Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης


Το δηλώσει πολλές φορές και το δηλώνω άλλη μια τώρα, θεωρώ την ποίηση τη πιο δύσκολη μορφή λογοτεχνίας. Ποτέ μου δεν έχω καταφέρει να γράψω ποίημα αν και αγαπώ την ποίηση και υπάρχουν ποίηματα που με συγκίνησαν και συγκινούν από την εποχή της νιότης μου.
Από πολύ τρυφερή ηλικία άκουγα ποίηση, μεγάλωσα με ποίηση.
Τον τελευταίο καιρό τακτοποιώντας τα αρχεία του πατέρα μου, μύστη του λόγου και της Θέμιδας, ανακάλυψα σημειώσεις του που αναφερόταν στη ζωή μας στη Σπάρτη την δύσκολη εποχή της Κατοχής και ιδιαίτερα στις τελευταίες μέρες λίγο πριν φύγουν οι Γερμανοί . Την περίοδο αυτή ο κατακτητής είχε επιβάλλει πολύ αυστηρούς κανονισμούς απαγορεύοντας την κυκλοφορία όλη την διάρκεια της ημέρας με εξαίρεση δύο ώρες το πρωί.
Τις μέρες λοιπόν εκείνες, τις σκληρές, μόνη παρηγοριά του πατέρα μου υπήρξε η λογοτεχνία και η ποίηση. Διάβαζε πολύ, έγραφε και μου μάθαινε ποίηματα που, κατά τα γραφόμενά του, παρά την τρυφερή μου ηλικία φαίνεται πως απήγγηλα με πάθος.
΄Ενα από τα ποίηματα που έμαθα τότε και θυμάμαι ακόμη ήταν ο "Διγενής και ο Χάροντας " του Κωστή Παλαμά. Αν δεν κάνω λάθος είναι από τα τελευταία που έγραψε ο ποιητής.
Παρόλον ότι από τότε η ποίηση έχει ακολουθήσει άλλες φόρμες έκφρασης, εντούτοις έχω τη γνώμη πως το νόημα του συγκεκριμένου ποίηματος μιλάει στην καρδιά μας ιδιαίτερα στους δύσκολους καιρούς που ζούμε σήμερα. Σας το αφιερώνω.

Ο Διγενής κι ο Χάροντας

Καβάλλα πάει ο Χάροντας
τον Διγενή στον 'Αδη,
κι άλλους μαζί. Κλαίει, δέρνεται
τ' ανθρώπινο κοπάδι.

Και τους κρατεί στου αλόγου του
δεμένους στα καπούλια,
της λεβεντιάς τον άνεμο,
της ομορφιάς την πούλια.

Και σα να μην τον πάτησε
του Χάρου το ποδάρι
ο Ακρίτας μόνο ατάραχα
κοιτάει τον καβαλλάρη

"Ο Ακρίτας είμαι, Χάροντα
δεν περνώ με τα χρόνια.
Μ' άγγιξες και δε μ' ένοιωσες
στα μαρμαρένια αλώνια;

Εγώ είμαι η ακατάλυτη
ψυχή των Σαλαμίνων,
στην Εφτάλοφην έφερα
το σπαθί των Ελλήνων.

Δε χάνομαι στα Τάρταρα,
μονάχα ξαποσταίνω,
στη ζωή ξαναφαίνομαι
και λαούς ανασταίνω!"

Και με την ευκαιρία θα ήθελα να μου λύσει κάποιος την απορία:
Αν έχουν δίκιο όσοι λένε πως οι ΄Ελληνες είχαν χάσει την επίγνωση της ταυτότητάς τους τα σκοτεινά χρόνια της τουρκοκρατίας και πως αποκτήσαμε συνείδηση του παρελθόντος και της Ιστορίας μας χάρη στο Γαλλικό Διαφωτισμό και τους εκπροσώπους του, Κοράη, Ρηγα κλπ, πως γίνεται η "Φυλλάδα του Μεγαλέναξντρου" ή άλλως " Διήγησις Αλεξάνδρου" να ήταν το δημοφιλέστερο ανάγνωσμα όλων "ραγιάδων", όχι μόνο των "γραμματιζούμενων" αλλά και του απλού λαού από τα πρώτα χρόνια της ΄Αλωσης μέχρι σχεδόν τις μέρες μας;
Και για του λόγου το αληθές ιδού πως τελειώνει ένα από τα διασωθέντα
"..ετούτο ετυπώθηκε με την δική μου γνώμη,
Γραικών υπάρχω γενεά, Ζακύνθου πατριώτης,
σ΄την Βενετιάν εγένετον, το άνθος της ολότης."
"
Και αλλού..
Ετετυπώθη το λοιπόν, έλαβε γαρ και τέλος
ετούτη η ιστόρια και το ωραίον μέλος,
έτει μετά την λύτρωσιν ανθρώπων γαρ την νέα,
χίλια πεντακόσια δις δέκα και εννέα, στα δεκαπέντε του μηνός, λέγω του Σεπτεμβρίου, κόπως και δεξιότητι Ζήνου του Δημητρίου
"
(Διήγησις του Αλεξάνδρου" David Holton, Bυζαντινή και Νεοελληνική Βιβλιοθήκη,Θεσσαλονίκη 1974)

Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

Το business plan του πάγκου με τα φρούτα

Nα μαστε και πάλι...ιδέες πως να αποφύγετε κάποιες κακοτοπιές αναζητώντας εργασία...Τουλάχιστον έτσι μας συμβουλεύει η φίλη μας η Νοέλ Μπαξερ

