Kαιρό είχαμε να ακούσουμε από τη φίλη μας τη Νοέλ Μπάξερ, τη δικαιολογούμε όμως γιατί μας ετοίμαζε κάτι πάρα παρα πολύ καλό...δε σας λέω τι, θα σας το αποκαλύψει η ίδια όταν θελησει. Στο μεταξύ ένα μικρό δείγμα της γραφής της, πάντα επίκαιρο, στους καιρούς που ζούμε..Απολαύστε το.
" Μπαμπουσκίτσα
(Έτσι μικρές μάς φτιάχνουν σήμερα)
«Αχά!», είπα και άνοιξα την μεγάλη μπαμπούσκα κι έβγαλα από μέσα την μικρότερη. Ξεβίδωσα κι αυτή κι έβγαλα από μέσα της την ακόμα μικρότερη. Κι από αυτή την κι άλλο μικρότερη. Και στην συνέχεια, μέσα από αυτή, έβγαλα την τελευταία. Την τοσοδούλικη που δεν μικραίνει άλλο! Έστησα τις μπαμπούσκες πλάι-πλάι παραταγμένες στην σειρά καθ’ ύψος και είδα πώς ήμουν και πώς έγινα!!
Θαύμασα τις μπαμπούσκες! Λυπήθηκα τον εαυτό μου!
«Η μικρότερη μπαμπούσκα της σειράς κατάντησα», σκέφτηκα με θλίψη. «Μια μπαμπουσκίτσα!»
Στην τηλεόραση δεν με φωνάζουν έτσι. Το λένε «συρρίκνωση». Είναι πιο πομπώδες και επιστημονικό αλλά εμένα δεν μ’ αρέσει, μου έρχεται στο μυαλό κάτι ζούφιο και ρυτιδιασμένο. Δεν θέλω να είμαι ζούφια.
Γι’ αυτό, προτιμώ να με λέτε «μπαμπουσκίτσα».
Με κεφαλαίο Μι, παρακαλώ. Μπαμπουσκίτσα.
Κάθομαι, λοιπόν, στητή στην καρέκλα μου, με όρθια πλάτη, και με βλέπω. Με τις μπαμπούσκες, τις ρώσικες κούκλες, απέναντί μου δεν χρειάζομαι καθρέφτη για να με δω. Αυτό διαπιστώνω και χαίρομαι γιατί όλο πλεονεκτήματα είναι οι άτιμες. Έχω μπρος μου πέντε ζευγάρια ζωγραφισμένα μάτια. Κοιταζόμαστε. Εκείνες χαμογελούν, εγώ όχι. Δεν ξέρω τι βλέπουν πάνω μου και χαμογελούν (ή περιγελούν μήπως;), εγώ πάντως δεν χαμογελώ γιατί βλέπω σε αυτές εμένα συρρικνωμένη. Κι αυτό δεν είναι αστείο.
Δεν είναι διόλου ευχάριστο.
Σύρω πιο μπροστά από τις άλλες την τοσοδούλικη, την μέσα-μέσα κουκλίτσα μπαμπούσκα, γιατί γειτνιάζω πιο πολύ με αυτήν σε μέγεθος, σαν από μια οικογένεια αδελφές να διαλέγω την πιο κοντινή μου στο σουλούπι, και με παρατηρώ. Χωριάτισσα ντυμένη, με μαντίλα. Μαύρα ζωγραφιστά μάτια σαν καμένες τελείες και χείλη κόκκινα τριανταφυλλένια. Μια χαρά!
«Περίφημα!» λέω κι αισθάνομαι καλά με τον εαυτό μου. Καλά στα ρούχα μου. Κι ας μην με έχω δει ποτέ στο παρελθόν με μαντίλα. Μου αρκεί που δεν είμαι ρυτιδιασμένη. Ρυτιδιασμένα συρρικνωμένη. «Κουκλάκι σκέτο. Να τι είμαι», λέω στον εαυτό μου δυνατά για να με ακούσω μπας και πειστώ. «Χαριτωμένη μινιατούρα!» (Λίγο ακόμα και σε λίγο θα σφυρίζω χαρούμενα.)
Μειδιώ.
Χαμογελώ, γιατί έτσι μας φτιάχνουν εμάς τις μπαμπούσκες. Κάθομαι χαμογελαστή με την στητή μου πλάτη ανησυχώντας μόνο μήπως τα χείλια μου δεν είναι ικανοποιητικά τριανταφυλλένια.
Μήπως δεν είμαι καλή μπαμπουσκίτσα, φοβάμαι.
Κάθομαι έτσι για ώρες. Στην καρέκλα της κουζίνας μου. Στητή και χαμογελαστή με βρίσκει η νύχτα γιατί κάποια ώρα το φως χαμηλώνει. Ήρθε η νύχτα και τρίβει τα μάτια της. Πλησιάζει και με πλησιάζει. «Άνθρωπος είναι τούτη;», σκιάζεται. «Πού πήγε ο άνθρωπος που ήταν εδώ» αναρωτιέται κι ανοίγει και ψάχνει τα ντουλάπια της κουζίνας. Εγώ την βλέπω τι κάνει αλλά δεν αφήνω την στητή στάση μου ούτε το ζωγραφισμένο μου χαμόγελο. Δεν αξίζει να αφήσω για μια νύχτα ό,τι μου πήρε μήνες να κατορθώσω. Ενδόμυχα εύχομαι, μόνο, να μην μου ανακατέψει τα ντουλάπια. Χρειάζομαι δουλειά, αλλά όχι τούτη!
Η νύχτα είναι μεγάλη. Μια θεόρατη μπαμπούσκα. Μέσα της κρύβει νυχτερινούς ψιθύρους, βραδινά αγκομαχητά, σκοτεινά σχέδια, λευκές νύχτες, εφιδρώσεις σε καθαρά σεντόνια, συνευρέσεις χωρίς νόημα. Και όνειρα. Πολλά όνειρα! Καλά γαντζωμένα όνειρα και πεφταστέρια όνειρα που προκαλούν τον άνθρωπο να κάνει μια ευχή (δεν πραγματοποιούνται) και φρεσκογεννημένα όνειρα που γεννιούνται εκείνη τη νύχτα. Άραγε θα ενηλικιωθούν;
Μέσα της η μπαμπούσκα-νύχτα κρύβει, ακόμη, νυχτέρια και κρησφύγετα. Ο καθείς μας στο κρησφύγετό του. Άλλος το βρέχει από φόβο, άλλος με δάκρυα… ενώ για άλλους, βέβαια, αλλού βρέχει. Μια μεγάλη μπαμπούσκα είναι η νύχτα που χωράει τους πολλούς, πάμπολλους εαυτούς μας. Πολλές γυναίκες, πολλούς άντρες, πολλά παιδιά, …πολλά σκυλιά. Δίπλα μου παρόμοια στητή κάθεται η χοντρή σκυλίτσα-μπαμπούσκα περιμένοντας την κυρά της να ζωντανέψει.
Μία μπαμπούσκα γίγαντας η νύχτα. Με τριανταφυλλί χείλια που δεν φαίνονται στο σκοτάδι και μαύρα μάτια που έτσι κι αλλιώς δεν φαίνονται στο σκοτάδι. Κάθεται δίπλα μου και περιμένει υπομονετικά σαν μάνα. Περιμένει, όπως εγώ, να ξημερώσει. Για να μου κάνει καλή παρέα (και επειδή λίγο βαριέται), ανάβει την τηλεόραση. Πέφτουμε σε Ειδήσεις.
Στα σκληρά κι όχι στα μαλακά πέφτουμε, δηλαδή.
Με τα αμυγδαλωτά ζωγραφιστά μου μάτια κοιτάω ανέργους στους δρόμους, ταξιτζήδες να διαπληκτίζονται, συνταξιούχους να αδειάζουν τα τελάρα μετά τη λαϊκή και να διαλέγουν λιωμένα φρούτα, «στοιχηματίες» να παίζουν με τα νεύρα μας και να βάζουν στοίχημα ότι δεν θα φυλακιστούν, παιδιά που πηγαίνουν στα σχολεία τους με σάκες χωρίς βιβλία. Στην τηλεόραση το χαρούμενο πρόσωπο του Μίκυ Μάους, έτσι το θυμόμουν παλιά, πάνω στην κενή σχολική σάκα δείχνει ρυτιδιασμένο. Συρρικνωμένος έως κι ο Μίκυ!
«Μπράβο τους!», επαινώ ειρωνικά.
Χαμογελώντας πάντα.
Στο επόμενο πλάνο περιμένει ένας μεσήλικας καθισμένος σε πεζοδρόμιο. Βαστάει το κεφάλι του με τα δυο του χέρια. Θα ήθελα να το νιώθει βαρύ από σκέψεις μα είναι, ξέρω, βαρύ από έγνοιες. Συνεχόμενα στις Ειδήσεις βλέπω έναν κόσμο που δεν είναι χαμογελαστός. Ούτε ωραία στημένος όπως εγώ στην καρέκλα του.
«Νύχτα, κλείνεις την τηλεόραση, σε παρακαλώ;»
Δεν μου αρέσει να βλέπω τον κόσμο μου συρρικνωμένο σαν φωτοτυπία σε σμίκρυνση, ελάχιστο. Δεν θέλω έναν κόσμο μπαμπουσκίτσα!
(Ούτε, βέβαια, μια Ελλάδα μπουκίτσα.)
Στο σκοτάδι οι πέντε μπαμπούσκες, έξι με μένα, χαμογελούμε στο κενό.
