη Χαυτζηκωσταντή.

Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

ΣΤΟ ΓΕΡΑΚΙ ΛΑΚΩΝΙΑΣ

Λένε πως μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις. Αντί λοιπόν να σας βομβαρδίσω με χίλιες λέξεις  μοιράζομαι μαζί σας κάποιες από τις φωτογραφίες που έβγαλα το Σαββατοκύριακο για να θυμάμαι την υπέροχη εμπειρία της επίσκεψής που  κάναμε  μαζί με τη Νοέλ Μπάξερ στο Γεράκι Λακωνίας τούτο το  Σαββατοκύριακο.
 Δεν ήταν η πρώτη φορά που πήγαινα στο Γεράκι, είχα ξαναβρεθεί εκεί το περασμένο καλοκαίρι, καλεσμένη της Λέσχης Ανάγνωσης της  Βιβλιοθήκης. Είχα γνωριστεί τότε με  τη Μαίρη, την Ευαγγελία, τη Μαργαρίτα, την Κική, την Ευγενία, την Ανθή, την Κωσταντίνα,  τη Ντίνα, το Μιχάλη, τη Μαρία, τον Τάκη, που είναι και υπέροχος ψάλτης, τη Λιλιάνα, την Ελένη, την υπέροχη υφάντρα Χρυσούλα... Όλη την ομάδα της Λέσχης και της Βιβλιοθήκης. Υπέροχοι άνθρωποι με ενδιαφέροντα πολλά και ποικίλα. αλλά προπαντός με αγάπη για τα βιβλία και τους συγγραφείς. Με είχαν φιλοξενήσει τότε με ζεστασιά και αγάπη. Την ίδια αγάπη βρήκαμε και φέτος. Κοντά στις παλιές φίλες και φίλους, γνωρίσαμε  και θαυμάσαμε τη δουλειά που γίνεται στα παιδι χάρη σε ένα πρόγραμμα επιδοτούμενο από το Ίδρυμα Νιάρχου και με τη φροντίδα και επιμέλεια της κ. Γεωργίας Κακούρου και της νέας αρχιτέκτονος Ανθης ( συγνώμη Ανθή δε συγκράτησα το επώνυμό  σου) Με μουσική και παιχνίδι, τα παιδιά έμαθαν για την όπερα "Κάρμεν", τραγούδησαν  και τέλος σχεδίασαν το σκηνικό της πρώτης πράξης. Θαύμασαμε την παρατηρητικότητα και το ταλέντο των παιδιών όταν αποτύπωναν στο χαρτί εικόνες του χωριού του ,την Κάρμεν, τον Δον Χοσέ, τους στρατιώτες και τις εργάτριες. Γνωρίσαμε και μια εκπληκτική κυρία που έχοντας ζήσει μια πλούσια σε εμπειρίες ζωή στην Ελλάδα και την Αμερική, ξαναγύρισε στα πάτρια εδάφη και ζωγραφίζει με κέφι  ακατάπαυστα  αλλά και σμιλεύει σε μάρμαρο και χαλκό εκφράζοντας έτσι τον πλούσιο ψυχικό της κόσμο. Κάναμε και μια βόλτα, παρά το χαλάζι και την ομίχλη που μας βρήκε στο δρόμο,  στο υπέροχο χωριό Κοσμάς της Κυνουρίας χωμένο στα έλατα. Και στο τέλος, όπως γίνεται πάντα, χαρήκαμε σαν παιδιά το ουράνιο τόξο που βγήκε να μας θυμίσει πως μετά την καταιγίδα έρχεται και πάλι η ζωή.   Περάσαμε  δύο μέρες αξέχαστες, γεμάτες ζεστασιά και φιλία.

Για την εμπειρία της και την εξαίρετη παρουσίαση που έκανε η Νοέλ του βιβλίου της "Ακολουθώντας τη Γραμμή της Θάλασσας" θα σας μιλήσει η ίδια. Αυτό που θέλω να πω είναι πως φεύγοντας νιώσαμε  πως αφήναμε πίσω κάτι δικό μας και για να μετριάσουμε τη λύπη που μας έσφιγγε το λαιμό δώσαμε την υπόσχεση να ξανάρθουμε, πολλές φορές..
Πρωί Σαββάτου από το παράθυρό μου.
 Μύρισε άνοιξη..
 Η Ανθή ετοιμάζει τη βάση του σκηνικού της Κάρμεν
 Η Γεωργία Κουράκου επί το έργον
 Το χωριό Κοσμάς με λίγη ομίχλη και βροχή

Κάποια από τα έργα της κ. Αλεξάνδρας
 Νοέλ,Μαργαρίτα, Κική στο βάθος  Μαίρη  τρωγοπίνοντας στον Κοσμά
 Το ουράνιο τόξο
 Μια άποψη της βιβλιοθήκης ενώ περιμένουμε την παρουσίαση της Νοέλ
 Μαίρη και Νοέλ. Αρχίζουμε
 Μετά την παρουσίαση φαγοπότι
 Ομοίως
Το σπίτι της κ. Αλεξάνδρας και κάποια από τα έργα της.

