Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

ΣΤΑ ΚΑΛΥΒΙΑ ΘΟΡΙΚΟΥ (ΚΑΛΥΒΙΑ ΑΤΤΙΚΗΣ)

Κάπως αργά λόγω διαφόρων προβλημάτων, όχι σπουδαίων ευτυχώς, έρχομαι να σας πω για τις εντυπώσεις μου από δύο ωραίες βραδιές που πέρασα κοντά σε φίλους και αναγνώστες.  Η πρώτη βραδιά ήταν στις 14 Ιουνίου στα Καλύβια Αττικής στο ωραίο βιβλιοπωλείο " ΚΛΕΨΥΔΡΑ"  της Μαρίας και του Στέφανου Καπράλου.



 Πρώτη σειρά από αριστεράΕιρήνη Χατζηκωσταντή, Αλέκος Γκριζιώτης, Νοέλ Μπάξερ
 Δεύτερη σειρά Στέφανος και Μαρία Καπράλου


Μία άποψη της αίθουσας
 Ειρήνη Χατζηκωσταντή Αλέκος Γκριζιώτης και Νοέλλ Μπάξερ
 Με τη Μαρία Καπράλου
Υπογράφοντας 
Περισσότερες φωτογραφίες για όσους ενδιαφέρονται στο fb Βιβλιοπωλείο Κλεψύδρα

Η βραδιά κύλισε όμορφα, με μεγάλη συμμετοχή παρά τον αγώνα της Εθνικής μας στο Mundial εκείνη ακριβώς τη βραδιά. Το κοινό έδειξε να αγαπάει τα βιβλία και συμμετείχε στη συζήτηση με σχόλια και παρατηρήσεις. Η Ειρήνη Χατζηκωσταντή και ο Αλέκος Γκριζιώτης ζωντάνεψαν με τρόπο μοναδικό τους ήρωες και η φίλη Νοέλ Μπάξερ έκανε άλλη μια φορά μια εξαιρετική παρουσίαση. Ευχαριστώ τη Μαρία και το Στέφανο Καπράλο, τους βιβλιοπώλες,  που οργάνωσαν και συντόνισαν με τρόπο θαυμάσιο τη βραδιά.

Για να μη σας κουράσω άλλο θα επανέλθω, συν Θεώ, αύριο με την δεύτερη παρουσίαση.

Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΒΡΑΔΥΑ

Την Τρίτη που μας πέρασε, στις 29 Απριλίου, η Γραμματεία Πολιτισμού της ΟΤΟΕ μου έκανε την τιμή να εντάξει το βιβλίο μου "ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ΖΩΗΣ"  στα πλαίσια των εκδηλώσεών της " Ένα απόγευμα, ένα βιβλίο και ο συγγραφέας του". Xάρη στην εκδήλωση αυτή είχα τη χαρά, αλλά και γιατί όχι να το κρύψω,  να βρεθώ ξανά ανάμεσα σε παλιούς και αγαπημένους φίλους και συνεργάτες που με είχαν γνωρίσει με την παλιά ιδιότητά μου της δικηγόρου της Εθνικής Τραπέζης. Δε σας το κρύβω πως συγκινήθηκα... Γιαυτό και θέλω για άλλη μια φορά από αυτό  blog να ευχαριστήσω θερμά την ΟΤΟΕ και ιδιαίτερα τον κ. Σκαρτσολιά που με τίμησαν αλλά και να τους συγχαρώ για την  άριστη διοργάνωση της εκδήλωσης. Ξεχωριστά επίσης θέλω να ευχαριστήσω τον εκδότη μου κ. Θάνο Ψυχογιό που. παρά το φορτωμένο πρόγραμμά του,  ήρθε άλλη μια φορά κοντά μας.

Για το βιβλίο μου μίλησαν οι συγγραφείς Φραντζέσκα Κολυβά και  Νοέλ Μπάξερ. Η τελευταία με ανέκρινε ανελέητα κάνοντάς μου μια σειρά από ερωτήματα  πάνω στο βιβλίο και την υπόθεσή του που κάποιες φορές ομολογώ με έφεραν σε δύσκολη θέση. . Αποσπάσματα ζωντάνεψαν με ευαισθησία οι ηθοποιοί Ειρήνη Χατζηκωσταντή και Αυγουστίνος Ρεμούνδος. Ένα μεγάλο ευχαριστώ οφείλω επίσης και στον κ.Μπακούλα  που  πλαισίωσε αριστοτεχνικά με εικόνες και  μουσική  την εκδήλωση. Τους ευχαριστώ όλους από μέσα από την καρδιά μου.