"Το business plan του πάγκου με τα φρούτα

Και να θέλουμε, στις μέρες μας είναι δύσκολο να γίνουμε από δήμαρχος κλητήρας. Γιατί υπάρχουν κλητήρες χωρίς δουλειά που ψάχνουν για δουλειά. Γιατί να πάρουν δήμαρχο;

Στις ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες τέτοια σενάρια ήταν δημοφιλή. Βέβαια, δεν ήταν κωμωδίες. Η κόρη πλουσίας οικογενείας που από κόρη δημάρχου έγινε σύζυγος κλητήρα πλάνταζε στο κλάμα, και το νεόπτωχο παλικάρι στην οικοδομή που βρόντηξε κάτω δημαρχίες κι αηδίες τραγούδαγε πικρά τραγούδια. Η ευχαρίστηση του θεατή ήταν ότι αυτό δεν συνέβαινε σε αυτόν (στον θεατή). Μασούλαγε τον πασατέμπο του από απόσταση ασφαλείας.

Πια, δεν είμαστε σε απόσταση ασφαλείας. Πρωταγωνιστούμε εμείς! Η εποχή έχει γυρίσει σελίδα και η ζωή δεν είναι άσπρη-μαύρη. Τα λόγια ότι στην ανάγκη «θα πάω πωλήτρια στο σούπερ μάρκετ» είναι σε παλιά γλώσσα. Στα σύγχρονα, δεν μεταφράζεται έτσι και δεν πολυισχύει. Επειδή σε μία εργασιακή σχέση παντρεύονται δύο ανάγκες: η ανάγκη του εργοδότη και η ανάγκη του εργαζόμενου. Πριν ξαναπείτε λοιπόν ότι στην ανάγκη «θα πάω να πουλάω ψωμί», σκεφθείτε αν η ανάγκη που επικαλείστε συμφωνεί με του συγκεκριμένου κυρίου-Γιάννη, του αρτοποιού της γειτονιάς σας.

Όσο πιο κλητήρας είμαστε διατεθειμένοι να πάμε, τόσο πιο δήμαρχος θα διαπιστώνουμε πως είμαστε! Κανένας προϊστάμενος κλητήρων δεν θα πετάξει την σκούφια του να μας έχει από κάτω του. Κανένα αφεντικό δεν θα νιώσει αρκετά αφεντικό κοντά μας. Είμαστε παράταιροι, είμαστε απειλή. Ο ακαδημαϊκός όρος είναι «overqualified».

Ενός λάθους μύρια έπονται. Όταν πάμε να χτυπήσουμε μια λάθος πόρτα, θα συναντήσουμε λάθος άνθρωπο (τον κύριο-Γιάννη) και μάλλον θα του πούμε λάθος λόγια. Ο άσσος που κρίνουμε πως έχουμε στο μανίκι μας, ότι ξεσκονίζοντας το ράφι του θα ξεσκονίσουμε και την επιχείρησή του προσφέροντας δωρεάν στον εργοδότη μας, παράδειγμα, ένα σούπερ business plan που ούτε στο όνειρό του δεν το έχει δει, είναι άλλης τράπουλας άσσος. Της παλιάς μας τράπουλας.

Άρα, ή να βρούμε τα σωστά λόγια να πούμε στον κύριο-Γιάννη (γνωρίζοντας τον κίνδυνο «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού») ή να μείνουμε σταθεροί στον επαγγελματικό μας στόχο και σε αναμονή (γνωρίζοντας τον κίνδυνο «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού»).

Οπωσδήποτε, όσο πιο κοντά παραμένει κανείς στον Στόχο του, τόσο τον βλέπει και τον θυμάται. Μερικές αποφάσεις, τελικά, είναι ζήτημα θέσης.

Σκέψη στο περιθώριο
Ουδέν προσωρινότερον! Αντί του ουδέν μονιμότερον.
"

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

Το βασίλειό μου για μια δουλειά

Σας ξάφνιασε ο τίτλος; Είναι καιρός τώρα να μιλάμε για βασίλεια; Διαβάστε το και θα δείτε. ΄Αλλο ένα κείμενο της Νοέλ Μπάξερ για την ανεργία.


Το ανταλλάσσεις; Το ανταλλάσσεις πράγματι; Τον εαυτό σου, το «βασίλειό» σου που μεγάλωσες με διαξιφισμούς ακροβατώντας σε επικίνδυνα τοιχία και το υπερασπίστηκες, άλλοτε, με μάχες πρόσωπο με πρόσωπο χωρίς να φοβηθείς το τρομερό προσωπείο του εχθρού; Αναρωτιέμαι τι έγινε ο ηγεμών που ήξερα στο σώμα σου! Πάει; Πήγε στο γραφείο; Μετά τις 5 το απόγευμα πια θα επιστρέφει ο βασιλιάς; Επικεφαλής ηγεμών χωρίς σώμα στρατού θα είναι! Πλέον μετά τις 5:00 καβάλα στον Βουκεφάλα του, παντέρημος θα καλπάζει στα παλιά πεδία μάχης που έχουν καλύψει άγριες ανεμώνες καταδιώκοντας την σκιά του.

Όλα τούτα και όοοολα εκείνα που κουβαλάνε οι σιωπές σου περιμένουν ένα νεύμα σου. Για να ξεφυσήσουν με ανακούφιση και να ξαναπλώσουν τα τρυφερά μέλη τους, ή την αρίδα τους, στο βασίλειο που τους έχτισες να ζήσουν, μνήμες βασιλοπούλες με βελούδινα βαρύτιμα φορέματα εποχής και ροδαλά τριανταφυλλένια μάγουλα.