Νοέλ Μπάξερ
(Αναδημοσίευση από το ηλεκτρον. περιοδικό «Ως3»)"
Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011
Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011
ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΤΕΛΟΣ;

Σε αφορμή όσα βιώνουμε τον τελευταίο καιρό και επειδή δε θέλω να με παρασύρει το , το ρεύμα της κατάθλιψης και της απαισιοδοξίας που φουσκώνει μέρα με τη μέρα βάλθηκα να ψάχνω κάποιες παλιές φωτογραφίες για να φέρω ξανά κοντά μου στιγμές χαράς και ευτυχίας. Κοιτάζοντάς τις φωτογραφίες αυτές, κάποιες τις μοιράζομαι μαζί σας,μου γεννήθηκε το ερώτημα: Μπορεί να ειναι αυτό το τέλος; Εμείς που αντέξαμε και επιβιώσαμε, επιδρομές βαρβάρων από στεριές και θάλασσες, πολέμους,πείνες,εμφύλιες συρράξεις, φυσικές θεομηνίες, σεισμούς,καταποντισμούς, πυρκαγιές.. και τα μύρια όσα, θα χαθούμε τώρα; Θα πνιγούμε στους φόρους και τα μνημόνια, τα μεσοπρόθεσμα και τα μακροπρόθεσμα, τις οργανωμένες και ανοργάνωτες πτωχεύσεις, τις παύσεις πληρωμών,τις υποβαθμίσεις των χρηματοοικονομικών οίκων και όχι μόνο... Τι θα γίνει με μας; Ήρθε το τέλος; Το τέλος όσων ονειρευτήκαμε για μας και τα παιδιά μας, το τέλος όσων ζήσαμε και αγαπήσαμε;
Ο πανάρχαιος μύθος της Πανδώρας λέει πως σαν άνοιξε την Πυξίδα, το κουτί που της είχαν χαρίσει οι Θεοί και ξεπήδησαν από μέσα όλα τα δεινά των ανθρώπων έμεινε στον πάτο τελευταία η Ελπίδα.. Να είναι έτσι; Οι μύθοι πάντα λένε την αλήθεια κρυμμένη όμως..
ΑΎΡΙΟ ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ ΑΛΛΗ ΜΕΡΑ.
ΚΑΛΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΚΑΙ ΚΑΛΟ ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ
Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011
Όσπρια και άλλα ..υγιεινά
Καιρό είχα να σας θυμίσω τη φίλη μας τη Νοέλ Μπάξερ, ιδού ένα τελευταίο, γλυκόξινο, ή γλυκόπικρο αν προτιμάτε σαν τις ειδήσεις τώρα τελευταία..
"Καλώς τα όσπρια!
Το ψυγείο είναι από τα πρώτα οχυρά που πέφτουν ηττημένα από την επέλαση της ανεργίας. Η απομάκρυνση από το εργασιακό φρούριο σηματοδότησε την ημερομηνία λήξης αρκετών από τα ακριβά εδέσματα που θεωρούσαμε μια μικρή πολυτέλεια που δικαιούμασταν «βρε αδελφέ».
Το στομάχι μας έγινε πιο μελετηρό. Διαβάζει την τιμή στο ράφι και απομνημονεύει προσφορές προς τον καταναλωτή περισσότερο από παλιά, όταν θεωρούσε ότι ο πλούσιος γονιός του (εμείς) θα του παρείχαμε ό,τι επιθυμούσε στο πιάτο.
Επόμενο, οι διατροφικές συνήθειες θα αλλάξουν. Η σύνθεση του ψυγείου μας θα είναι από τις πρώτες αλλαγές που θα σημειώσουμε στο μπλοκάκι με τη λίστα για το σούπερ μάρκετ που πλέον θα έχει μπόλικο άγραφο χώρο και κενά περιθώρια για τις υποσυνείδητες μουντζούρες της σκέψης μας.
Αν οι μουντζούρες σας είναι επάλληλα στρογγυλά κυκλάκια, δεν είναι οι Ολυμπιακοί Κύκλοι. Ερμηνεύονται ως φακές.
Τα όσπρια θα ξαναμπούν στη ζωή και στην κατσαρόλα μας. Επιβραβευμένα με θρεπτικά παράσημα και εύσημα παραδοσιακής ελληνικής κουζίνας, θα επιστρέψουν θριαμβευτικά αφήνοντας στο τασάκι με τα κέρματα, δίπλα στην πόρτα, τα χρήματα που εξοικονομούμε επιλέγοντας όσπρια στο τραπέζι μας.
Οι σημερινές ελληνικές κουζίνες και κιτσινέτ προτείνουν φασόλια, φακές, φάβα και ρεβίθια. Άξαφνα, το ρεβίθι άφησε το παραμύθι κι από κάτω από το στρώμα που ενοχλούσε την κοιμισμένη κακομαθημένη βασιλοπούλα επιστρέφει δυναμικά στην κατσαρόλα της ξεβολεμένης νοικοκυράς που πασχίζει να επαναλάβει το θαύμα του Χριστού που χόρτασε πέντε χιλιάδες νοματαίους με πέντε καρβέλια και δυο ψάρια.
Είναι πιθανό το άσημο ρεβίθι να ξαναγίνει διατροφικός άρχοντας όπως την εποχή της Κατοχής και ο ελληνικός καφές μας στο μέλλον να φτιάχνεται ξανά από ρεβιθόζουμο. Ρετρό κατοχικές συνταγές μαγειρικής τότε θα αποκτήσουν πάλι αξία, την υπερτιμημένη αξία της αντίκας, και οι συνταγές της κατοχικής γιαγιάς θα βγουν από το παλιό συρτάρι προκαλώντας επιφωνήματα χαράς και δικαιολογημένους πανηγυρισμούς στη μαζώχτρα μητέρα μας που της γκρινιάζαμε τόσα χρόνια πως δεν πετούσε τα άχρηστα.
Η μπομπότα θα ζήσει ένδοξες στιγμές και στην μεθεπόμενη γενιά;
Απέναντι στα όσπρια τοποθετείται ο 4χ4 ηγέτης του ντουλαπιού του ανέργου, το μακαρόνι. Ευθυτενές, στρογγυλό ή πατικωμένο ως λαζάνι. Λεπτό «σαν μακαρόνι» ή χοντρό «ο χοντρός της τάξης των μακαρονιών». Στριμμένο «σαν βίδα ή ουρά από μακαρονογουρουνάκι», κοφτό για όσους βαριούνται τη ζωή τους. Χωριάτικο με αυγά, πολύχρωμο με λαχανικά, σφυρίχτρα αν το παιδάκι σας ξέρει πώς να το ρουφά, σε σχήμα κογχύλι για τους θαλασσινούς. Φιογκάκι για τα ρομαντικά κορίτσια.
Κάποιες μέρες το μακαρόνι χτυπάει τον ανταγωνιστή ρύζι κάτω από τη ζώνη, ως κριθαράκι.
Τέλος, προτεινόμενο ελληνικό οικογενειακό πιάτο της Κυριακής συνιστάται το «δεν παίρνεις τηλέφωνο τη μαμά σου να πάμε αύριο να φάμε εκεί με τα παιδιά;».
Σκέψη στο περιθώριο
Τρώγοντας άνεργα, κόβονται χοληστερίνη και τα υπόλοιπα.
Νοέλ Μπάξερ
Ένα από τα κείμενά της για την ανεργία"
"Καλώς τα όσπρια!
Το ψυγείο είναι από τα πρώτα οχυρά που πέφτουν ηττημένα από την επέλαση της ανεργίας. Η απομάκρυνση από το εργασιακό φρούριο σηματοδότησε την ημερομηνία λήξης αρκετών από τα ακριβά εδέσματα που θεωρούσαμε μια μικρή πολυτέλεια που δικαιούμασταν «βρε αδελφέ».
Το στομάχι μας έγινε πιο μελετηρό. Διαβάζει την τιμή στο ράφι και απομνημονεύει προσφορές προς τον καταναλωτή περισσότερο από παλιά, όταν θεωρούσε ότι ο πλούσιος γονιός του (εμείς) θα του παρείχαμε ό,τι επιθυμούσε στο πιάτο.
Επόμενο, οι διατροφικές συνήθειες θα αλλάξουν. Η σύνθεση του ψυγείου μας θα είναι από τις πρώτες αλλαγές που θα σημειώσουμε στο μπλοκάκι με τη λίστα για το σούπερ μάρκετ που πλέον θα έχει μπόλικο άγραφο χώρο και κενά περιθώρια για τις υποσυνείδητες μουντζούρες της σκέψης μας.
Αν οι μουντζούρες σας είναι επάλληλα στρογγυλά κυκλάκια, δεν είναι οι Ολυμπιακοί Κύκλοι. Ερμηνεύονται ως φακές.
Τα όσπρια θα ξαναμπούν στη ζωή και στην κατσαρόλα μας. Επιβραβευμένα με θρεπτικά παράσημα και εύσημα παραδοσιακής ελληνικής κουζίνας, θα επιστρέψουν θριαμβευτικά αφήνοντας στο τασάκι με τα κέρματα, δίπλα στην πόρτα, τα χρήματα που εξοικονομούμε επιλέγοντας όσπρια στο τραπέζι μας.
Οι σημερινές ελληνικές κουζίνες και κιτσινέτ προτείνουν φασόλια, φακές, φάβα και ρεβίθια. Άξαφνα, το ρεβίθι άφησε το παραμύθι κι από κάτω από το στρώμα που ενοχλούσε την κοιμισμένη κακομαθημένη βασιλοπούλα επιστρέφει δυναμικά στην κατσαρόλα της ξεβολεμένης νοικοκυράς που πασχίζει να επαναλάβει το θαύμα του Χριστού που χόρτασε πέντε χιλιάδες νοματαίους με πέντε καρβέλια και δυο ψάρια.
Είναι πιθανό το άσημο ρεβίθι να ξαναγίνει διατροφικός άρχοντας όπως την εποχή της Κατοχής και ο ελληνικός καφές μας στο μέλλον να φτιάχνεται ξανά από ρεβιθόζουμο. Ρετρό κατοχικές συνταγές μαγειρικής τότε θα αποκτήσουν πάλι αξία, την υπερτιμημένη αξία της αντίκας, και οι συνταγές της κατοχικής γιαγιάς θα βγουν από το παλιό συρτάρι προκαλώντας επιφωνήματα χαράς και δικαιολογημένους πανηγυρισμούς στη μαζώχτρα μητέρα μας που της γκρινιάζαμε τόσα χρόνια πως δεν πετούσε τα άχρηστα.
Η μπομπότα θα ζήσει ένδοξες στιγμές και στην μεθεπόμενη γενιά;
Απέναντι στα όσπρια τοποθετείται ο 4χ4 ηγέτης του ντουλαπιού του ανέργου, το μακαρόνι. Ευθυτενές, στρογγυλό ή πατικωμένο ως λαζάνι. Λεπτό «σαν μακαρόνι» ή χοντρό «ο χοντρός της τάξης των μακαρονιών». Στριμμένο «σαν βίδα ή ουρά από μακαρονογουρουνάκι», κοφτό για όσους βαριούνται τη ζωή τους. Χωριάτικο με αυγά, πολύχρωμο με λαχανικά, σφυρίχτρα αν το παιδάκι σας ξέρει πώς να το ρουφά, σε σχήμα κογχύλι για τους θαλασσινούς. Φιογκάκι για τα ρομαντικά κορίτσια.