Σήμερα θα σας παραθέσω αυτούσιο το κείμενο της ομιλίας της Φραντζέσκας Κολυβά για να χαρείτε μαζί μου την μεστότητα και πληρότητα του λόγου της και να εκτιμήσετε τον εξαίρετο τρόπο που ανέταμε με αγάπη και σε βάθος το βιβλίο και τους ήρωες του.


Ήθελα να ξεκινήσω από το χρόνο της ιστορίας που μας αφηγείται η Ραχήλ, η κεντρική ηρωίδα, από τα χρόνια του πολέμου.
Ένας γερμανός φιλόσοφος, ο Τεοντόρ Αντόρνο αναφέρει ότι «το να γράφεις ποίηση μετά το Άουσβιτς είναι βαρβαρότητα» τονίζοντας προφανώς ότι τα τρένα για το Άουσβιτς άφηναν πίσω τους  αντί για καπνό το χνώτο του θανάτου, ή αν πράγματι ήταν καπνός , ήταν ο καπνός  της θυσίας. Ίσως άλλωστε να εννοούσε πως μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο λέξεις όπως Εβραίος, Άουσβιτς, κρεματόρια και στρατόπεδα συγκέντρωσης γράφονται με σύρμα αγκαθωτό . Τα ξέρουμε όλα αυτά. Κι από παιδιά μας ανατριχιάζουν.
Βέβαια αργότερα απέσυρε αυτή τη δήλωση λέγοντας πως ο πολυετής πόνος έχει το δικαίωμα της έκφρασης όσο και ο βασανισμένος το δικαίωμα να φωνάζει.
Η Τσαμαδού όμως δε γράφει για να οξύνει τη μνήμη αυτή του ολοκαυτώματος.  Άλλωστε η πρώτη αναφορά για το ολοκαύτωμα μοιάζει με πέρασμα ίσκιου μέσα στον τοίχο. Αργότερα βέβαια ο ίσκιος θα έρθει πιο κοντά και θα πει το όνομά του. Κι αυτό το έχουμε ξανακούσει. Είναι τότε που γίνανε οι άνθρωποι όγκος  και αριθμοί και οι ριγωτές σκιές τους ντροπή και καταδίκη για την ανθρωπότητα. Το έγκλημα εκείνου του πολέμου ήταν συλλογικό , μαχαίρωσε τον πολύτιμο πολιτισμό μας και δεν ξεπλύθηκε.
Η ιστορία όμως που μας διηγείται η Τσαμαδού δεν είναι μια καταθλιπτική ιστορία . Αγγίζει με σύνεση, σεβασμό και μαεστρία το θανατηφόρο σύρμα των στρατοπέδων της εξόντωσης. Θυμάται και θυμίζει με τον τρόπο που  καίει ένα κερί εις  μνήμην.
Δεν είναι εύκολο να αιματώνεις τους ήρωές σου στην ταραγμένη εποχή του πολέμου, τότε που οι συνθήκες σκληραίνουν κι οι συνειδήσεις αμβλύνονται. Γι αυτό και είναι  συναρπαστικό που η Ραχήλ έζησε τότε,  μέσα στον παλμό των γεγονότων , πρώτα με τους τραυματίες  του σαράντα στο νοσοκομείο Χιρς της Θες/κης και τα Γιάννενα, ύστερα θύμα της ναζιστικής θηριωδίας .
Αυτά από μόνα τους δεν κάνουν μια ζωή;
Κι όμως υπάρχει και η απλή εμπειρία της ζωής, αυτή η ζυμωμένη με τις καθημερινότητα που ζει ο καθένας μας στην εποχή του. Η Ραχήλ κατάγεται από μια εύπορη παραδοσιακή εβραική οικογένεια. Ζει σε έπαυλη με δεκατέσσερις κρεβατοκάμαρες μαζί με μ’ ένα στρατό ολόκληρο από συγγενείς. Είναι μεγάλη οικογένεια και μικρή κοινωνία. Ανατρέφεται με τις εβραικές αρχές της παραδοσιακής  οικογένειας , αρχές δοκιμασμένες πως εγγυημένα οδηγούν στην ευτυχία. Σε όλη την παιδική ηλικία της η εβραική θρησκεία και παράδοση προβάλλει με την πανάρχαιή της δύναμη σαν ταυτότητα παράλληλη με την