Εδώ, σου βάζω τη δουλειά στην άκρη στο τραπέζι. Λιμπιστική δουλειά, ε; Την αρπάζεις; Κάτω το χέρι σου, δεν τα ‘παμε ακόμη! Δεν συμφωνήσαμε. Τι περιέχει το βασίλειό σου, τι έχεις από τον εαυτό σου να μου δώσεις για να πάρεις;

...Βάλε το «βασίλειό» σου πίσω στην τσέπη σου. Δεν θα το πάρω. Δεν το θέλω πια. Αν το κατάλαβες, δεν έχεις πλέον βασίλειο να πουλήσεις.

Σκέψη στο περιθώριο
Ανταλλακτική οικονομία με τον εαυτό μας;

Νοέλ Μπάξερ
Ένα από τα κείμενά της για την ανεργία

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

"Μια μερίδα ανεργία"

Πιστοί στο ραντεβού μας ας διαβάσουμε τι μας λέει η Νοέλ Μπάξερ για κάποιες από τις "παρενέργειες" της ανεργίας, Μιά μερίδα ανεργία λοιπόν και καλή όρεξη...

Μια μερίδα ανεργία

Η ανεργία κουβαλιέται πιο εύκολα όταν το βάρος της μοιράζεται. Ο εργένης άνεργος θα ανακαλύψει αυτή τη θεμελιώδη αλήθεια, σύντομα. Όταν ...

... όταν θα διαβεί την ισιάδα του πρώτου καλού δίμηνου-χιλιόμετρου, περάσει την εύφορη ραχούλα, γεμίσει το παγούρι του στη γάργαρη πηγούλα, στρίψει την απότομη στροφή και ξεμυτίσει, απροετοίμαστος, στη ζοφερή χώρα της Ανησυχίας. Θα τον προϋπαντήσει ένα χοντρό τούνελ, το φυσικό σύνορο της Ανησυχίας.

Απροετοίμαστος, θα μπει στο τούνελ σφυρίζοντας. Για να ανακαλύψει σύντομα, από τα πρώτα κιόλας βήματα, πως δεν βλέπει φως! Εκεί καραδοκούν σαν ληστές και θα τον πλευρίσουν οι Ανησυχίες που θα του καρφώσουν στο μυαλό ότι το τούνελ είναι τυφλό. Θα παίζουν μαζί του μαδώντας τη μαργαρίτα της Αισιοδοξίας του. «Έχει έξοδο το τούνελ – δεν έχει έξοδο το τούνελ». Ανυπεράσπιστος πλέον, αντί του απροετοίμαστος, έφτασε στο σημείο που θα κουτουλήσει στο θεμέλιο της παραπάνω θεμελιώδους αλήθειας.

(Η διήγηση αυτή θα εκπλαγείτε πόσο είναι ρεαλιστική.)

Καθισμένος στο κουτουλημένο θεμέλιο, τρίβοντας με απορία και οδύνη το κατακούτελο καρούμπαλό του, ο άνεργος εργένης θα κατακλυστεί από ένα σμήνος παυσίπονων εικόνων και πυγολαμπίδες θετικής σκέψης που θα γυρέψουν να τον ανακουφίσουν με την ευδαιμονία τους: Τσαφ, θα δει δίπλα του, μια / έναν συνοδοιπόρο που δεν θα κρατάει τον χάρτη ανάποδα και θα παίζει στα δάχτυλα την πυξίδα. Ο /Η συνοδοιπόρος αυτή, σαν τον έφιππο Κολοκοτρώνη, θα του δείχνει με το δάχτυλο αποφασιστικά την κατεύθυνση προς τον μυστικό αεραγωγό του τούνελ. Στην συνέχεια θα τον πάρει αγκαζέ και θα τον συνοδεύσει, ασφαλή, τραγουδώντας ανέμελα προσκοπικούς σκοπούς περιπάτου.

Η ανεργία κουβαλιέται πιο εύκολα όταν το βάρος της μοιράζεται.

Η συνειδητοποίηση της έλλειψης συντροφικού στηρίγματος «με πλάτες» έρχεται μαλακά και πουπουλένια, ως αυτονόητο φυσικό επακόλουθο, τη μέρα που ο / η άνεργος εργένης αισθανθεί, και δια του πόνου παραδεχθεί, ότι με ένα «γεροδεμένο» σύντροφο θα ήτανε καλύτερα. Για συναισθηματική στήριξη, για οικονομική υποστήριξη και για να παίζει τάβλι. Η αθώα αυτή νέα επίγνωση είναι ικανή με ισχύ πυρηνικής βόμβας να μεταλλάξει τον πυρήνα, το κέντρο στον «εγω-κόσμο» του δηλωμένου /-ης εργένη.

Μην ξαφνιαστείτε, λοιπόν, αν μετά την περιπέτεια της ανεργίας του, ο φανατικός εργένης ή εργένισσα κάνει στροφή στη μοναχική προσωπική καριέρα του και μεταλλαχτεί σε φονταμελιστή του ιερού θεσμού της οικογένειας.

Μέχρι τότε, μέχρι να λήξει η περιπέτεια αυτής της ανεργίας ή για όσο διαρκεί ως εργένικη ανεργία, καλείται αναγκαστικά να δώσει τη μάχη ως μονομάχος. Με ενθουσιώδεις υποστηρικτές, από την κερκίδα ή με το ένα πόδι στην αρένα, τους οικείους του και την επίλεκτη λεγεώνα των συντρόφων-φίλων του.

Σκέψη στο περιθώριο
Καλού-κακού ας κρατήσει θέση, ο μονομάχος, στη φωτογραφία του γάμου του!