Κάποιες μέρες το μακαρόνι χτυπάει τον ανταγωνιστή ρύζι κάτω από τη ζώνη, ως κριθαράκι.
Τέλος, προτεινόμενο ελληνικό οικογενειακό πιάτο της Κυριακής συνιστάται το «δεν παίρνεις τηλέφωνο τη μαμά σου να πάμε αύριο να φάμε εκεί με τα παιδιά;».
Σκέψη στο περιθώριο
Τρώγοντας άνεργα, κόβονται χοληστερίνη και τα υπόλοιπα.
Νοέλ Μπάξερ
Ένα από τα κείμενά της για την ανεργία"
Τετάρτη 22 Ιουνίου 2011
"Eτσι θέλω να θυμάμαι" Γιόλας Δαμιανού-Παπαδοπούλου

Πιστή στην υπόσχεσή μου σας παρουσιάζω το τελευταίο βιβλίο της Γιόλας Δαμιανού- Παπαδοπούλου, " Έτσι θέλω να θυμάμαι".( Εκδόσεις «Ωκεανίδα») που παρουσιάζεται αύριο στου «Ελευθερουδάκη» στις 7 η ώρα το απόγευμα όπως σας έχω ήδη πει.
Με ένα δύσκολο θέμα που, απ΄όσο εγώ τουλάχιστον εγώ γνωρίζω, δεν έχει ασχοληθεί άλλος συγγραφέας στην Ελλάδα, καταπιάστηκε αυτή τη φορά η Γιόλα Δαμιανού- Παπαδοπούλου. Το θέμα των παιδιών που γεννιούνται από την ένωση δύο διαφορετικών φυλετικά, εθνικά και πολιτισμικά ανθρώπων. Ενός λευκού/λευκής και ενός έγχρωμου/ης. Παιδιά που δεν ανήκουν ούτε στον ένα ούτε στον άλλο κόσμο. Παιδιά, τις πιο πολλές φορές χωρίς ταυτότητα, ξεχασμένα, αφημένα στην τύχη τους. Παιδιά, έρμαια της μοίρας και του πεπρωμένου που είναι γραμμένο στο DNA που φέρουν και των μυστικών που τους κρύβουν για να "μην τα πληγώσουν", αλλά που όταν φανερωθούν, γιατί ως γνωστόν "ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον," πληγώνουν βαθιά και πολλές φορές ανεπανόρθωτα..
Ένα τέτοιο παιδί είναι ο Μάικλ, ο ήρωας του μυθιστορήματος. Παιδί ενός μεγάλου έρωτα ενός λευκού και μιας μαύρης. Ο Μάικλ, όπως όλα τα παιδιά που γεννήθηκαν από μια τέτοια ένωση, είναι ένα παιδί προικισμένο, όμορφο και έξυπνο, μεγαλώνει μέσα στην αγάπη, γρήγορα όμως όλα θα ανατραπούν. Θα χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια του, θα χάσει ανθρώπους που αγαπά και στηρίζεται πάνω τους και θα αρχίσει να βασανίζεται από ερωτήματα και διλήμματα που δεν έχουν απάντηση. Δεν έχουν γιατί εκείνοι που θα μπορούσαν να δώσουν τις απαντήσεις δε θέλουν ή και δε μπορούν. Είναι "Μάικλ" ή "Μιχάλης"; Είναι "Οχμπάρα" ή "Σταματέλος"; Ποιά είναι η πατρίδα του; Η Ελλάδα ή η Αφρική; Ανήκει στον κόσμο του πατέρα ή στον κόσμο της μητέρας του; Είναι λευκός ή μαύρος; Είναι Μιγάς. Είναι "μπάσταρδος" όπως τον αποκαλούν οι λευκοί. Είναι "μπακίν μπατούρε" όπως τον αποκαλούν οι πατριώτες της μητέρας του. Είναι όλα αυτά και είναι ο εαυτός του.
Δεν έχω σκοπό να σας διηγηθώ την ιστορία του βιβλίου, είναι μια ιστορία απλή και συγκινητική. Μια ιστορία μεγάλης αγάπης αλλά και μιας δυνατής φιλίας. Κρυμμένων μυστικών και απρόβλεπτων ανατροπών . Η δύναμη της περιγραφής, η ανάλυση των αισθημάτων και των χαρακτήρων, η σε βάθος γνώση της ανθρώπινης ψυχής, των παθών και των ελαττωμάτων που μας χαρακτηρίζουν και καθορίζουν την πορεία της ζωής του καθενός μας, δίνονται από τη συγγραφέα με τρόπο αριστοτεχνικό. Γνωρίζεις και αγαπάς τους ήρωες, την Ατλίν, το Βασίλη, τη Τζόζεφιν και το Γιώργο, το Μάικλ και τον Γέσπερ, τη Μέλα και το Νάνα. ΄Ολοι γερά χτισμένοι, με ελαττώματα και πάθη, με φιλοδοξίες και προτερήματα. Αγαπάς και θυμώνεις με τις επιλογές τους, λυπάσαι και πάσχεις μαζί τους. Ως εδώ καλά. Θα μπορούσε να είναι ένα οποιοδήποτε καλό μυθιστόρημα στημένο σε μια οποιαδήποτε εποχή ή χώρα. Εκείνο όμως που το χαρακτηρίζει και το κάνει να διαφέρει,. εκείνο που έχει για μένα τη μεγαλύτερη αξία είναι η δύναμη της γραφής της Γιόλας Δαμιανού- Παπαδοπούλου. Μέσα από την αναδρομή των αναμνήσεων του Μάικλ μια άγνωστη μα ολοζώντανη και πάλλουσα από αντιθέσεις και εσωτερικές αναταραχές Νιγηρία φανερώνεται στα μάτια του ανυποψίαστου αναγνώστη. Χρώματα, αρώματα, ήχοι, οσμές. Ένας ανελέητος ήλιος σε ένα έντονα γαλάζιο ουρανό φωτίζει χώρα και ανθρώπους, μάρτυρας τραγικών γεγονότων. Πολέμων και εμφύλιων σπαραγμών. Οι νεώτεροι ίσως δεν έχουν ακούσει ποτέ την έκφραση "παιδί της Μπιάφρας". Τη δική μου όμως μνήμη ,όπως και πολλών άλλων της γενιάς μου, στοιχειώνουν εικόνες παιδιών με τεράστιες πρησμένες κοιλιές, με χέρια και πόδια κλωστίτσες και κεφαλάκια που κρέμονται ανήμπορα στην αγκαλιά σκελετωμένων μανάδων με στήθη αδειανά να μας κοιτάζουν με μάτια τεράστια γεμάτα ικεσία, " κάνετε κάτι, εσείς οι πολιτισμένοι, οι χορτάτοι, μη μας ξεχνάτε.."
Αυτή τη χώρα, που την τσουρουφλίζει ο έντονος ήλιος, τη δέρνουν οι βίαιες καταιγίδες και το χαρματάνι δεν αφήνει τους ανθρώπους να αναπνεύσουν από τη σκόνη που τυλίγει σαν πέπλο τα πάντα, αυτή τη χώρα που οι άνθρωποι πιστεύουν ακόμη στη μαγεία και τη δύναμη των πνευμάτων, περιγράφει η Γιόλα Δαμιανού- Παπαδοπούλου με δύναμη και ευαισθησία και δεξιοτεχνία ζωγράφου. Ανοίγει για χάρη μας το καλειδοσκόπιο των χρωμάτων της, το έντονο πράσινο των δέντρων, το βαθύ γαλάζιο του ουρανού, το έντονο κόκκινο και το μωβ των λουλουδιών των φλογόδεντρων και των τζιακαράντα που στρώνουν χαλί με τα πέταλά τους στους δρόμους. Βλέπουμε τις πλούσιες επαύλεις και πολυτελή ξενοδοχεία, κλάμπς και σχολεία των προνομιούχων, αλλά μυρίζουμε και τη ξινή και σάπια μυρωδιά των υπονόμων του Σαμπόν Γκαρί, της συνοικίας των μαύρων. Παρακολουθούμε παραδοσιακές τελετές, χαρούμενες, αλλά και σκοτεινές όπου ο μάγος ντίμπια καλεί και καλοπιάνει τα πνεύματα για να κάνουν αυτό που ζητά ο πελάτης.
Η Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου έζησε και αγάπησε την Αφρική, στην ουσία ποτέ δεν έφυγε από εκεί. Δεν αγάπησε το γραφικό ή το διαφορετικό, αγάπησε τους ανθρώπους, τα κουρελιασμένα και ανάπηρα παιδιά που απλώνουν βρώμικα χέρια για να πουλήσουν μια χούφτα φιστίκια, αλλά βλέπεις μέσα στα μάτια τους τη δύναμη και τη δίψα για ζωή. Αυτή την Αφρική αγάπησε και αγαπά η Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου, αυτή την Αφρική μας γνωρίζει με το καινούργιο της βιβλίο " Έτσι θέλω να θυμάμαι" και αυτή την Αφρική μας καλεί να γνωρίσουμε και να αγαπήσουμε και εμείς.
Δε μπορώ παρά να μη συγχαρώ τη συγγραφέα για το βιβλίο αυτό, θα έλεγα χωρίς δισταγμό το καλύτερό της μέχρι στιγμής.. Ξεχωρίζω δύο κεφάλαια, το πρώτο και το τελευταίο. Το άνοιγμα και το κλείσιμο της αυλαίας στη σκηνή της καρδιάς του ήρωα όπου τα αισθήματα είναι τόσο έντονα σαν το φως της πατρίδας του, όπου η εικόνα μιας γυναίκας με κατακόκκινο φόρεμα και καστανά μακριά μαλλιά είναι πανταχού παρούσα, αλλά και ταυτόχρονα απούσα...