εθνική. Είναι το μυστήριο του περιούσιου λαού, ο λόγος που επιβίωσε μέσα από τους αιώνιους διωγμούς του. Οι δεσμεύσεις της πίστης θα συνοδεύουν την έφηβη Ραχήλ στο λαμπερό ορίζοντα της Ελβετίας, στο κέντρο της Ευρώπης , εκεί που αρχίζει η αληθινή ζωή κι η περιπέτειά της. Παράλληλα τη γαλουχούν οι μεγαλοαστικές αξίες της τάξης της. Με αυτές αύριο θα σταθεί σα σύζυγος επάξια στο πλευρό του όποιου πλούσιου και σπουδαίου άντρα της.
Ο κόσμος της είναι η μπελ επόκ  της Θεσσαλονίκης, μιας κοσμοπολίτισσας  με τους ορίζοντές της ανοιχτούς στα έθνη, στις θρησκείες , στο μελίσσι της αγοράς και του λιμανιού της.
(Δείτε πόσο άρρηκτα συνδέεται η πόλη με τον πληθυσμό της, το ισχυρό εβραικό στοιχείο της πολυπολιτισμικότητας του πλάνητα.  Σχετικά με τη σύνδεση αυτή ο Τσώρτσιλ είχε εκφραστεί πολλές φορές μιλώντας  για τις δυο αρχαίες φυλές, των Ελλήνων και των Εβραίων, που τα θρησκευτικά, φιλοσοφικά και καλλιτεχνικά τους μηνύματα υπήρξαν φωτεινοί φάροι για τη σύγχρονη πίστη και τον πολιτισμό. Είχε πει  ειδικότερα πως και οι δυο φυλές  από τις απαρχές της ανθρώπινης σκέψης δίνουν σκληρούς αγώνες και διαρκείς για την επιβίωσή τους) .
Εν πάση περιπτώσει εκείνη η ανέμελη πρώτη νιότη της ηρωίδας είναι ένας κήπος από χρώματα κι αρώματα ,η ελαφράδα και  η χαρά του αφρού της σαμπάνιας, όπως λέει η συγγραφέας, και σέρνει την κουρτίνα να μας δείξει με την παραστατική δεινότητα της πένας της : να μας δείξει το δροσερό κολλέγιο για τις μικρές κυρίες , τα κοριτσίστικα όνειρα (τα μυστικά των φιλενάδων νομίζεις πως τα ψιθυρίζουν στο αυτί ζαχαρούλες). Φοράμε τα μεταξωτά και χορεύουμε κι εμείς στις χοροεσπερίδες, πλάθουμε με τη φαντασία μας  αγγέλους και πρίγκιπες,  φουντώνουμε έρωτες και χτυποκάρδια, πετάμε από ευτυχία και  ντύνουμε νύφες κατάλευκες , γεμίζουμε με μωρά τις αγκαλιές.
Πώς τώρα αδειάζουνε οι αγκαλιές και γίνονται τα λουλούδια πέτρα;  Πώς ξεφουσκώνει το  μπαλόνι και γίνεται ένα κουρέλι στον ουρανό; Φταίει ο πόλεμος;
Σίγουρα κατά το μεγαλύτερο μέρος. Είναι όμως και τα κατάλευκα φτερά που άνοιξε η Ραχήλ για να πετάξει και της τσακίστηκαν. Γιατί η Ραχήλ  έχει το σπόνδυλο της ανθρωπιάς και της τρυφερότητας . Και δε θα χάνει ευκαιρία να το δείχνει. Πρώτα στην ελάχιστη κλίμακα του αδύναμου ανιψιού της, που σώζει κυριολεκτικά από τα νύχια της  νταντάς του. Το παιδάκι βασανίζεται στο όνομα του επιδιωκόμενου στόχου από την όχι τυχαία Γερμανίδα  νταντά του κι η όλη  κατάσταση λειτουργεί σαν προανάκρουσμα του κοινωνικού δαρβινισμού που κυοφορείται και θα κατακλύσει την Ευρώπη. Ύστερα στη βαρύτιμη κλίμακα της  αριστοκρατικής  Ελβετίας, της Ελβετίας  του έρωτα και της  προδοσίας . Μετά η Ραχήλ θα πρέπει να μαζέψει τα κομμάτια της  και να αφήσει τους ανέμους του πολέμου να τα φυσήξουν στο μέτωπο του κινδύνου στήνοντάς  την  νοσοκόμα, ντύνοντάς την σε άλλα λευκά , καθόλου ατσαλάκωτα, καθόλου άσπιλα, όπως τονίζει η συγγραφεύς, κι όπως ίσως θα ήταν τα λευκά ενός απώτερου  αντιπερισπασμού.   