Νοέλ Μπάξερ
Ένα από τα κείμενά της για την ανεργία

Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ- ΜΠΡΑΟΥΝ ( Μέρος Β΄)


H "ντάτσα" του Παστερνάκ στο Περεντελνικο.

Συνεχίζω σήμερα με το κείμενο της συνέντευξης του Παστερνάκ στον ΄Αντονυ Μπράουν, όπως δημοσιεύθηκε στην "Καθημερινή", ακριβώς 52 χρόνια πριν, στις 14 Φεβρπουαρίου του 1959. Διατήρησα την ορθογραφία και τη γλώσσα του πρωτοτύπου, εκτός του τονισμού, διότι δεν έχω αυτή τη δυνατότητα στον υπολογιστή μου.

" ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΥΤΟ ΜΟΥ ΑΛΛΑΞΕ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΗ ΜΟΙΡΑ.

Το ηλεκτρικό τραίνο, ύστερα από έξη στάσεις, με έφερεν εις το Περεντέλνικο, το χωριό των Σοβιετικών συγγραφέων. Κατέβηκα από το τραίνο μου την στιγμήν όπου ένα φορτηγό τραίνο επερνούσεν από εμπρός μας μεταφέρον τρακτέρ εις τα παρθένα εδάφη. Επέρασα ανάμεσα από τα δένδρα που έμοιαζαν με κρουσταλιασμένες σουρβιές, από αυτές που περιγράφει ο « Δόκτωρ Ζιβάγκο». Πίσω από τα δάση μούγγριζαν αεριωθούμενα αεροπλάνα εις ένα αεροδρόμιον.
Τα έχασα όταν είδα μια καμπουριασμένη χωρική, με ατσάλινα δόντια να διασχίζη το δάσος, σέρνοντας ένα έλκηθρο φορτωμένο με καυσόξυλα. ΄Ηταν η Ρωσία του Παστερνάκ..
Η χωρική εγνώριζε τον δημιουργόν του «Δόκτορος Ζιβάγκο» και προσέφερθη να με οδηγήσει εις το σπίτι του. Αλλά προηγουμένως έβαλε το έλκηθρο στην καλύβα της, ένα δωμάτιο όλο-όλο με την αγία εικόνα της, το κρεββάτι της και στον τοίχο φωτογραφίες της οικογενείας.
Ύστερα με επέρασε μέσα από το δάσος φλυαρώντας όλο το διάστημα και ακουμπώντας στο μπράτσο μου.
Διεσχίσαμε ένα νεκροταφείον. Eπροσπεράσαμε την ορθόδοξον εκκλησίαν του Περεντέλνικο- έτσι ονομάζεται το χωριό των συγγραφέων- με τους επίχρυσους τρούλλους της και τα γαλάζια της κεραμίδια. Εις το νεκροταφείον δεν είδα κανένα τάφον που να μη έχη σταυρόν επάνω του. Μερικοί σταυροί ήσαν από πέτρα και ήσαν παλαιοί. ΄Αλλοι ήσαν μετάλλινοι σωλήνες με δύο ξύλα δεμένα σταυρωτά.
Έτσι εφθάσαμεν εις την ντάτσα" ( έπαυλιν ) του Παστερνάκ.
Εκείνη την στιγμή, ο ποιητής έκαμνε τον περίπατόν του εις το δάσος με συντροφιά τον σκύλο του. Είναι ένας άνθρωπος με αυστηρός συνήθειες: δύο ώρες περίπατος, μιάμιση ώρα μεσημβρινή ανάπαυσις, δύο ώρες γράψιμο με μολύβι σε φτηνό χαρτί.
Το σπίτι του είναι μια διώροφος αγρέπαυλις με ένα πολύ πλατύ παράθυρο, δίχως κουρτίνα. Ολόκληρο το σπίτι είναι βαμμένο με καφέ χρώμα, που έχει κάπως ξεθωριάσει. Εις τους πορφυρούς τοίχους των δωματίων του συγγραφέως, εκρέμοντο σκίτσα- γυναίκες που εθήλαζαν τα μωρά τους, ευτραφείς γυναίκες και μυώδεις άνδρες, γυναίκες της προεπαναστατικής αριστοκρατίας, με ανθοστόλιστα καπέλλα.
Τα σκίτσα ήσαν έργα του πατρός του συγγραφέως, ο οποίος διεκρίθη ως διακοσμητής μυθιστορημάτων του Τολστόι.
Ένα πελώριον πιάνο
Εις το δωμάτιον, όπου εκαθίσαμε, ο Παστερνάκ και εγώ, υπήρχεν ένα μεγάλο πιάνο! Παιδικά ρούχα ήσαν κρεμασμένα εις το σώμα του καλοριφέρ. Ένα λεπτό μάλλινο χαλί εσκέπαζε το πάτωμα, χρώματος καφέ και αυτό.
Η γυναίκα του Παστερνάκ ήταν απησχολημένη στην κουζίνα, όπου ετοίμαζε το «μπόρς». Ο Παστερνάκ ήτο πιο κοντός από ό,τι εφανταζόμουν, ευρύστερνος, με λεπτή γερακίσια μύτη, πλατειά σκούρα μάτια, συμπαθής, εγκάρδιος.
«Έκανα έναν περίπατο με τον σκύλο μου, είπε, και ελπίζω ότι δεν με επεριμένατε πολύ. ΄Εκάνατε τόσον δρόμο και οι γέροι δεν πρέπει ν΄αφίνουν τους νέους να περιμένουν».
Στην αρχή μου μίλησε για τον «Δόκτορα Ζιβάγκο» και για την απήχηση που είχε στο δυτικό κόσμο.
«Φτωχά μου λόγια! Φίλοι μου σε όλον τον κόσμο με πνίξανε με ευχαριστίες και επευφημίες. Το βιβλίο είναι σημαντικό για μένα και μου άλλαξε την ζωή και την μοίρα. Τούτο δεν μου ήταν απροσδόκητο. Το προέβλεπα, είχα το προαίσθημα ότι η ζωή και η μοίρα μου θα άλλαζαν.
« Αλλά αυτό δεν με στενοχωρεί. Το σπίτι μου, η «ντάτσα» μου ανήκει στην ΄Ενωσι Σοβιετικών Συγγραφέων,. Θάθελα να το βάψω άσπρο να φυτέψω κόκκινα και γαλάζια λουλούδια στον κήπο και να κρεμάσω στην πόρτα την επιγραφή « Οίκος Ζιβάγκο».
Αυτή ήτο η απάντησις του Παστερνάκ στην μαζικήν επίθεσιν της Ενώσεως Σοβιετικών Συγγραφέων εναντίον του, όταν ο Ζιβάγκο εδημοσιεύθη εις την Δύσιν.
Ο Παστερνάκ εξηκολούθησε: «Αλλά δεν περίμενα την έκρηξιν που προεκάλεσε το έργο μου».