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2015

ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ΖΩΗΣ ΣΤΗΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ CITY FREE PRESS

Μια ωραία έκπληξη μου επιφύλαξε η φίλη Μαρία Πιριπίτση δημοσιεύοντας κριτική για το βιβλίο μου στη στήλη της "Βιβλιομουρμούρα" στην ηλεκτρονική εφήμερίδα  city  freeress  Για όσους ενδιαφέρονται ιδού το σχετικό λίνκ.
http://city.sigmalive.com/article/8766/vivliomoyrmoyra-12-ysterografo-zois-eleni-tsamadoy

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2015

Mια αξέχαστη βραδυά

 Μια άποψη από το ακροατήριο, μπροστά αριστερά Βίκυ Κωστή και Μονίς Χαλέγουα
Η Βίκυ Κωστή, άκρη δεξιά, προλογίζει την εκδήλωση
 Στο πάνελ, από αριστερά Ειρήνη Χατζηκωσταντή, Νοέλ Μπάξερ, Ε.Τ.,Φραντζέσκα Κολυβά και Αννίτα Ελιέζερ
 Ταμούζ Νισσίμ και Γιώργος Νάζος

 Η Ταμούζ Νισσίμ  μαγεύει με τη φωνή της
και εγώ.. συγκινούμαι


Την Τετάρτη που μας πέρασε, 18 Φεβρουαρίου, το Πνευματικό Κέντρο της Ισραηλιτικής Κοινότητας Αθήνας με τίμησε οργανώνοντας μια βραδιά για την παρουσίαση του βιβλίοy μου ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ΖΩΗΣ. Ο πρόεδρος του Κέντρου κ. Μονίς Χαλέγουα και ο διευθυντής του κ. Σάκης Νεγρίν,  του είχε και την ευθύνη των οπτικοακουστικών και προπαντός η αγαπημένη φίλη Βίκυ Κωστή που εργάστηκε με ενθουσιασμό και εκπληκτικό συντονισμό ήταν αυτοί που συντέλεσαν στην επιτυχία της βραδιάς και τους ευχαριστώ για άλλη μια φορά.
Παρουσία και του προέδρου της Ισραηλτικής κοινότητας κ. Μ.Μάτσα, σε ένα πυκνό ακροατήριο που αψήφησε το κρύο και  το χιόνι, οι φίλες και εξαίρετες ομότεχνες Νοέλ Μπάξερ και Φραντζέσκα Κολυβά παρουσίασαν το βιβλίο ενώ η γνωστή ψυχολόγος κ. Αννίτα Ελιέζερ έκανε μια σε βάθος ανάλυση των χαρακτήρων των  δύο βασικών ηρώων της Ραχήλ και του Γιάννη. Η καταξιωμένη ηθοποιός Ειρήνη  Χατζηκωσταντή ζωντάνεψε με μοναδικό τρόπο τα αποσπάσματα και η μαγική  φωνή της Ταμούζ Νισσίμ με τη συνοδεία της κιθάρας του Γιώργου Νάζου  μας  ταξίδεψε μέσα από τα τραγούδια της στο χώρο και το χρόνο.
 Ήταν μια βραδιά που θα μου μείνει αξέχαστη. Είχα τη χαρά να βρεθώ ξανά με παλιούς φίλους και να γνωρίσω καινούργιους. Με συγκίνησε η αγάπη ανθρώπων που γνώριζα για πρώτη φορά και που έρχονταν αυθόρμητα να μου πουν πόσο είχαν αγαπήσει το βιβλίο μου. Η ανταπόκριση και η ζεστασιά του κόσμου, η συγκίνηση που έβλεπα στα πρόσωπα είναι κάτι που με έκανε για άλλη μια φορά να συνειδητοποιήσω πόσο μεγάλη σημασία έχει η αγάπη στη ζωή μας. Η αγάπη που όλα τα ενώνει όλα τα αγκαλιάζει σβήνοντας διαφορές και φέρνοντάς μας κοντά.. . Είμαι ευγνώμων για την αγάπη που μου ένιωσα να μου δίνεται. Σας ευχαριστώ όλους..
 Παραθέτω την ομιλία της κ. Ελιέζερ για τους φίλους που δεν είχαν τη χαρά να την ακούσουν.