Όπως και να’ναι μέσα στη Ραχήλ ορθώνεται η δυναμική νοσοκόμα του σαράντα και η γυναίκα που επιβιώνει μετά. Όταν θα συγκρουστεί με τις παραδοσιακές αρχές, θα διασώσει όσες μπορεί, όσες συνάδουν στο συνειδητοποιημένο  άνθρωπο που αρχίζει να γίνεται.
Αλλά ας δούμε από πιο κοντά την Ραχήλ. Είναι ένα πλάσμα καμωμένο από αγάπη και η αγάπη δεν είναι ένστικτο, είναι επιλογή. Η Ραχήλ είναι  η απάντηση στην αδικία, την αναλγησία ,  το μίσος που δηλώνει η αγριότητα κάθε πολέμου, πολύ  περισσότερο αυτού του 40-45 που θα είναι πάντα ντροπή για την ανθρωπότητα. Το αμάρτημα εκείνου του πολέμου ακόμα ολότελα δεν το εξομολογήθηκε ο πολιτισμός μας. Εκείνο το αμάρτημα ξεπέρασε τους πολεμιστές , ακόμα και το μέγα παράλογο του πολέμου κι έγινε υπαρξιακό, θεολογικό και οντολογικό .
Όμως  το Υστερόγραφο ζωής είναι ευλύγιστο, κινείται σε πολλά επίπεδα, εναλλάσσει εύστοχα τους τόνους. Δεν είναι λοιπόν μόνο καταγγελία. Είναι μια δραματουργία που περισσότερο βλέπεται παρά διαβάζεται. Βλέπεται σαν τοιχογραφία μιας μακρινής  και ταραγμένης εποχής . Όμως το μακρινό μας πλησιάζει, φτάνει στις μέρες μας  με την αναλογία των καιρών στα πάθη των ανθρώπων. Πάντα η ζωή θα μας ανοίγει δρόμους, πάντα την επιλογή θα την κάνουμε μόνοι μας. Ακόμη και το αντάρτικο των Εβραίων, περιορισμένο είναι αλήθεια, πάντως ήταν μια επιλογή . Ωστόσο και πέρα από τις συνθήκες του πολέμου κόμποι  θα υπάρχουν πάντα, κόμποι που εμποδίζουν την κυκλοφορία της ζωής. Και πάντα δε θα είναι εύκολη η παράκαμψη.
Μέσα λοιπόν από την αναλογία των καιρών φτάνουμε στο Γιάννη, τον έτερο ήρωα του Υστερόγραφου, ένα σύγχρονο νέο μεγαλωμένο χωρίς  μητέρα. Μοιάζει να μην έχει ρίζες, να μην αισθάνεται πως ανήκει κάπου, λέει η συγγραφέας,  ούτε Έλληνας, ούτε Εβραίος. Καλά καλά ούτε Αμερικανός. Το λέει αυτό γιατί μεγάλωσε στην Αμερική, με τη μια ρίζα ελληνική και την άλλη από την πλευρά της μητέρας του εβραική . Αυτή η Εβραία μάνα, η Ραχήλ,  είναι που τον εγκατέλειψε. Έτσι τουλάχιστον ξέρει ο Γιάννης ή Γιοχανάν μου (που τον λέει τόσο τρυφερά η Ραχήλ)  και δε συγχωρεί. Μεγάλο όμως το βάρος στην ψυχή του παιδιού που  δε μπορεί να συγχωρήσει τη μητέρα.  Σε αυτόν τον  πανίσχυρο και αχειροποίητο δεσμό μεταξύ μάνας και παιδιού είναι λες κι επιτίθεται κανείς στον εαυτό του. Ο σύνδεσμος είναι σχεδόν ιερός. Με αυτό το βάρος μεγαλώνει ο Γιάννης και με αυτό συναναστρέφεται τον Εβραίο Ντέιβιντ, συμφοιτητή του  στο πανεπιστήμιο. Τα δυο αγόρια θα γίνουν φίλοι και  ο Γιάννης θα του αποκαλύψει την εβραική του ρίζα, παρόλο που γενικά αποφεύγει  ο,τιδήποτε έχει σχέση με το τραύμα που λέγεται μητέρα. Δε θα το κάνει από εμπιστοσύνη . Νομίζω πως στην αρχή φιλίας που χτίζει μια γέφυρα, ο Γιάννης ανεπίγνωστα απλώνει και χέρι συμφιλίωσης στους δαίμονές του. Βρίσκεται στην παντοδύναμη φοιτητική ηλικία που όλα τα μπορεί. Και ορμάει. Και εκτίθεται.