«Γιατί έγραψα αυτό το βιβλίο; Δεν νομίζω ότι μπορώ να το εξηγήσω καλά ακόμη και στα ρωσικά. Το γράψιμο του ήταν για μένα ένα μικρό κομματάκι της θεωρίας της δημιουργίας.
«΄Εγραφα ποίησιν και μετά τον πόλεμον αναρωτήθηκα τι είχα δημιουργήσει,. Είπα στον εαυτό μου ότι οφείλω να γράψω ένα βιβλίο, όχι ποίημα. Η ποίησις είναι αποφασιστική, ένα σκίρτημα, ένα αίσθημα. Η ποίησις δεν είναι μέγα έργον, μέγας μόχθος. Δεν σπαταλάτε την καρδιά και τις σκέψεις σας γράφοντας ποίησι. Είσαι καλλιτέχνης και το καθήκον σου, είπα στον εαυτό μου, είναι να περιγράψης την πραγματικότητα. Είπα μέσα μου ότι οφείλω να ζωγραφήσω το παρελθόν σε πεζό λόγο, να γράψω ό,τι είδα σαν Ιστορική αλήθεια. Είπα μέσα μου ότι πρέπει να αναμίξω τις λέξεις με μιαν αγάπη για το χώμα, τη φύσι, τον χρόνο, τον λαό, να δώσω μια φιλοσοφία ζωής, αγάπης, ανθρωπισμού και της θρησκείας που είχαμε πριν από όχι πολλά χρόνια.»
Ο Παστερνάκ είναι άνθρωπος θρήσκος; « Υπό ευρείαν έννοιαν είναι θρήσκος. Η θρησκεία κατά την γνώμην μου δεν είναι απάτη, είναι μια μεγάλη λειτουργία, όχι για τον ουρανό, αλλά για την γη και τη ζωή. Έπρεπε να γράψω για τις δυνάμεις που κάνουν τη ζωή ωραία- για την αγάπη, τη νίκη, την επιτυχία, να δείξω τα χρώματα του κόσμου.
«Είμαι χρωματογράφος και το χρώμα με έκαμε να ιδώ όλα τα καλά πράγματα και πιστεύω ότι τα χρώματα που εχρησιμοποίησα στον «Ζιβάγκο» είναι αληθινά.
«Η Καινή Διαθήκη έχει για μένα μεγαλύτερη σπουδαιότητα από την Παλαιάν Διαθήκην». Η Καινή Διαθήκη απευθύνεται στο μέλλον».
Ο Πατερνάκ μίλησε και για το επικό ταξίδι με το τραίνο που έκαμεν ο νεαρός Ζιβάγκο, για την πείρα του από την ρωσικήν Επανάστασιν.
«Τα τραίνα ήσαν ένα κομμάτι της ιστορίας του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνος στην Ρωσία και εξακολουθούν να είναι. Αγαπώ τα τραίνα. Ιδού διατί περιέγραψα στον «Ζιβάγκο» ένα μεγάλο ταξίδι με τραίνο, παρ΄όλον ότι εγώ προσωπικώς ουδέποτε έκανα τόσο μακρό ταξίδι την εποχή της Επαναστάσεως.
«Παρ΄όλον ότι το βιβλίο μου είναι ένα κομμάτι της ζωής μου, του παρελθόντος μου, της πείρας μου, των πεποιθήσεών μου προσωπικώς δεν έλαβα μέρος στις μεγάλες μετακινήσεις της Επαναστάσεως – τις μετακινήσεις ολοκλήρων λαών, από το ένα άκρος της Ρωσίας στο άλλο, με το ρεύμα της Επαναστάσεως. Εγώ εζούσα εις την Μόσχα, αλλά σε μια Μόσχο που υπέφερε από την πείνα και τις επιδημίες»/
Ποια ήταν η Λάρα; Ευρίσκεται στη ζωή;
« Η Λάρα ζη. Είναι μια μεγάλη φίλη μου τα τελευταία δέκα χρόνια. Με εβοήθησε στα δοκίμια του βιβλίου μου, στη ζωή μου, σ΄αυτά τα θλιβερά γεγονότα με τις αρχές. ΄Εμεινε στη φυλακή πέντε ολόκληρα χρόνια και εξακολουθεί να υποφέρη επειδή είναι φίλη μου. Αισθάνομαι ότι είμαι μια ενόχλησις στην κοινωνία.
Φιλοσοφία
«Στα νειάτα μου δεν υπήρξε καμμιά Λάρα. Δεν υπήρχε μια τέτοια γυναίκα που να θυμίζη τόσο την Μαρία τη Μαγδαληνή. Η Λάρα της νεότητός μου είναι η πείρα, η Λάρα των γηρατειών μου είναι ζωγραφισμένη στο πνεύμα μου με το αίμα της και τη φυλάκισί της»
Ο Παστερνάκ φιλοσοφούσε. Καταλαβαίνετε τον χαρακτήρα και την φύσι της κοινωνίας στην οποίαν ζώ. Η κατάστασίς μου είναι δύσκολη. ΄Ισως η Δύσις να υπερέβαλε την σπουδαιότητα του μυθιστορήματος μου. Αλλά τώρα με κατέχει η επιθυμία να γράψω ένα νέο μυθιστόρημα, όχι ένα ανούσιο δοκουμέντο για το Κράτος μας, αλλά ένα λογοτεχνικό έργο για τη ζωή. Αλλά αυτό δεν είναι δυνατό τώρα. Είμαι Ρώσος και ζώ στην Ρωσία και σκέπτομαι ότι το Κράτος θα μου δημιουργήση νέους μπελάδες, αλλά επιθυμώ να γράψω για την αγάπη, για τη ζωή στην Ρωσία και στη γή».
Τι θα απογίνουν τα τεράστια εισοδήματα που εξασφάλισε στην Δύσι από τον «Ζιβάγκο»; « Όταν η ΄Ενωσι Συγγραφέων με απεκάλεσεν Ιούδαν που επρόδωσε την χώρα του για τριάκοντα αργύρια, απεφάσισα να μην αγγίξω ποτέ τα χρήματα αυτά. Θα παραμείνουν στην Δύσι και ίσως να ζητήσω από τους ξένους εκδότας να τα δώσουν στα μέλη της οικογενείας μου που διαμένουν στην Αγγλία».
Η συνομιλία μας ετελείωσε. Ο Παστερνάκ επήγε στο γραφείο του για να μου φέρει ένα αντίγραφο του ποιήματός του «Το βραβείο Νομπέλ» και μου μετέφρασεν ένα μέρος του, ακουμπώντας στο πελώριο πιάνο του. ΄Υστερα επήγε για το «μπόρς» του και εγια τον συνηθισμένο του απογευματινό ύπνο.
Anthony Brown"