Κλείνοντας το βιβλίο μένεις πολλή ώρα με τη σκέψη στα πάθη και τις ζωές των άλλων που έγιναν δικά σου όσο το διάβαζες. Το κλείνεις αλλά δεν το αφήνεις, είναι από τα βιβλία που θα γυρίζεις ξανά και ξανά κοντά τους.
Τελειώνοντας θέλω να πω και δύο λόγια για το πολύ πετυχημένο εξώφυλλο του βιβλίου. Τα ζωηρά χρώματα, πορτοκαλί και γαλάζιο που κυριαρχούν παραπέμπουν στα χρώματα της Αφρικής.. Ένα λουλούδι προβάλλει ξεκομμένο και παραδίπλα ένα άλλο μικρότερο, μισό. Καλέντουλα νομίζω πως είναι το όνομα των λουλουδιών. Το αγριολούλουδο της άνοιξης που μοιάζει με μαργαρίτα αλλά δεν είναι, που έχει θεραπευτικές ιδιότητες, αλλά και μαγικές..γιατί ,λένε πως. επιτρέπει στους ανθρώπους να δουν τις νεράιδες και στις γυναίκες να επιλέξουν τον κατάλληλο σύντροφο. Κάποιοι άλλοι το συνδέουν και με το θάνατο, το λένε και νεκρολούλουδο... Στη γλώσσα όμως των λουλουδιών, το λουλούδι της καλέντουλας συμβολίζει τη λαμπρότητα της νίκης. ΄Αραγε νίκησαν οι ήρωες του βιβλίου τους δαίμονες τους;
Το λουλούδι του εξώφυλλου είναι κλειστό, μοιάζει να μη θέλει να ανοίξει να αντικρίσει τον ήλιο. Ο ήλιος είναι ζωή και η αλήθεια, αλλά η ζωή και η αλήθεια μπορεί να πονούν μπορεί να κάψουν το λουλούδι, να το μαράνουν πριν την ώρα του...είναι έτσι; Εσείς θα κρίνετε. Διαβάστε αυτό το υπέροχο βιβλίο της Γιόλας Δαμιανού-Παπαδοπούλου και ευχηθείτε μαζί μου "Καλοτάξιδο και αυτό το βιβλίο σου Γιόλα". Σε ευχαριστούμε για τη χαρά της ανάγνωσης και το ταξίδι στη χώρα της μαγείας και των αντιθέσεων.
Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011
Eτσι θέλω να θυμάμαι


Τις μέρες αυτές διαβάζω ένα ωραίο βιβλίο. Κάτι διαφορετικό από τα συνηθισμένα.Η συγγραφέας Γιόλα Δαμιανού Παπαδοπούλου μας έχει ως τώρα δώσει ωραία δείγματα της δουλειάς της. Σας έχω μιλήσει παλίοτερα για τη "Φωνή του Δάσους" το "Αλλο μου μισό" και το "Κρατήσου από τα όνειρά σου". Σε αυτό το τελευταίο βρίσκουμε ξανά το άρωμα και τους ήχους της Αφρικής που τόσο καλά γνωρίζει και αγαπάει η συγγραφέας. Θα γράψω αναλυτικά για το βιβλίο μόλις μπορέσω. Στο μεταξύ για όποιον ενδιαφέρεται να γνωρίσει τη Γιόλα Δαμιανού Παπαδοπούλου από κοντά μπορεί να πάει στην παρουσίαση του βιβλίου που θα γίνει στου Ελευθερουδάκη στην Αθήνα στις 23 του μήνα και ώρα 7.μ.μ Μη το χάσετε αξίζει να διαβάσετε το βιβλίο και να γνωρίσετε τη συγγραφέα του.
Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011
Καλημερούδια μας
Κσλημερούδια μας,
Δυό λόγια μόνο να σας πω για να εξηγήσω το λόγο της μακράς απουσίας μου. Εδώ και λίγο καιρό είχα διάφορα προβληματάκια ποικίλης φύσεως που δε με άφηναν, και δε με αφήνουν ακόμη, να συγκεντρωθώ να γράψω στο blog ή στο fb. Ενα από αυτά το πιο πιεστικό είναι ότι περνάω και πάλι φάση "κυοφορίας". Μην τρομάζετε δε ζήλεψα τη δόξα της Σάρας. Μιλάω για άλλου είδους κυοφορία. Την κυοφορία ενός καινούργιου βιβλίου, που όπως πάντα περνάει μέσα από τους σκοπέλους της αυτοαναίρεσης και αναζήτησης που με κάνουν μονόχνωτη και γκρινιάρα και να μην έχω κουράγιο για άλλες δραστηριότητες, που καλώς εχόντων των πραγμάτων χαίρομαι να κάνω.Μέσα σε αυτές είναι φυσικά και το το διάβασμα βιβλίων και το γράψιμο στο blog.
Στα προβληματάκια μου αυτά προστέθηκε τώρα και άλλο ένα που ενώ αφορά την υγεία έχει και την τεχνική πλευρά του. ΄Εκανα μια επέμβαση για διόρθωση προβλήματος στο κότσι και τα μετατάρσια του δεξιού ποδιού. Αυτό σημαίνει ότι για αρκετό καιρό, ίσως μήνα, ίσως περισσότερο, θα εξαρτηθεί από την αντίδραση των οστών, δε θα μπορώ να κινούμαι ελεύθερα. Προς το παρόν κάθομαι όλη μέρα με το πόδι ψηλά σε μαξιλάρια και χρησιμοποιώ "πι" για να κινηθώ μέσα στο σπίτι μόνο. Τεχνικώς αυτό σημαίνει ότι δε μου είναι εύκολο να χρησιμοποιώ για πολύ ώρα το lap top κλπ. Ελπίζω να με καταλαβαίνετε και να με συγχωρείτε για την απουσία.
Θα ήθελα τόσα να σας γράψω τόσα να πω για τα βιβλία που διάβασα, το υπέροχο "Ταξίδι της Φωτιάς" της Σοφίας Βόικου που σας το συστήνω ανεπιφύλακτα. Πρόκειται για ένα βιβλίο διαφορετικό απ΄όσα έχουμε συνηθίσει, ένα βιβλίο ταξίδι αυτογνωσίας. Δεν έχω όμως το κουράγιο να γράψω περισσότερα. Ούτε μπορώ να σας περιγράψω πόσο ωραία ήταν η έκθεση του Σάκη Παπαγιάννη στο Ιδρυμα Κακογιάννη, μια έκθεση που αξίζει να πάτε να δείτε πως υλικά άχρηστα, παλιά ρουλεμάν, βίδες, ψαροκασέλες, κονσερβοκούτια, μετεμψύχωνονται και γίνονται εμπνευσμένα έργα τέχνης.
Σας υπόσχομαι να κάνω κουράγιο και να προσπαθήσω να επανέλθω το συντομότερο.
Ως τότε..γεια χαρά.
Δυό λόγια μόνο να σας πω για να εξηγήσω το λόγο της μακράς απουσίας μου. Εδώ και λίγο καιρό είχα διάφορα προβληματάκια ποικίλης φύσεως που δε με άφηναν, και δε με αφήνουν ακόμη, να συγκεντρωθώ να γράψω στο blog ή στο fb. Ενα από αυτά το πιο πιεστικό είναι ότι περνάω και πάλι φάση "κυοφορίας". Μην τρομάζετε δε ζήλεψα τη δόξα της Σάρας. Μιλάω για άλλου είδους κυοφορία. Την κυοφορία ενός καινούργιου βιβλίου, που όπως πάντα περνάει μέσα από τους σκοπέλους της αυτοαναίρεσης και αναζήτησης που με κάνουν μονόχνωτη και γκρινιάρα και να μην έχω κουράγιο για άλλες δραστηριότητες, που καλώς εχόντων των πραγμάτων χαίρομαι να κάνω.Μέσα σε αυτές είναι φυσικά και το το διάβασμα βιβλίων και το γράψιμο στο blog.
Στα προβληματάκια μου αυτά προστέθηκε τώρα και άλλο ένα που ενώ αφορά την υγεία έχει και την τεχνική πλευρά του. ΄Εκανα μια επέμβαση για διόρθωση προβλήματος στο κότσι και τα μετατάρσια του δεξιού ποδιού. Αυτό σημαίνει ότι για αρκετό καιρό, ίσως μήνα, ίσως περισσότερο, θα εξαρτηθεί από την αντίδραση των οστών, δε θα μπορώ να κινούμαι ελεύθερα. Προς το παρόν κάθομαι όλη μέρα με το πόδι ψηλά σε μαξιλάρια και χρησιμοποιώ "πι" για να κινηθώ μέσα στο σπίτι μόνο. Τεχνικώς αυτό σημαίνει ότι δε μου είναι εύκολο να χρησιμοποιώ για πολύ ώρα το lap top κλπ. Ελπίζω να με καταλαβαίνετε και να με συγχωρείτε για την απουσία.
Θα ήθελα τόσα να σας γράψω τόσα να πω για τα βιβλία που διάβασα, το υπέροχο "Ταξίδι της Φωτιάς" της Σοφίας Βόικου που σας το συστήνω ανεπιφύλακτα. Πρόκειται για ένα βιβλίο διαφορετικό απ΄όσα έχουμε συνηθίσει, ένα βιβλίο ταξίδι αυτογνωσίας. Δεν έχω όμως το κουράγιο να γράψω περισσότερα. Ούτε μπορώ να σας περιγράψω πόσο ωραία ήταν η έκθεση του Σάκη Παπαγιάννη στο Ιδρυμα Κακογιάννη, μια έκθεση που αξίζει να πάτε να δείτε πως υλικά άχρηστα, παλιά ρουλεμάν, βίδες, ψαροκασέλες, κονσερβοκούτια, μετεμψύχωνονται και γίνονται εμπνευσμένα έργα τέχνης.
Σας υπόσχομαι να κάνω κουράγιο και να προσπαθήσω να επανέλθω το συντομότερο.
Ως τότε..γεια χαρά.