Ο άλλος πόλος της ζωής του είναι ο έρωτας. Μια Ρόζα πανσιονάρια με ριζοσπαστικές ιδέες, το  ακαταμάχητο μαχητικό κορίτσι, πεδίο δράσης συναρπαστικής για κάθε αρσενικό που εμπιστεύεται τον ανδρισμό  του. Αλλά μια σαϊτιά, μια ζήλεια από αυτές του δυνάστη έρωτα θα τον φέρει αντιμέτωπο και πάλι με το παλιό τραύμα. Τώρα πιο βαθιά, πιο σκοτεινά. Μέσα από την τρυφερή έννοια ενός παιδιού, του δικού του παιδιού, που δε θέλει και δε μπορεί να θέλει αφού όλη αυτή η ευαισθησία πονάει τον ίδιο στο κομβικό σημείο του παιδιού που έχει μέσα του ανικανοποίητο και ανεκπλήρωτο  ακόμη.
Οι δαίμονες που τον στοιχειώνουν θα επιβάλλουν ατεκνία και στο γάμο του πάλι υπόγεια, πίσω από τη συναίνεση και τη φτωχή επικοινωνία με τη γυναίκα του, την Μαρίνα.
Έτσι η αφήγηση στο χειρόγραφο της Ραχήλ, θα έρθει σαν το κλειδί της γνώσης να ελευθερώσει και τους δυο. Υπάρχει εκεί κάτι που καίει, το αγκάθι κάποιου μυστικού , του ίσκιου που λέγαμε στην αρχή και που σοφά μας αποκαλύπτεται στο τέλος. Και θα είναι αυτή η τελευταία προσφορά της μάνας στο παιδί της, το υστερόγραφό που έγραψε με τα ιδεογράμματα της δικιάς της ζωής.
Λένε πως επειδή ό,τι ήταν να ειπωθεί ειπώθηκε, πως δεν υπάρχει πλέον κάτι που να αξίζει να λεχθεί, αυτό που έχει σημασία και κάνει τη διαφορά δυο γενιές μετά,  είναι όχι το τι λέγεται αλλά το πώς λέγεται. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η τέχνη της συγγραφέως.
            Σε αυτή λοιπόν την αφήγηση προβάλλει παραστατικά μια πραγματικότητα  σε ρεαλιστική απεικόνιση . Αναφέρομαι στα πραγματικά συναισθήματα που βιώνουν χαρακτήρες που θα μπορούσαν να είναι αληθινοί. Ίσως και να είναι χωρίς  να το ξέρουμε.
Στον καμβά  της αφήγησης προβάλλει ακόμα  πολύκλαδο και θαλερό το γενεαλογικό δέντρο της εβραικής οικογένειας . Όχι σαν ενημέρωση ή δικαιολογία για κάτι αλλά σα μελέτη με σχήματα, σχήματα ανάλογα εκείνων του Βίβλου, (Αβραάμ εγέννησε Ισαάκ, Ισαάκ εγένησε Ιακώβ) σχήματα στη σεβαστή μνήμη των προγόνων. Μέσα από αυτά παρακολουθούμε την παράσταση της  ζωής  τους, σάμπως αυτοί οι δορυφορικοί χαρακτήρες  να ήταν αληθινοί. Με τις αδυναμίες και τις μικρότητές τους ο καθένας, τις εμμονές του χαρακτήρα τους. Δεν αναφέρομαι σε σχετικά πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες, όπως για παράδειγμα στη γυναίκα του αδερφού της Ραχήλ, ένα χαρακτήρα  που στο κάτω κάτω έχει να παίξει ρόλο στην υπόθεση, αλλά αίφνης στο βουβό πρόσωπο Σαρρίνα, την πεθαμένη μητέρα του αδερφού της Ραχήλ. Ακόμα κι αυτή μοιάζει σαν κάποτε  να υπήρξε περικυκλωμένη από τους αφρούς της δαντέλας της. Ή τον Τάση  εκείνη την πρωτοχρονιά  του 41 όπου οσμιζόμαστε την παράξενη κατάσταση, κάτι ανάμεσα σε μέταλλο και πληγή, φιλί κι απελπισία, σφαγή και τρυφερότητα.