Το ποίημα
Κατάφερα να βρώ και το περίφημο ποίημα " Το Βραβείο Νομπέλ", όπως είχε δημοσιευθεί και αυτό στην Καθημερινή της 12ης Φεβρουαρίου του 1959. Η μετάφραση κατά το δημοσίευμα είναι προχειροτάτη καί άρρυθμη.

" Είμαι χαμένος, σαν θηρίο πίσω από φράχτη,
Κάπου στον κόσμο είναι άνθρωποι, ελευθερία και φως.
Ξοπίσω μου είναι η χλαπαταγή του διωγμού.
Και διέξοδος για μένα δεν υπάρχει.

Δάσος σκοτεινό στην ακρολιμνιά
Στέρφοι κορμοί πεσμένων ελατιών.
Αποκομμένος είμαι εδώ απ΄το καθε τι
Κι ό,τι θε να γινει για με το ίδιο θαναι.

Μα τι κακό είναι που έχω πράξει
Εγώ, ο "δολοφόνος" κι ο "πανάθλιος",
Εγώ που ανάγκασα τον κόσμον όλο ν΄αλαλάξη
Για της πατρίδας μου την ομορφιά.

Ομως, να, στον τάφου κοντά είμαι
Κι ο καιρός πιστεύω πως θε ν΄άρθη
Του αγαθού το πνεύμα να νικήση
Την βρωμιά την άτιμην ασκήμια.


Το ποιήμα είναι γραμμένο βιαστικά με μολύβι, και απευθυνεται εις τον έξω κόσμο. Μια φωνή εκ βαθέων που απευθυνεται στην παγκόσμια συνείδηση.