Πέμπτη 28 Απριλίου 2011
Ετεροχρονισμένα Πασχαλινά
Tο ταχυδρομικό περιστέρι με τα προ και μετα πασχαλινά κειμενα για την ανεργία της Νοέλ Μπάξερ χάθηκε κάπου στη διαδρομή. Λέτε να το έφαγαν ψητό κάποιοι πεινασμένοι; ΄Η μήπως φαντάστηκε τον εαυτό του ως κομιστή κλάδου ειρήνης και...έκανε μεταβολή; ΄Ο,τι και να έγινε γεγονός είναι πως δεν τα έλαβα για να τα αναρτήσω εγκαίρως. Τώρα βέβαια δεν παίρνω και όρκο πως δε χάθηκαν κάπου στη μαύρη τρύπα του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μου....Για να σας αποζημιώσω λοιπόν (ανα)δημοσιεύω μονοκοπανιά και τα τρία και σας φιλώ γλυκά με Πασχαλιάτικες ευχές.
Κείμενο Πρώτο
Ένα χθεσινό κορίτσι μια Μεγάλη Παρασκευή
Περπατούσα πιο αργά από τους άλλους επίτηδες. Καθυστέρησα το βήμα μου αφήνοντας τον κόσμο να περνάει από δίπλα μου. Κάποιοι με σκουντούσαν, κάποιοι με προσπερνούσαν και με έξυναν, άλλοι ήταν πιο προσεχτικοί. Ίσως είχαν καταλάβει πως ήμουν εύθραυστη. Κάποιος εύθραυστος άνθρωπος. Βρέθηκα στην οπισθοφυλακή του Επιταφίου, στην άκρη-άκρη της μακριάς ουράς του κόσμου.
Κοντοστάθηκα κάτω από ένα φανάρι του δρόμου κι ακούμπησα στον στύλο του. Σαν μια γυναίκα του δρόμου. Όπως η ταπεινή γυναίκα που αγάπησε ο Χριστός. Από εκεί παρατηρούσα το παράξενο πλάσμα του Επιταφίου να περπατάει έρποντας και κυματιστά μέσα στα στενά της γειτονιάς μου. Έβλεπα στη φωτεινή ουρά του τα μικρά φωτάκια από τα κεριά να απομακρύνονται σαν σμήνος πυγολαμπίδες.
Μόνο συγκρίνοντας με κάτι ίδιο, όπως ο Επιτάφιος που επαναλαμβάνεται τυφλά και ίδια κάθε χρόνο, βοηθιέται κανείς να διακρίνει τις συνολικές αλλαγές.
Άφησα την θέση μου κάτω από τον φανοστάτη, κι ας έχασα το φως του, και χώθηκα στο ημίφως και σε τοπικά σκοτάδια. Λοξοδρόμησα και, κάνοντας μια δική μου πορεία Επιταφίου, ξεκίνησα να περπατώ μόνη μου με κατεύθυνση το Κέντρο της πόλης. Οδηγούσα τον εαυτό μου στον πυρήνα της, εκεί που στοχεύουν οι βολές των τόξων.
Κρατούσα το αναμμένο μου κερί και βάδιζα με την κατάνυξη αυτού που επιστρέφει. Αναζήτησα την παλιά μου πόλη γιατί τότε θυμάμαι πως υπήρξα ευτυχισμένη. Σίγουρα, ευτυχέστερη. Μια που το παρόν με απωθεί και το μέλλον με φοβίζει, πού αλλού είχα να στραφώ παρά στο παρελθόν;
Έφτασα στο Κέντρο της πόλης μου με την ψυχή στο στόμα.
Ήταν μια μακριά διαδρομή και χώρεσε όλα αυτά που άλλαξαν. Τίποτα δεν έμεινε στάσιμο, να περιμένει μετά από χρόνια ένα χθεσινό κορίτσι μια Μεγάλη Παρασκευή. Τίποτα, διαπίστωσα, δεν είχε την καλοσύνη να με περιμένει.
Έμεινα με το τόξο μου αμήχανο να κοιτάει έναν άγνωστο τόπο με γνώριμα χτίρια. Το Κέντρο μου είχε χάσει προ πολλού την ακμή του. Έως και το περίφημο αττικό φως τού αρνιέται σήμερα την λάμψη του, αλλιώς δεν εξηγείται πώς το φως εδώ είναι τόσο γκρίζο και θαμπό. Σαν να κοιτάς μέσα από βρώμικο τζάμι.
Τα βέλη μου, κατάλαβα, θα πήγαιναν χαράμι. Από καμία πέτρα δεν θα ανάβλυζε καθαρό νερό σε αυτό το βρώμικο και τρισάθλιο μέρος. Ήταν όλες οι πέτρες πολύ γερασμένες. Αφυδατωμένες πέρα ως πέρα. Κι αυτά που δεν τα θυμάμαι να ήταν τότε πέτρες, πέτρωσαν με τον καιρό, πέτρωσαν από τον φόβο τους ή, τα έμψυχα, απέκτησαν πέτρινη καρδιά για να αντέξουν.
Σαν τον Λωτ, τότε που εγκαταλείπαμε το άστυ μας για τα προάστια και τις σπηλιές των βράχων, μας είχε ζητηθεί από μια υψηλότερη φωνή που δεν ήταν η συνείδησή μας να μην κοιτάξουμε πίσω, για να διασωθούμε και να μην μεταμορφωθούμε κι εμείς σε πέτρες. Ένα βλέμμα πίσω και θα μέναμε «στήλη άλατος», ό,τι, αλίμονο, έπαθε η γυναίκα του Λωτ όταν έφευγαν άρον-άρον από τα βιβλικά Σόδομα.
Εμείς που παραβλέπουμε γενικά τις οδηγίες, συμμορφωθήκαμε με το «μην περιβλέψεις οπίσω σου, δια να μη απολεσθείς» (Γεν. ιθ’ 17) και την προειδοποίηση «ενθυμείσθε την γυναίκα του Λωτ» (Λουκ. ιζ’ 32) που ακούσαμε στα σχολειά μας. Υπακούσαμε και δεν κοιτάξαμε πίσω μας.
Ίσως, όμως, έτσι γίναμε όλοι πέτρινοι.
Μια ευαίσθητη νύχτα Μεγάλης Παρασκευής ξαναέβαλα το βέλος στην φαρέτρα. Δεν είχαν οι αναμνήσεις μου πού να χτυπήσουν. Εκεί κατέληξα. Έσπασα το τόξο στο γόνατο, το έκανα κομμάτια. Το πέταξα στον σωρό σκουπίδια που ξεχύνονταν έξω από τους κάδους σαν εμετός και πήρα τον δρόμο για πίσω δίνοντας μάχη να ανασάνω τα άνθη από τις νεραντζιές στα πεζοδρόμια. Όπως άλλοτε τέτοιες μέρες.
Ο Επιτάφιος μου στην επιστροφή του είχε ακολουθία από πιστούς ρύπους, θορύβους, κακοσμίες και βέβηλη ασχήμια. Με σβηστά κεριά ασφαλώς. Πορευόμουν ανάκατη με αυτό το πλήθος. Πιθανώς κι εγώ σε τέτοια κακή διάθεση αποτελούσα μια ασχήμια της πόλης. Όσες νεραντζούλες είδα στα πεζοδρόμια ήταν κάμποσο γερασμένες για να έχουν άνθη και υπερβολικά αηδιασμένες για να ανθοφορήσουν. Πίσω από τις νεραντζιές, καθώς περπατούσα διάβαζα ωραία συνθήματα γραμμένα σε λερούς τοίχους χτιρίων. Χωρίς να το θέλω ακολουθούσα την πορεία ενός επίμονου πιστού σε μία Μαρία. «Μαρία, σ’ αγαπώ.» «Μαρία, σε λατρεύω.» «Μαρία, πεθαίνω.»
Οι Επιτάφιοι μας συναντήθηκαν στο σταυροδρόμι.
Νοέλ Μπάξερ
Πάσχα 2011
(Για το ηλεκτρονικό περιοδικό Ως3)
Κείμενο δεύτερο
Όταν μεγαλώσω θα γίνω άνεργος σαν τον μπαμπά και την μαμά
Ο επαγγελματικός προσανατολισμός ξεκινάει από το σπίτι του παιδιού. Η δουλειά του μπαμπά και της μαμάς είναι τα πρώτα επαγγέλματα που το παιδί γνωρίζει σε βάθος. Εάν μάλιστα αντιληφθεί ότι πρόκειται για «σπουδαία» επαγγέλματα, από τον παιδικό σταθμό κιόλας δηλώνει ότι θα γίνει το ίδιο όταν μεγαλώσει. Αναζητώντας το μερτικό από την χρυσόσκονη που του αναλογεί στην οικογενειακή μερίδα.
Πιο σημαντικό από το όνομα του επαγγέλματος νομίζω πως είναι η «υπόσταση» επαγγέλματος. Από τότε που το παιδί γεννιέται σχηματίζει εικόνες με τα φανερά πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της δουλειάς που «έρχεται στο σπίτι». Το παιδί ανέργων είναι προφανές πως μη έχοντας ανάλογες προσλαμβάνουσες στερείται της δυνατότητας αυτής.
Τα παιδιά με την μέθοδο του παζλ, ξεκινώντας με παζλ για νήπια, εκείνα με τα μεγάλα κομμάτια, και συνεχίζοντας με όλο και μικρότερα κομματάκια, σιγά-σιγά συνθέτουν, χρόνο-χρόνο αναπτύσσουν, σταδιακά ολοκληρώνουν και, τέλος, αποκαλύπτουν την εικόνα του επαγγέλματος του γονέα. Που τους αρέσει και την κορνιζάρουν στο μυαλό τους με το μελλοντικό τους πτυχίο, ή δεν τους αρέσει και δεν ξανασχολούνται.
Εννοείται πως η εικόνα του επαγγέλματος του γονέα δεν έχει να κάνει μόνο με εμφανή εξωτερικά χαρακτηριστικά όπως το επαγγελματικό ντύσιμο και το «πώς» («διαφορετικά») μιλάμε στο τηλέφωνο. Αόρατα κομμάτια παζλ συνθέτουν την εικόνα μιας άυλης εργασιακής συμπεριφοράς: του πνεύματος του συγκεκριμένου επαγγέλματος και της εργασιακής αύρας ανεξαρτήτως επαγγέλματος.
Το παιδί ανέργων δεν έχει εικόνα. Δεν μπορεί να παίξει παζλ.