Συνεχίζω με την οικογένεια από το Μιντιλόγλι  και  τις απλωτές της δικιάς της ζωής. Τον Χάρη, έναν έρωτα στα δεκατέσσερα, και τις τρεις μικρές φιλενάδες .
Και κάπως έτσι το βοτσαλάκι της Τσαμαδού βουτάει στη λίμνη και γράφει κύκλους , κύκλους ζωής που τους απλώνει όλο και πιο μακριά. Κι ο κύκλος ανοίγει, ανοίγει κι απλώνει. Στις παρυφές της  περιφέρειας θα βρούμε την κυρία Φωτούλα και τον κύριο Τιμολέοντα, Θερναντιέρ εγχωρίων Αθλίων, καθώς και τη μικρή Αναστασία με την κοκάλινη κούκλα της και το πλεχτό φουστανάκι. Θα βρούμε δικές μας αναμνήσεις κι αγωνίες. Θα βρούμε τον Μίμη, το σύζυγο της Ραχήλ, το σύζυγο ενός γάμου που δεν έβγαλε ρίζες , όπως λέει η ίδια η συγγραφεύς. Είναι ο γάμος  μιας πλαστής επιλογής , επιλογής ωστόσο πάντα,  μια ένωση με απόντα τον έρωτα. Κι η περιφέρεια θα ανοίξει, θα ταξιδέψει πιο μακριά, ως τα Κιμπούτς του Ισραήλ, εκεί που θα συναντήσουμε τον Μίμη ή Νισήμ ύστερα από την τελική δική του επιλογή. Κι από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, τη σύγχρονη γη της επαγγελίας  ανοίγει ένας άλλος δρόμος , δρόμος που έχει Κράτος και Εξουσία η Αγάπη.
Ποτέ δεν είναι αργά για αγάπη, μοιάζει να μας λέει η συγγραφέας . Ίσως όμως για κάποιους να είναι αργά στην ψυχή.
Όλες αυτές οι ανθρώπινες ιστορίες συγκροτούν ασφαλώς μια  ηθογραφία εποχής, ηθογραφία με έκδηλο σεβασμό στην παράδοση και τα στοιχεία ανατροφής εκείνων των καιρών, τότε που έννοιες είτε θρησκευτικές όπως η διαθήκη, η αμαρτία, είτε απλά υποσχετικές όπως  το δώρο ή το αντίδωρο άξιζαν για την ουσία τους και τη βάσανο της ανατροπής τους. Πράγματι η Ραχήλ θα αξιωθεί το δώρο, και ευγνωμονούσα  θα προσφέρει  το αντίδωρο.  Θα πάρει, θα της πάρουν, ποια αγάπη κάνει στο τέλος ταμείο, να πει αν άξιζε, ποιος ποτέ βρήκε μπαλάντζο στην πλάστιγγα των αξιών , ποιος είναι υπεράνω στα διλήμματα και τις υπαρξιακές συγκρούσεις; Δε μου επιτρέπεται να αποκαλύψω τις ανατροπές στο βάθος της διήγησης , μπορώ όμως να πω ότι δεν είναι ανατροπές  για τις ανατροπές,  αλλά ευγένεια που φοριέται και το μέσα έξω, ανάποδα, όπως ακριβώς μια θυσία. Γιατί η Ραχήλ θα αξιωθεί . Και η αγάπη θα πέσει στα πόδια της και η ευτυχία.
Πόσο ταιριάζει εδώ ο στίχος του Ελύτη: Προδόθηκα κι απόμεινα στον κάμπο μόνος, πάρθηκα και πατήθηκα σαν κάστρο μόνος/ το μήνυμα που σήκωνα τα’ άντεξα μόνος.
Έτσι μέσα απ’ αυτές τις ανθρώπινες  ιστορίες αναδύονται υπαρξιακοί προβληματισμοί  του είδους αίφνης, των συμπτώσεων εξαιτίας των οποίων  υπάρχουμε. Επειδή δυο διαφορετικοί χρόνοι μπορεί να γίνουν ταυτόχρονοι. Σαν το χειρόγραφο της Ραχήλ και τους αναγνώστες του.