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

ΜΠΟΡΙΣ ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ- ΑΝΤΟΝΥ ΜΠΡΑΟΥΝ



Φαντάζομαι πως αρκετοί θα έχετε διαβάσει τον «Δόκτωρα Ζιβάγκο» και ίσως περισσότεροι θα έχετε δει την ταινία με τον Ομάρ Σαρίφ και τη Τζούλι Κρίστι. Δε νομίζω όμως πως στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό είναι γνωστός ο ΄Αντονυ Μπράουν και η σχέση του με τον Πάστερνακ.
Ο ΄Αντονυ Μπράουν λοιπόν,υπήρξε δημοσιογράφος διάσημος στην εποχή του. Γεννημένος το 1929 στην Αγγλία, έδειξε την κλίση του στη δράση και την περιπέτεια από πολύ νωρίς. Παιδί ακόμη πολέμησε το Ναζισμό παραγεμίζοντας με προπαγανδιστικό υλικό τις βόμβες που έριχναν τα βρετανικά αεροπλάνα στη Γερμανία. Αργότερα η ενασχόληση του με τη δημοσιογραφία τον έφερε μάρτυρα ιστορικών γεγονότων που κάλυψε με μεγάλη επιτυχία πράγμα που του χάρισε το 1960 τον τίτλο του καλύτερου ρεπόρτερ της χρονιάς. ΄Εζησε ζωή πολυτάραχη και ενδιαφέρουσα. Μεταξύ άλλων κάλυψε με τις ανταποκρίσεις του την Ουγγρική εξέγερση του 1956, την Αλγερινή επανάσταση, πήρε την πρώτη συνέντευξη που δόθηκε σε δυτικό από τον πρόεδρο της Αιγύπτου Νάσερ, ταξίδεψε με το πρώτο ατομικό υποβρύχιο, και έλαβε μέρος σε αποστολή στο Νότιο Πόλο. ΄Ηταν στενός φίλος του διαβόητου διπλού πράκτορα Κίμ Φίλμπυ, αλλά και βοήθησε στην αποκάλυψη σκανδάλου διαφθοράς στη Σκότλαντ Γιάρντ και κατασκοπίας στο Ναύσταθμο του Πόρτλαντ. Το 1969 εγκαταστάθηκε στην πρωτεύουσα των ΗΠΑ Ουάσιγκτων, δίδαξε στο περίφημο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ και, κάλυψε τον πόλεμο του Βιετνάμ. Τέλος άρχισε μια δεύτερη σταδιοδρομία ως επιτυχημένος συγγραφέας ιστορικών βιβλίων με θέματα που είχαν σχέση με την κατασκοπία, το Β.Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Ψυχρό πόλεμο. Ο Μπράουν πέθανε στις ΗΠΑ το 2006 σε ηλικία 77 ετών.

Από τις συνεντεύξεις του που άφησαν εποχή ήταν και η συνέντευξη που πήρε το 1959, ένα χρόνο πριν το θάνατό του, από τον βραβευμένο με Νόμπελ λογοτεχνίας, συγγραφέα του Ζιβάγγο Πάστερνακ. Η συνέντευξη αυτή και το ποίημα « Το βραβείο Νόμπελ» που του εμπιστεύτηκε ο συγγραφέας που έσπευσε να μεταφράσει και να δημοσιεύσει στη Ντέιλι Μέιλ ο Μπράουν, είχαν ως συνέπεια να χειροτερέψει η μεταχείριση του Πάστερνακ από το σοβιετικό καθεστώς. Χαρακτηριστικό υπήρξε δημοσίευμα των εφημερίδων της εποχής, ως προερχόμενο από τη Μόσχα, κατά το οποίο ο Πάστερνακ διέψευδε φήμες που τον έφεραν να σκέπτεται να ταξιδέψει στη Δύση και δήλωνε ότιενοχλήθηκε ιδίαιτερα με τη δημοσίευση του ποιήματός του. Ο συγγραφέας επίσης φέρεται να ανέφερε ότι είχε γράψει το περίφημο ποίημα, «Το βραβείο Νόμπελ» σε στιγμή καταθλίψεως και ότι προορίζετο για κάποιους φίλους του στο Παρίσι και δεν προέβλεπε να το δημοσιεύσει. Τέλος ο Πάστερνακ βεβαίωνε πως δε θα δεχθεί πλέον δημοσιογράφους οι οποίοι δεν «δεν κάνουν άλλο παρά να χρησιμοποιούν το όνομά του δια προσωπικούς σκοπούς».

Τακτοποιώντας κάποια παλιά αρχεία του πατέρα μου βρήκα ένα απόκομα της Καθημερινής με ημερομηνία 14 Φεβρουαριου 1959 που δημοσιεύεται η περίφημη αυτή συνέντευξη και σκέφτηκα πως θα σας ενδιέφερε ίσως να τη διαβάσετε.
Η συνέχεια λοιπόν εις το επόμενον όπως έλεγαν παλιά στις επιφυλλίδες που δημοσίευαν σε συνέχειες οι εφημερίδες.

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011

Ανεργίας εγκώμιον...

Πιστή στο ραντεβού μας σας παρουσιάζω άλλα δύο ωραία κείμενα της Νοέλ Μπάξερ για την ανεργία. Αυτή τη φορά έχουμε δύο κείμενα επειδή έχω μείνει πίσω, την περασμένη εβδομάδα δεν σας έδωσα κανένα και είπα να σας αποζημιώσω. Είναι κρίμα να χάσετε την ωραία γραφή της Νοέλ Μπάξερ που με τόση ευαισθησία θίγει ζητήματα που όλους, λίγο ως πολύ μας πονάνε.

Κέιμενο πρώτο

Προσωρινά, λιγότερο προσωρινά, για μεγάλο διάστημα, μόνιμα Για λίγο καιρό».

Αύριο-μεθαύριο. Όπου να ‘ναι. Έκανε καλή δουλειά η τελευταία σας επαγγελματική συνέντευξη, θα ακολουθήσει σάς είπαν κι άλλη την επόμενη εβδομάδα, την μεθεπόμενη ή την επόμενη της μεθεπόμενης εβδομάδας. Ο καιρός περνάει τόσο γρήγορα. Οι εβδομάδες σας κατρακυλούν σαν άδεια βαρέλια στην κατηφόρα του κενού χρόνου.

Μπράβο αν βγάλατε τον μαραθώνιο των συνεντεύξεων κατοστάρι.

Η ανεργία του «λίγου καιρού» είναι ένα απλό επαγγελματικό διάστρεμμα. Λίγη ξεκούραση και ξανά πίσω στη δουλειά. (Να θυμάστε μόνο να προσέχετε πώς το πατάτε για να μην την ξαναπάθετε.)

Από το «για λίγο καιρό» στο «ποτέ ξανά» η χρονική απόσταση είναι μεγάλη.