Η ικανοποίηση της εργασίας και η χαρά της επαγγελματικής προόδου ανήκουν βέβαια κι αυτά στο παζλ που το παιδάκι ανέργου δεν μπορεί να δει. Δεν τα ξέρει, δεν αναζητάει να τα μιμηθεί «μεγάλος» αφού δεν ξέρει να τα αναζητήσει, αγνοεί πώς να τα χειριστεί αργότερα ως ενήλικας. Μια ολοφάνερη δυσκολία το περιμένει όταν με την πρώτη του δουλειά τού ζητηθεί να συμπεριφερθεί ως «εργαζόμενος». Ξεκινώντας από τα βασικά, όπως να μπει σε σφιχτό εργασιακό πρόγραμμα ενώ είναι μαθημένος ο χρόνος να τρέχει ελεύθερος. Ή ουρανοκατέβατα να του τεθούν από την μια στιγμή στην άλλη αυστηρές προθεσμίες, στον ευέλικτο τρόπο ζωής που έμαθε από το σπίτι του.
Για το παιδί εργαζόμενου, όμως, αυτό ήταν το πρώτο κομμάτι του παζλ. Του δόθηκε στο χέρι ως απάντηση όταν ρώτησε «μπαμπά και μαμά, γιατί να πάτε σήμερα πάλι στη δουλειά και δεν κάθεστε σπίτι να παίξουμε;».
Το παιδάκι αυτό πλεονεκτεί και σε κάτι άλλο ανήκοντας σε εργασιακή οικογένεια. Έχει μεγαλύτερη ευκαιρία από τον «συμμαθητή με άνεργο γονέα» να αξιοποιηθούν από μικρή ηλικία κλίσεις και χαρίσματα. Το καθοριστικό για το μέλλον αυτού του τυχερού παιδιού είναι ότι την ευκαιρία αυτή να ανακαλυφθούν και αξιοποιηθούν οι κλίσεις και τα χαρίσματά του εν υπνώσει, την έχει και ο γονέας του παιδιού και μπορεί να χρηματοδοτήσει την αφύπνισή τους.
Κι αν όλα αυτά θεωρηθούν λόγια και μελλούμενα, ας μην πάμε μακριά, ας πάμε μια βόλτα σε ένα τυχαίο θεατρικό παιχνίδι στον παιδικό σταθμό της γειτονιάς. Το παιδάκι ανέργου ξεχωρίζει από τα «άλλα» της ομάδας γιατί, στερούμενο άλλων επαγγελματικών μοντέλων, επιλέγει μόνιμα να παίζει «τη δασκάλα» και «τον παιδίατρο». (Εκτός αν η δασκάλα και ο παιδίατρος είναι οι γονείς του.)
Τον χειρότερο ρόλο σε αυτό το θεατρικό παιχνίδι θα τον έχει το παιδάκι που θα πει πως θα παίξει τον άνεργο «όπως ο μπαμπάς και η μαμά». Εκτός από το ότι δεν θα έχει τι να παίξει στην παντομίμα, θα κατηγορηθεί πως στερείται φαντασίας.
Κι αν δεν μας κάνει κόπο να πάμε λίγο μακρύτερα από τον παιδικό σταθμό της γειτονιάς, ας πεταχτούμε σε άλλες χώρες με μεγαλύτερη παράδοση και πιο προχωρημένη κοινωνική υποδομή για τους ανέργους, κι ας ρωτήσουμε «τι έγιναν όταν μεγάλωσαν» τα παιδιά των «μόνιμων» ανέργων.
Επιστρέφοντας στα δικά μας, ας επιστρέψουμε με ένα γεγονός:
Όσο αυξάνονται τα άνεργα σπίτια, αυξάνεται η ευθύνη της κοινωνίας να ετοιμάσει τους αυριανούς της εργαζόμενους. Ώστε τα παιδιά, ιδιαίτερα των χρόνιων ανέργων, να λάβουν εκτός σπιτιού (αναγκαστικά) την εκπαίδευση του άρτια προετοιμασμένου εργαζόμενου.
Και του ισότιμα προετοιμασμένου εργαζόμενου. Που θα παραλάβει ως παιδάκι την σκυτάλη ενός Κράτος-Δικαίου και θα την τρέξει ως ενήλικας στην επόμενη γενιά του.
Τέλος, (τέλος;), όσο αυξάνονται τα άνεργα σπίτια, μόνο στην κοινωνία μένει να «διαβεβαιώσει» τα παιδιά ανέργων ότι όταν μεγαλώσουν δεν θα γίνουν άνεργα σαν τον μπαμπά και τη μαμά.
Σκέψη στο περιθώριο
Όσο η ανεργία στη χώρα μας υπολογίζεται με λάθος αριθμούς, ο επαγγελματικός προσανατολισμός στα σχολεία είναι λάθος.
Νοέλ Μπάξερ
Ένα ακόμη κείμενό της για την ανεργία
Κείμενο τρίτο
Αφαίμαξη στον κουμπαρά των παιδιών
Κανένας γονιός δεν είναι υπερήφανος όταν βάζει χέρι στον κουμπαρά των παιδιών. Πόσο μάλλον αν τον πιάσει το παιδί στα πράσα, με το χέρι μέσα στο γουρουνάκι.
Αν είστε άνεργος γονιός, περιμένετε. Θα έρθει η ώρα που θα συμβεί και στο γουρουνάκι-κουμπαρά του δικού σας παιδιού. Είναι καλό να γνωρίζετε, λοιπόν, ότι η κατάλληλη ώρα για αφαιμάξεις είναι όταν ο γουρουνοφύλακας λείπει στο σχολείο.
Ο τρόπος της αφαίμαξης συνιστάται να είναι μικρές δόσεις που δεν θα επηρεάσουν το βάρος του ζώου, με την ελπίδα ότι θα περάσουν απαρατήρητες. Εάν το παιδάκι σας είναι μικρό κι απονήρευτο, μια άλλη αποτελεσματική γονική συμπεριφορά είναι να κάνετε τη χορταστική σας αφαίμαξη αντικαθιστώντας στον κουμπαρά μεγάλα κέρματα με πιο μικρής αξίας για μπούγιο. Στα μικρά παιδιά το σύνολο του περιεχομένου του κουμπαρά ισούται με το μέγεθος της έντασης του κουδουνίσματός του, στοιχειώδη μαθηματικά που αν ίσχυαν και στον χασάπη της γειτονιάς σας δεν θα είχατε προβεί στον έκτακτο δανεισμό.
«Γίνεται για το καλό του παιδιού». Αυτό αν λέτε στον εαυτό σας, το γουρουνάκι την έχει άσχημα. Προτιμήστε να χρησιμοποιήσετε τα χρήματα αυτά για έξοδα του παιδιού. Θα σας κάνει να αισθανθείτε καλύτερα, τουλάχιστον λιγότερο άσχημα.
Ο παιδικός κουμπαράς μας είναι ένα ευχάριστο κεφάλαιο που οι περισσότεροι ενήλικες κουβαλάμε στο βιβλίο των παιδικών μας χρόνων. Πασπατεύοντας τον κουμπαρά του παιδιού σας, θα κουδουνίσουν διάφορες δικές σας παιδικές μνήμες. Με μέγιστη ωραία ανάμνηση, φυσικά, το άδειασμα του φίσκα κουμπαρά στο μεταλλικό ταψί της μαμάς (για να είναι η πτώση των κερμάτων θορυβώδης), παρουσία του μπαμπά-μετρητή (... ή μήπως αφαιμάκτη;).
Ως άνεργος γονιός, θα απολαύσετε εκ νέου δύο μεγάλες παιδικές χαρές σας: τη χαρά του μποναμά του γέρου θείου και τα κάλαντα.
Οι παππούδες και οι γέροι θείοι είναι μια διαχρονική πλουτοπαραγωγική μονάδα. Σύνολο μονάδων αν είστε τυχεροί κι ανήκετε σε πολυμελές σόι με πολλούς ηλικιωμένους θείους που τα ‘χουν τετρακόσια. Οι μποναμάδες στα παιδιά εκ παραδόσεως παραδίδονται στο χέρι του παιδιού ή με αντιπρόσωπο (εάν ο θείος επέλεξε εσάς, το γονιό χωρίς εισόδημα ως αντιπρόσωπο, μάλλον ατύχησε στην επιλογή του) τέσσερις φορές τον χρόνο: Χριστούγεννα, Πάσχα (χρονικά συμπίπτει με την καταβολή του δώρου της σύνταξης), στην ονομαστική εορτή του παιδιού και στα γενέθλια.
Εάν σας ενδιαφέρει να εξαντλήσετε αυτή την εισοδηματική πηγή, είναι καλό να γνωρίζετε ότι υπάρχει η δυνατότητα και δύο έκτακτων μποναμάδων στη διάρκεια του έτους: την εθνική εορτή της 25ης Μαρτίου αν κατορθώσετε και ντύσετε το αγοράκι σας τσολιά – το κοριτσάκι σας Μπουμπουλίνα, και τις Απόκριες. Τα λαγουδάκια πιάνουν καλή τιμή και οι πασχαλίτσες στα κοριτσάκια. Σημειώστε ότι κανένας παππούς δεν έχει χρηματοδοτήσει την εγγόνα του «γυναίκα του δρόμου».
Τα κάλαντα των Χριστουγέννων αποκτούν πρόσθετη αξία όταν είστε χρόνιος άνεργος. Έχετε το δικό σας ανομολόγητο λόγο για να ξυπνήσετε το παιδί σας από τα χαράματα, να προλάβει τους γείτονες πριν τους πουν τα κάλαντα οι ανταγωνιστές μπόμπιρες της γειτονιάς.
Κι αν πιστεύετε ότι δεν ανήκετε στην παραπάνω κατηγορία στυγνού άνεργου γονιού, αναλογιστείτε τον εαυτό σας όταν τις γιορτές «δρομολογεί» τα παιδικά δώρα των συγγενών προς τα νέα αθλητικά παπούτσια που χρειάζεται ο μικρός ποδοσφαιριστής ή το ψευτογούνινο ζακετάκι που γυάλισε στη μικρή κοκότα. Ακόμη χειρότερα, με τι ευκολία «διαμελίζετε» το καινούργιο κομπιούτερ σε κομμάτια δώρου ή, οι παλιοί, την πολύτομη εγκυκλοπαίδεια που δεν μπορείτε να αγοράσετε μόνος σας σε κομμάτια εγκυκλοπαιδικής τυρόπιτας, και τα μοιράζετε δεξιά κι αριστερά σε παππούδες και θείους.