Πρωταγωνιστής στο Υστερόγραφο ζωής είναι όλοι και κανείς. Είναι η ίδια η ζωή εκείνων των καιρών, η περιπέτειά της, που συνεχίζει να κυλά ασταμάτητα. Αιτία κι αφορμή για τη συγγραφέα να θέσει πολύ διακριτικά μια συλλογιστική  στην ιστορία της, λεπτούς προβληματισμούς που κρέμονται σα λέξεις μισοτελειωμένες στην αφήγηση, όπως:
«κάθε άνθρωπος έχει πράγματι πολλές όψεις . Αυτή που βλέπει ο ένας δεν είναι απαραίτητα ίδια μ’ αυτή που βλέπει ο άλλος».
 Ή «φαίνεται πως έτσι είμαστε φτιαγμένοι οι άνθρωποι. Να πληγώνουμε όσους μας αγαπούν και να πληγωνόμαστε από αυτούς που αγαπούμε». 321. Κι αλλού. « σκέφτομαι κάποιες φορές  πως υπάρχουν άνθρωποι που στη ζωή τους  δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να φεύγουν. Όλοι όσοι το κάνουμε, ανεξάρτητα από τους λόγους που προβάλλουμε, στο βάθος φεύγουμε γιατί δε μπορούμε να συναντήσουμε το μεγάλο αντίπαλο, τον ίδιο μας στον εαυτό.»
«Όταν βλέπεις τόσο θάνατο γύρω σου, θέλεις να βεβαιωθείς πως είσαι ζωντανός. Και ποια μεγαλύτερη απόδειξη της ζωής από τη σεξουαλική πράξη; Ζωή ίσον έρωτας. Απουσία έρωτα ίσον θάνατος»
 Και 235.»Περίεργη που είναι η ζωή! Πόσες φορές τυχαίνει να συναντήσουμε κάποιον και ενώ νομίζουμε πως η γνωριμία μας αυτή είναι κάτι ασήμαντο που δε θα έχει συνέχεια ή επίδραση στη ζωή μας, ανακαλύπτουμε στο μέλλον πως κάτι, κάποιο στοιχείο της ζωής του ανθρώπου αυτού έχει τελικά μια τέτοια επιρροή στη ζωή μας, που αν δεν υπήρχε ίσως η εξέλιξη των πραγμάτων να ήταν διαφορετική.
 232. ο πόλεμος κι όχι ένας άλλος έρωτας με θεράπευε. Σε μεγάλες στιγμές όταν οι άνθρωποι καλούνται να υπερβούν τους εαυτούς τους ξεχνιούνται οι μικρές ή οι μεγάλες έγνοιες που άλλοτε τους βασάνιζαν.
Και μια εικόνα άνοιξης και περισυλλογής 264 <»Η άνοιξη εκείνη του 41 έχει χαραχτεί στη μνήμη μου σαν η πιο αντιφατική εποχή εκείνου του χρόνου. Η φύση γύρω μας αδιάφορη για τον πόλεμο ξαναγεννιόταν. Η Περσεφόνη πιστή στην υπόσχεσή της ξαναγύριζε στη γη και στη μητέρα της. Κι εκείνη πετώντας τα πέπλα του πένθους θύμιζε στους ανθρώπους ότι τίποτα δεν πεθαίνει στ’ αλήθεια. .
Ωστόσο θεωρώ  ισχυρό ατού της αφήγησης  το εύρημα του παράλληλου χρόνου. Το χειρόγραφο της Ραχήλ αναφέρεται σε ιστορικό χρόνο ενώ η παράλληλη ιστορία  του Γιάννη και της Μαρίνας συμβαίνει τώρα, λίγα χρόνια  πριν. Κι όμως μοιάζει σα να γίνεται η μνήμη της Ραχήλ παρόν κι οι άλλοι να  παίρνουν τη φωνή της . Η εκπλήρωση που εμποδίστηκε τότε θα έρθει τώρα. Η γλώσσα θα λυθεί μόνη της καθώς οι άνθρωποι ζεσταίνονται και πλησιάζουν ο ένας τον άλλο.   Τα κρυμμένα θα βγουν για να τα μοιραστούν και να τους ελευθερώσουν.
Να διαβάσετε αυτό το βιβλίο που έτσι κι αλλιώς διαβάζεται απνευστί. Είναι ανθρώπινο, αισθαντικό και έχει τον τρόπο του να αληθεύει.