"Θα προσπαθήσω να αναλύσω τους χαρακτήρες των δύο πρωταγωνιστών σαν μια απλή αναγνώστρια.
Ποια είναι η Ραχήλ?
Είναι το κοριτσάκι που μεγάλωσε σε ένα παράδεισο χρωμάτων και αρωμάτων μέσα στη θαλπωρή μιας εκτεταμένης Εβραϊκής οικογένειας. Γαλουχήθηκε με τις μεγαλοαστικές αξίες της τάξης της, με τις Εβραϊκές παραδόσεις, τα ήθη τα έθιμα και τους κανόνες που διέπουν μια Εβραϊκή οικογένεια.
Στα 18 της φοιτά σε ένα "Finishing school" στην Ελβετία που αρμόζει στην τάξη της και εκεί γεύεται την αληθινή ζωή, τον έρωτα, τα πάθη, τις απογοητεύσεις και την προδοσία του. Όμως με τη βοήθεια της μητέρας της θα κλείσουν οι πληγές του πρώτου έρωτα και θα ξαναπάρει τη ζωή στα χέρια της.
Η Ραχήλ έχει δυνατή προσωπικότητα, είναι αποφασιστική, κάνει σημαντικές επιλογές, είναι γεμάτη ανθρωπιά και αγωνιστικότητα παλεύοντας λιγότερο για τον εαυτό της και περισσότερο για το κοινωνικό σύνολο: Στη Ελβετία σώζει από τα νύχια της Γερμανίδας γκουβερνάντας τον αδύναμο ανεψιό της. Το ξέσπασμα του πολέμου την φέρνει πρόσωπο με πρόσωπο με την ανθρώπινη δυστυχία και τον ανθρώπινο πόνο. Έτσι χωρίς δεύτερη σκέψη αποφασίζει να γίνει νοσοκόμα στο νοσοκομεία Χιρς στη Θεσσαλονίκη και στο Γενικό νοσοκομείο των Ιωαννίνων όπου επιδεικνύει απαράμιλλο ζήλο και ευαισθησία στον συνάνθρωπο.
Συλλαμβάνεται και στέλνεται στο Άουσβιτς. Η αγάπη της για τη ζωή την βοηθά να επιβιώσει, παράλληλα όμως βοηθά με κάθε τρόπο και τις ομόθρησκές της να γλυτώσουν από τα εγκλήματα του Μένγκελε.   
Γυρνώντας στη ρημαγμένη Ελλάδα γνωρίζει τον Ελληνοαμερικανό Τέο Μπούρμπουλη και διεκδικεί με πάθος πάλι τον έρωτα. Ο έρωτας την ανασταίνει, την κάνει να νιώσει ξανά ζωντανή.
Το 1950 αρνείται την κληρονομιά της - όπως λέει η συγγραφέας - για να κερδίσει τη ζωή δίπλα στον άντρα που λατρεύει, αλλαξοπιστεί για να τον παντρευτεί. Γίνεται Χριστιανή για να γεφυρώσει το χάσμα που χώριζε τις θρησκείες τους. Ο       πόλεμος της Κορέας της παίρνει τον Τέο μακριά, αλλά ο Θεός της δίνει ένα ανέλπιστο δώρο, τον Γιάννη, Γιοχάναν, τον καρπό του έρωτά τους. Τη δύσκολη ώρα της γέννας κάνει διαθήκη με το Θεό να κάνει το παιδί Εβραίο, αντίδωρο στο δώρο που της έστειλε. Αυτή η επιλογή στη συνέχεια αποδεικνύεται μοιραία. Θυσιάζει την αγάπη της για τον Τέο για την πίστη της και για την κληρονομιά της. Ο Τέο θεωρεί την πράξη της προδοσία, νιώθει ότι αν αποδεχθεί ότι το παιδί του είναι Εβραίο προδίδει το δικό του Θεό τον Χριστό, που τον κράτησε ζωντανό στον αιματηρό πόλεμο της Κορέας. Την εγκαταλείπει παίρνοντας μαζί του το παιδί. Θυσιάζουν και οι δύο τον έρωτά τους στο βωμό της πίστης και των παραδόσεων, στον ίδιο όμως βωμό θυσιάζουν και την ψυχή του παιδιού, που θα μεγαλώσει χωρίς μητέρα.
Ποιος αληθινός Θεός θα ευλογούσε τέτοια θυσία?
Η Ραχήλ μένει μόνη σαν την καλαμιά στον κάμπο. Χάνει τον άνδρα που αγάπησε  και ό,τι πολυτιμότερο έχει στη ζωή, το σπλάχνο της.
Με τον Τέο βρίσκει δικαίωση γιατί πριν πεθάνει την αποχαιρετά με λόγια γλυκά, βάλσαμο για την ψυχή της.