Σκέψη στο περιθώριο
Είναι ωραίο να ξαναγίνεσαι πού και πού παιδί!
Νοέλ Μπάξερ
Ένα ακόμη κείμενό της για την ανεργία.
Κείμενο Πρώτο
Ένα χθεσινό κορίτσι μια Μεγάλη Παρασκευή
Περπατούσα πιο αργά από τους άλλους επίτηδες. Καθυστέρησα το βήμα μου αφήνοντας τον κόσμο να περνάει από δίπλα μου. Κάποιοι με σκουντούσαν, κάποιοι με προσπερνούσαν και με έξυναν, άλλοι ήταν πιο προσεχτικοί. Ίσως είχαν καταλάβει πως ήμουν εύθραυστη. Κάποιος εύθραυστος άνθρωπος. Βρέθηκα στην οπισθοφυλακή του Επιταφίου, στην άκρη-άκρη της μακριάς ουράς του κόσμου.
Κοντοστάθηκα κάτω από ένα φανάρι του δρόμου κι ακούμπησα στον στύλο του. Σαν μια γυναίκα του δρόμου. Όπως η ταπεινή γυναίκα που αγάπησε ο Χριστός. Από εκεί παρατηρούσα το παράξενο πλάσμα του Επιταφίου να περπατάει έρποντας και κυματιστά μέσα στα στενά της γειτονιάς μου. Έβλεπα στη φωτεινή ουρά του τα μικρά φωτάκια από τα κεριά να απομακρύνονται σαν σμήνος πυγολαμπίδες.
Μόνο συγκρίνοντας με κάτι ίδιο, όπως ο Επιτάφιος που επαναλαμβάνεται τυφλά και ίδια κάθε χρόνο, βοηθιέται κανείς να διακρίνει τις συνολικές αλλαγές.
Άφησα την θέση μου κάτω από τον φανοστάτη, κι ας έχασα το φως του, και χώθηκα στο ημίφως και σε τοπικά σκοτάδια. Λοξοδρόμησα και, κάνοντας μια δική μου πορεία Επιταφίου, ξεκίνησα να περπατώ μόνη μου με κατεύθυνση το Κέντρο της πόλης. Οδηγούσα τον εαυτό μου στον πυρήνα της, εκεί που στοχεύουν οι βολές των τόξων.
Κρατούσα το αναμμένο μου κερί και βάδιζα με την κατάνυξη αυτού που επιστρέφει. Αναζήτησα την παλιά μου πόλη γιατί τότε θυμάμαι πως υπήρξα ευτυχισμένη. Σίγουρα, ευτυχέστερη. Μια που το παρόν με απωθεί και το μέλλον με φοβίζει, πού αλλού είχα να στραφώ παρά στο παρελθόν;
Έφτασα στο Κέντρο της πόλης μου με την ψυχή στο στόμα.
Ήταν μια μακριά διαδρομή και χώρεσε όλα αυτά που άλλαξαν. Τίποτα δεν έμεινε στάσιμο, να περιμένει μετά από χρόνια ένα χθεσινό κορίτσι μια Μεγάλη Παρασκευή. Τίποτα, διαπίστωσα, δεν είχε την καλοσύνη να με περιμένει.
Έμεινα με το τόξο μου αμήχανο να κοιτάει έναν άγνωστο τόπο με γνώριμα χτίρια. Το Κέντρο μου είχε χάσει προ πολλού την ακμή του. Έως και το περίφημο αττικό φως τού αρνιέται σήμερα την λάμψη του, αλλιώς δεν εξηγείται πώς το φως εδώ είναι τόσο γκρίζο και θαμπό. Σαν να κοιτάς μέσα από βρώμικο τζάμι.
Τα βέλη μου, κατάλαβα, θα πήγαιναν χαράμι. Από καμία πέτρα δεν θα ανάβλυζε καθαρό νερό σε αυτό το βρώμικο και τρισάθλιο μέρος. Ήταν όλες οι πέτρες πολύ γερασμένες. Αφυδατωμένες πέρα ως πέρα. Κι αυτά που δεν τα θυμάμαι να ήταν τότε πέτρες, πέτρωσαν με τον καιρό, πέτρωσαν από τον φόβο τους ή, τα έμψυχα, απέκτησαν πέτρινη καρδιά για να αντέξουν.
Σαν τον Λωτ, τότε που εγκαταλείπαμε το άστυ μας για τα προάστια και τις σπηλιές των βράχων, μας είχε ζητηθεί από μια υψηλότερη φωνή που δεν ήταν η συνείδησή μας να μην κοιτάξουμε πίσω, για να διασωθούμε και να μην μεταμορφωθούμε κι εμείς σε πέτρες. Ένα βλέμμα πίσω και θα μέναμε «στήλη άλατος», ό,τι, αλίμονο, έπαθε η γυναίκα του Λωτ όταν έφευγαν άρον-άρον από τα βιβλικά Σόδομα.
Εμείς που παραβλέπουμε γενικά τις οδηγίες, συμμορφωθήκαμε με το «μην περιβλέψεις οπίσω σου, δια να μη απολεσθείς» (Γεν. ιθ’ 17) και την προειδοποίηση «ενθυμείσθε την γυναίκα του Λωτ» (Λουκ. ιζ’ 32) που ακούσαμε στα σχολειά μας. Υπακούσαμε και δεν κοιτάξαμε πίσω μας.
Ίσως, όμως, έτσι γίναμε όλοι πέτρινοι.
Μια ευαίσθητη νύχτα Μεγάλης Παρασκευής ξαναέβαλα το βέλος στην φαρέτρα. Δεν είχαν οι αναμνήσεις μου πού να χτυπήσουν. Εκεί κατέληξα. Έσπασα το τόξο στο γόνατο, το έκανα κομμάτια. Το πέταξα στον σωρό σκουπίδια που ξεχύνονταν έξω από τους κάδους σαν εμετός και πήρα τον δρόμο για πίσω δίνοντας μάχη να ανασάνω τα άνθη από τις νεραντζιές στα πεζοδρόμια. Όπως άλλοτε τέτοιες μέρες.
Ο Επιτάφιος μου στην επιστροφή του είχε ακολουθία από πιστούς ρύπους, θορύβους, κακοσμίες και βέβηλη ασχήμια. Με σβηστά κεριά ασφαλώς. Πορευόμουν ανάκατη με αυτό το πλήθος. Πιθανώς κι εγώ σε τέτοια κακή διάθεση αποτελούσα μια ασχήμια της πόλης. Όσες νεραντζούλες είδα στα πεζοδρόμια ήταν κάμποσο γερασμένες για να έχουν άνθη και υπερβολικά αηδιασμένες για να ανθοφορήσουν. Πίσω από τις νεραντζιές, καθώς περπατούσα διάβαζα ωραία συνθήματα γραμμένα σε λερούς τοίχους χτιρίων. Χωρίς να το θέλω ακολουθούσα την πορεία ενός επίμονου πιστού σε μία Μαρία. «Μαρία, σ’ αγαπώ.» «Μαρία, σε λατρεύω.» «Μαρία, πεθαίνω.»
Οι Επιτάφιοι μας συναντήθηκαν στο σταυροδρόμι.
Νοέλ Μπάξερ
Πάσχα 2011
(Για το ηλεκτρονικό περιοδικό Ως3)
Κείμενο δεύτερο
Όταν μεγαλώσω θα γίνω άνεργος σαν τον μπαμπά και την μαμά
Ο επαγγελματικός προσανατολισμός ξεκινάει από το σπίτι του παιδιού. Η δουλειά του μπαμπά και της μαμάς είναι τα πρώτα επαγγέλματα που το παιδί γνωρίζει σε βάθος. Εάν μάλιστα αντιληφθεί ότι πρόκειται για «σπουδαία» επαγγέλματα, από τον παιδικό σταθμό κιόλας δηλώνει ότι θα γίνει το ίδιο όταν μεγαλώσει. Αναζητώντας το μερτικό από την χρυσόσκονη που του αναλογεί στην οικογενειακή μερίδα.
Πιο σημαντικό από το όνομα του επαγγέλματος νομίζω πως είναι η «υπόσταση» επαγγέλματος. Από τότε που το παιδί γεννιέται σχηματίζει εικόνες με τα φανερά πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της δουλειάς που «έρχεται στο σπίτι». Το παιδί ανέργων είναι προφανές πως μη έχοντας ανάλογες προσλαμβάνουσες στερείται της δυνατότητας αυτής.
Τα παιδιά με την μέθοδο του παζλ, ξεκινώντας με παζλ για νήπια, εκείνα με τα μεγάλα κομμάτια, και συνεχίζοντας με όλο και μικρότερα κομματάκια, σιγά-σιγά συνθέτουν, χρόνο-χρόνο αναπτύσσουν, σταδιακά ολοκληρώνουν και, τέλος, αποκαλύπτουν την εικόνα του επαγγέλματος του γονέα. Που τους αρέσει και την κορνιζάρουν στο μυαλό τους με το μελλοντικό τους πτυχίο, ή δεν τους αρέσει και δεν ξανασχολούνται.
Εννοείται πως η εικόνα του επαγγέλματος του γονέα δεν έχει να κάνει μόνο με εμφανή εξωτερικά χαρακτηριστικά όπως το επαγγελματικό ντύσιμο και το «πώς» («διαφορετικά») μιλάμε στο τηλέφωνο. Αόρατα κομμάτια παζλ συνθέτουν την εικόνα μιας άυλης εργασιακής συμπεριφοράς: του πνεύματος του συγκεκριμένου επαγγέλματος και της εργασιακής αύρας ανεξαρτήτως επαγγέλματος.
Το παιδί ανέργων δεν έχει εικόνα. Δεν μπορεί να παίξει παζλ.