Η μεταλλαγή του εαυτού σας είναι μεγαλύτερη. Αν και εξελίσσεται σταδιακά, ένα βουβό κατρακύλισμα χωρίς ντάμπα-ντούμπα, όλοι γυρνάνε το κεφάλι τους προς το μέρος σας. Καθώς οδεύετε προς το «ποτέ ξανά», αισθάνεστε τα χιλιάδες μάτια μιας μύγας αποκρουστικής στο κλόουζ-απ που μόνο εσείς από τον περίγυρό σας είστε σε θέση να δείτε επειδή βρισκόσαστε σε απόσταση αναπνοής. Μυρίζετε την μυγική ανάσα της και αναγνωρίζετε τι τρώνε «οι άλλοι», το ίδιο που φάγατε πέρσι τέτοια μέρα. Ψυχολογικά λερός, μια ποταπή ανεργόμυγα με ονοματεπώνυμο, πατάτε στο «ποτέ ξανά» με την ελπίδα ότι κάποια διπλωμένη εφημερίδα θα σας διώξει από κει.

Ο «για λίγο καιρό» εαυτός σας βγαίνει από τη φωτογραφία πάνω από το τζάκι και ανταλλάσσει χειραψία με τον άγνωστό του κύριο «ποτέ ξανά» εαυτό σας. Η μύγα-εσείς ζουζουνίζει μανιασμένη. Κρατώντας την ανάσα του, στάσιμος ο αέρας στο κλειστό δωμάτιο παρακολουθεί πότε θα πεταχτεί από καμιά φωτογραφία ή γωνία κάποια χερούκλα να την ησυχάσει με το ζόρι.

Από το στέρεο έδαφος του «προσωρινά», ένα χρονικό πηδηματάκι και ένα τηλεφώνημα που δεν έπεσε, σάς έριξαν στην κινούμενη άμμο του «μόνιμα». Η πρώτη-πρώτη σανίδα σωτηρίας έχει σχήμα κυματιστό και μια τελείτσα. Είναι το ερωτηματικό του «ποτέ ξανά;», «μόνιμα;» που βλέπετε πριν η κινούμενη άμμος σάς καλύψει τα μάτια. Της ατομικής τελείας σας προηγείται ο σπασμένος κύκλος του κόμματος και μια φευγάτη τελεία στον αέρα. Από πού να κρατηθείτε;

Από «όπου να ‘ναι».

Σκέψη στο περιθώριο
«Πότε ξανά;» στη θέση του «ποτέ ξανά».

Noέλ Μπάξερ


Κείμενο δεύτερο

Δύσκολες ερωτήσεις

Πού εργάζεσαι τώρα;
- Με τι ασχολείσαι;
Εύκολες ερωτήσεις, πόσο δυσκολέψατε!

Αντιστραφήκατε σαν κέρμα, παλιά τα πηγαίναμε θαυμάσια. Χαιρόμουν να σας ρωτούν για να έχω τη χαρά να απαντώ. Να μιλώ για τον εαυτό μου με καλά λόγια. Να φουσκώνω λίγο τα επιτεύγματα υπονοώντας υπερθετικούς βαθμούς. Μου άρεσε να μετρώ το μέγεθός μου σε μάτια που διαστέλλονταν για να με χωρέσουν.

Με το που μπαίνατε στο στόμα του συνομιλητή μου, με το που ξεμυτούσε εκείνο το «πού εργ...», μου κλείνατε το μάτι. «Εμπρός», ήταν σαν να μου λέγατε, «πες τα όλα και όμορφα!».

Εύκολες ερωτήσεις, γιατί μου δυσκολέψατε;

Τι συνέβη ξαφνικά και μου γυρίσατε; Πού πήγε ο καλός ο λόγος σας; Πού πήγε ο καλός μου εαυτός;

Χάλασε η παρέα, δεν τα πάμε καλά τώρα, έτσι; Μου γυρίσατε και σας γυρίζω κι εγώ την πλάτη, τάχα δεν σας ακούω. Ατυχία, πέσατε μαζί με τα κρεσέντο στο πικ-απ, νομίζω πως άκουσα το κουδούνι, κάποιος που δεν διψάει μου ζητάει νερό, ένας αόρατος αγκώνας με σκούντησε στο πλάι, λυπάμαι δεν σας άκουσα.

Θα τα ξαναπούμε, ερωτήσεις, δεν θα χαθούμε. Μην χαθούμε! Θα το ‘θελα να ξαναβρεθούμε, θα το ‘θελα πολύ. Κάποια μέρα να συναντηθούμε σε κάποια χείλη. Ξέρω πού συχνάζετε, μπορώ και διαβάζω τα χείλη, αλλά δεν έρχομαι να σας βρω. Δεν θέλω να ακούσω κουβέντα.

Η νέα μου γειτονιά μιλάει για τον καιρό. Θα σας ξαναέρθω όμως, σας επιθύμησα κι ας είστε παλιοερωτήσεις. Κρατήστε μου μια θέση, ένα σκαμπό, κάτι, δεν θέλω ορθοστασία. Δεν θέλω να είμαι πια ψηλή. Είμαι πλέον ταπεινή.

Μην συνεχίζετε να με ταπεινώνετε, κακούργες ερωτήσεις. Ας ξαναγίνουμε παλιόφιλοι.

- Τι σκέφτεσαι να κάνεις τώρα;
Δεν θα μπορούσαμε να τα πάμε χειρότερα! Παλιοερωτήσεις, δεν βάζετε μυαλό!

Σκέψη στο περιθώριο
Τι να κάνω που δεν μ’ αρέσει να μιλάω για τον καιρό;

Νοέλ Μπάξερ