Η ψυχή της δεν θα αναπαυθεί αν δεν την συγχωρήσει το παιδί της. Δεν κατάφερε να τον πλησιάσει όσο ζούσε και να κερδηθεί το χαμένο έδαφος.
Σε αυτό το σημείο η συγγραφέας ως από "μηχανής Θεός" της βρίσκει το μονοπάτι μέσω του χειρογράφου όπου κλείνει τις "ανοικτές υποθέσεις" με τον Γιοχάναν. Μιλάει η καρδιά της με τη γλώσσα των συναισθημάτων, γλώσσα ειλικρινής, αυθεντική, σαγηνευτική.
Ποιος είναι ο Γιάννης?
Είναι ένα παιδί με κομμένα φτερά, που μεγάλωσε χωρίς την μητρική αγάπη και φροντίδα παλεύοντας να είναι αρεστός στον πατέρα του, που δυστυχώς εξουσιαζόταν από τη μητριά του. Με τις υψηλές επιδόσεις στο σχολείο του εξασφαλίζει την είσοδο σε σπουδαίο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο και κερδίζει την εκτίμηση του πατέρα του,  αλλά όχι και της μητριάς του, που δυστυχώς είναι σταθερά απέναντί του.
Μοιάζει να μην έχει ρίζες, ούτε ταυτότητα. Ούτε Έλληνας, ούτε Εβραίος.
Από τη μια μεριά, αρνείται και απωθεί κάθε τι Εβραϊκό που του θυμίζει τη Ραχήλ που τον εγκατέλειψε λέγοντας: "Δεν είμαι σίγουρος αν η μάνα μου είναι Εβραία. Δεν χωρεί αμφιβολία πως είμαι βαφτισμένος Χριστιανός" και κλείνει και τα αυτιά του στα λόγια του φίλου του Δαυίδ για τον Εβραϊσμό και το Ισραήλ.
Από την άλλη, δεν νιώθει Έλληνας γιατί ο πατέρας - πέραν όλων των άλλων - προσπαθώντας να ξεχάσει την Ελληνίδα που τον πρόδωσε  του κληροδοτεί θολές μνήμες και αρνητικές προσδοκίες για την Ελλάδα: "Τι θα σου δώσει μια φτωχή χώρα, χωρίς μέσα επιβίωσης".
Ο Γιάννης είναι συναισθηματικά ανάπηρος και δεν μπορεί να λειτουργήσει αρμονικά στην προσωπική του ζωή. Το ανικανοποίητο, το φοβισμένο, το ανεκπλήρωτο παιδί μέσα του, επιβάλλει την ατεκνία, αλλά και τη φτωχή επικοινωνία με το άλλο φύλο. Δεν μπορεί να δώσει αγάπη, αποδοχή, παραδοχή γιατί τα στερήθηκε και τα τρία.
Χάνει μέσα από τα χέρια του τον πρώτο του έρωτα, την όμορφη Ρόζα με τις ριζοσπαστικές ιδέες, την αγωνίστρια που φτάνει στα άκρα γιατί ο ίδιος με κομμένα τα φτερά δεν κάνει άλματα.
Η ζήλεια του θολώνει τα νερά, αρνείται την πατρότητα και το μεγάλο του έρωτα για να μη σπάσει το δίχτυ ασφαλείας του. Εδώ μοιάζει κάπως με τον πατέρα του που τράπηκε σε φυγή θυσιάζοντας την ψυχή του Γιάννη. Έτσι και αυτός το βάζει στα πόδια στα δύσκολα, αρνούμενος την πατρότητα στο έμβρυο και θυσιάζοντας τη ζωή του.
Με θιγμένο εγωισμό πατέρας και γιός δεν διερεύνησαν την "προδοσία" της γυναίκας τους και τα καταστροφικά αποτελέσματα της φυγής τους.
Ο Γιάννης έχει φτωχή επικοινωνία με τη γυναίκα του τη Μαρίνα. Η ατεκνία που της επιβάλλει, τα κλειδωμένα μυστικά της ψυχής του, η οργή, ο φόβος, οι ανασφάλειες, οι ενοχές του κάνουν το γάμο του να φυτοζωεί.
Το χειρόγραφο όμως είναι το φάρμακο στην ψυχή του. Διαβάζοντάς το ο Γιάννης πληροφορείται, καταλαβαίνει, συμπονά, παραδειγματίζεται από τη μάνα του, αποκτά ενσυναίσθηση. Καθώς επουλώνονται οι πληγές του ανδρώνεται, ωριμάζει. Νοιώθει ότι αγαπήθηκε βαθειά, συγχωρεί και προχωρεί μπροστά. Η επικοινωνία με τη γυναίκα του γίνεται πιο εποικοδομητική, πιο ειλικρινής, πιο ζεστή, πιο βαθειά. Ναι, η αγάπη τον λυτρώνει.

Τώρα είναι πιο δυνατός.