Η ικανοποίηση της εργασίας και η χαρά της επαγγελματικής προόδου ανήκουν βέβαια κι αυτά στο παζλ που το παιδάκι ανέργου δεν μπορεί να δει. Δεν τα ξέρει, δεν αναζητάει να τα μιμηθεί «μεγάλος» αφού δεν ξέρει να τα αναζητήσει, αγνοεί πώς να τα χειριστεί αργότερα ως ενήλικας. Μια ολοφάνερη δυσκολία το περιμένει όταν με την πρώτη του δουλειά τού ζητηθεί να συμπεριφερθεί ως «εργαζόμενος». Ξεκινώντας από τα βασικά, όπως να μπει σε σφιχτό εργασιακό πρόγραμμα ενώ είναι μαθημένος ο χρόνος να τρέχει ελεύθερος. Ή ουρανοκατέβατα να του τεθούν από την μια στιγμή στην άλλη αυστηρές προθεσμίες, στον ευέλικτο τρόπο ζωής που έμαθε από το σπίτι του.
Για το παιδί εργαζόμενου, όμως, αυτό ήταν το πρώτο κομμάτι του παζλ. Του δόθηκε στο χέρι ως απάντηση όταν ρώτησε «μπαμπά και μαμά, γιατί να πάτε σήμερα πάλι στη δουλειά και δεν κάθεστε σπίτι να παίξουμε;».
Το παιδάκι αυτό πλεονεκτεί και σε κάτι άλλο ανήκοντας σε εργασιακή οικογένεια. Έχει μεγαλύτερη ευκαιρία από τον «συμμαθητή με άνεργο γονέα» να αξιοποιηθούν από μικρή ηλικία κλίσεις και χαρίσματα. Το καθοριστικό για το μέλλον αυτού του τυχερού παιδιού είναι ότι την ευκαιρία αυτή να ανακαλυφθούν και αξιοποιηθούν οι κλίσεις και τα χαρίσματά του εν υπνώσει, την έχει και ο γονέας του παιδιού και μπορεί να χρηματοδοτήσει την αφύπνισή τους.
Κι αν όλα αυτά θεωρηθούν λόγια και μελλούμενα, ας μην πάμε μακριά, ας πάμε μια βόλτα σε ένα τυχαίο θεατρικό παιχνίδι στον παιδικό σταθμό της γειτονιάς. Το παιδάκι ανέργου ξεχωρίζει από τα «άλλα» της ομάδας γιατί, στερούμενο άλλων επαγγελματικών μοντέλων, επιλέγει μόνιμα να παίζει «τη δασκάλα» και «τον παιδίατρο». (Εκτός αν η δασκάλα και ο παιδίατρος είναι οι γονείς του.)
Τον χειρότερο ρόλο σε αυτό το θεατρικό παιχνίδι θα τον έχει το παιδάκι που θα πει πως θα παίξει τον άνεργο «όπως ο μπαμπάς και η μαμά». Εκτός από το ότι δεν θα έχει τι να παίξει στην παντομίμα, θα κατηγορηθεί πως στερείται φαντασίας.
Κι αν δεν μας κάνει κόπο να πάμε λίγο μακρύτερα από τον παιδικό σταθμό της γειτονιάς, ας πεταχτούμε σε άλλες χώρες με μεγαλύτερη παράδοση και πιο προχωρημένη κοινωνική υποδομή για τους ανέργους, κι ας ρωτήσουμε «τι έγιναν όταν μεγάλωσαν» τα παιδιά των «μόνιμων» ανέργων.
Επιστρέφοντας στα δικά μας, ας επιστρέψουμε με ένα γεγονός:
Όσο αυξάνονται τα άνεργα σπίτια, αυξάνεται η ευθύνη της κοινωνίας να ετοιμάσει τους αυριανούς της εργαζόμενους. Ώστε τα παιδιά, ιδιαίτερα των χρόνιων ανέργων, να λάβουν εκτός σπιτιού (αναγκαστικά) την εκπαίδευση του άρτια προετοιμασμένου εργαζόμενου.
Και του ισότιμα προετοιμασμένου εργαζόμενου. Που θα παραλάβει ως παιδάκι την σκυτάλη ενός Κράτος-Δικαίου και θα την τρέξει ως ενήλικας στην επόμενη γενιά του.
Τέλος, (τέλος;), όσο αυξάνονται τα άνεργα σπίτια, μόνο στην κοινωνία μένει να «διαβεβαιώσει» τα παιδιά ανέργων ότι όταν μεγαλώσουν δεν θα γίνουν άνεργα σαν τον μπαμπά και τη μαμά.
Σκέψη στο περιθώριο
Όσο η ανεργία στη χώρα μας υπολογίζεται με λάθος αριθμούς, ο επαγγελματικός προσανατολισμός στα σχολεία είναι λάθος.
Νοέλ Μπάξερ
Ένα ακόμη κείμενό της για την ανεργία
Κείμενο τρίτο
Αφαίμαξη στον κουμπαρά των παιδιών
Κανένας γονιός δεν είναι υπερήφανος όταν βάζει χέρι στον κουμπαρά των παιδιών. Πόσο μάλλον αν τον πιάσει το παιδί στα πράσα, με το χέρι μέσα στο γουρουνάκι.
Αν είστε άνεργος γονιός, περιμένετε. Θα έρθει η ώρα που θα συμβεί και στο γουρουνάκι-κουμπαρά του δικού σας παιδιού. Είναι καλό να γνωρίζετε, λοιπόν, ότι η κατάλληλη ώρα για αφαιμάξεις είναι όταν ο γουρουνοφύλακας λείπει στο σχολείο.
Ο τρόπος της αφαίμαξης συνιστάται να είναι μικρές δόσεις που δεν θα επηρεάσουν το βάρος του ζώου, με την ελπίδα ότι θα περάσουν απαρατήρητες. Εάν το παιδάκι σας είναι μικρό κι απονήρευτο, μια άλλη αποτελεσματική γονική συμπεριφορά είναι να κάνετε τη χορταστική σας αφαίμαξη αντικαθιστώντας στον κουμπαρά μεγάλα κέρματα με πιο μικρής αξίας για μπούγιο. Στα μικρά παιδιά το σύνολο του περιεχομένου του κουμπαρά ισούται με το μέγεθος της έντασης του κουδουνίσματός του, στοιχειώδη μαθηματικά που αν ίσχυαν και στον χασάπη της γειτονιάς σας δεν θα είχατε προβεί στον έκτακτο δανεισμό.
«Γίνεται για το καλό του παιδιού». Αυτό αν λέτε στον εαυτό σας, το γουρουνάκι την έχει άσχημα. Προτιμήστε να χρησιμοποιήσετε τα χρήματα αυτά για έξοδα του παιδιού. Θα σας κάνει να αισθανθείτε καλύτερα, τουλάχιστον λιγότερο άσχημα.
Ο παιδικός κουμπαράς μας είναι ένα ευχάριστο κεφάλαιο που οι περισσότεροι ενήλικες κουβαλάμε στο βιβλίο των παιδικών μας χρόνων. Πασπατεύοντας τον κουμπαρά του παιδιού σας, θα κουδουνίσουν διάφορες δικές σας παιδικές μνήμες. Με μέγιστη ωραία ανάμνηση, φυσικά, το άδειασμα του φίσκα κουμπαρά στο μεταλλικό ταψί της μαμάς (για να είναι η πτώση των κερμάτων θορυβώδης), παρουσία του μπαμπά-μετρητή (... ή μήπως αφαιμάκτη;).
Ως άνεργος γονιός, θα απολαύσετε εκ νέου δύο μεγάλες παιδικές χαρές σας: τη χαρά του μποναμά του γέρου θείου και τα κάλαντα.
Οι παππούδες και οι γέροι θείοι είναι μια διαχρονική πλουτοπαραγωγική μονάδα. Σύνολο μονάδων αν είστε τυχεροί κι ανήκετε σε πολυμελές σόι με πολλούς ηλικιωμένους θείους που τα ‘χουν τετρακόσια. Οι μποναμάδες στα παιδιά εκ παραδόσεως παραδίδονται στο χέρι του παιδιού ή με αντιπρόσωπο (εάν ο θείος επέλεξε εσάς, το γονιό χωρίς εισόδημα ως αντιπρόσωπο, μάλλον ατύχησε στην επιλογή του) τέσσερις φορές τον χρόνο: Χριστούγεννα, Πάσχα (χρονικά συμπίπτει με την καταβολή του δώρου της σύνταξης), στην ονομαστική εορτή του παιδιού και στα γενέθλια.
Εάν σας ενδιαφέρει να εξαντλήσετε αυτή την εισοδηματική πηγή, είναι καλό να γνωρίζετε ότι υπάρχει η δυνατότητα και δύο έκτακτων μποναμάδων στη διάρκεια του έτους: την εθνική εορτή της 25ης Μαρτίου αν κατορθώσετε και ντύσετε το αγοράκι σας τσολιά – το κοριτσάκι σας Μπουμπουλίνα, και τις Απόκριες. Τα λαγουδάκια πιάνουν καλή τιμή και οι πασχαλίτσες στα κοριτσάκια. Σημειώστε ότι κανένας παππούς δεν έχει χρηματοδοτήσει την εγγόνα του «γυναίκα του δρόμου».
Τα κάλαντα των Χριστουγέννων αποκτούν πρόσθετη αξία όταν είστε χρόνιος άνεργος. Έχετε το δικό σας ανομολόγητο λόγο για να ξυπνήσετε το παιδί σας από τα χαράματα, να προλάβει τους γείτονες πριν τους πουν τα κάλαντα οι ανταγωνιστές μπόμπιρες της γειτονιάς.
Κι αν πιστεύετε ότι δεν ανήκετε στην παραπάνω κατηγορία στυγνού άνεργου γονιού, αναλογιστείτε τον εαυτό σας όταν τις γιορτές «δρομολογεί» τα παιδικά δώρα των συγγενών προς τα νέα αθλητικά παπούτσια που χρειάζεται ο μικρός ποδοσφαιριστής ή το ψευτογούνινο ζακετάκι που γυάλισε στη μικρή κοκότα. Ακόμη χειρότερα, με τι ευκολία «διαμελίζετε» το καινούργιο κομπιούτερ σε κομμάτια δώρου ή, οι παλιοί, την πολύτομη εγκυκλοπαίδεια που δεν μπορείτε να αγοράσετε μόνος σας σε κομμάτια εγκυκλοπαιδικής τυρόπιτας, και τα μοιράζετε δεξιά κι αριστερά σε παππούδες και θείους.
Σκέψη στο περιθώριο
Είναι ωραίο να ξαναγίνεσαι πού και πού παιδί!
Νοέλ Μπάξερ
Ένα ακόμη κείμενό της για την ανεργία.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)