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

ΦΡΑΝΤΖΕΣΚΑ ΚΟΛΥΒΑ ΚΟΥΦΕΤΑ ΜΕ ΠΙΚΡΑΜΥΓΔΑΛΟ Εκδόσεις Περίπλους



Αυτό είναι το δεύτερο βιβλίο της Φραντζέσκας Κολυβά που διαβάζω. Είχε προηγηθεί ο "Κηδεμόνας" από τις εκδόσεις Καστανιώτη, ένα ωραίο βιβλίο που είχα απολαύσει και πιστέψει πως η συγγραφέας θα είχε να μας δώσει πολλά. Και δεν έπεσα έξω το καινούργιο της βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Περίπλους" με τον τίτλο « Κουφέτα με  Πικραμύγδαλο» επαλήθευσε και ξεπέρασε τις προσδοκίες μου.
Χθές βράδυ.  με πρωτοβουλία της Γραμματείας Πολιτισμού της  ΟΤΟΕ στα πλαίσια των εκδηλώσεων, "Ενα απόγευμα, ένα βιβλίο και ο συγγραφέας του" είχα την τιμή να το παρουσιάσω μαζί με τον εκδότη κ. Βίτσο, τον εκλεκτό ηθοποιό κ. Η.Λογοθέτη και την επίσης εκλεκτή  ηθοποιό κ.΄Αννα Κουρή, στον Πολυχώρο "Polis Art Cafe" της Στοάς του Βιβλίου. Θέλοντας όμως να μοιραστώ και μαζί σας τις σκέψεις μου πάνω στο βιβλίο κάνω αυτή την ανάρτηση. 
Θα σταθώ πρώτα στον ευρηματικό  τίτλο. Με δύο λέξεις η συγγραφέας  δίνει το στίγμα του έργου. Χαρά και Πίκρα μαζί, στο ίδιο περίβλημα.  Αλλά και ο  Έρωτας, ο Θάνατος, το Ψέμα είναι οι άξονες πάνω στους οποίους κινείται το βιβλίο. ΄Ερωτες και πάθη που βιώνουν οι ήρωες του βιβλίου, κάποιες φορές ετεροχρονισμένα, κάποτε για πρόσωπα που δεν πρέπει και τις πιο πολλές φορές χωρίς αμοιβαιότητα. 

Με χρώματα ανεξίτηλα, τρυφερά και δυνατά συνάμα, σαν το ζωγράφο απλώνει πινελιά, πινελιά, λέξη, λέξη  την ιστορία της η Φραντζέσκα Κολυβά και μας τη διηγείται  με ένα ιδιαίτερο ύφος όπου ο χρόνος, παρελθόν και παρόν συνταιριάζονται  ποιητικά για να μας μεταφέρει  άλλοτε σε ένα τοπίο νοσταλγικό και άπιαστο, εκείνο της προσεισμικής Ζακύνθου, της Ζακύνθου του των ερώτων,  των ποιητών και των αυτοσχέδιων ηθοποιών των «Ομιλιών», των  αρχόντων και των ποπολάρων, της αλωνιών με την απλωμένη σταφίδα  των στρατονιών και των καντουνιών   των αρχοντικών και της τσίμας του Πόρτου, αλλά και της Στράτα Μαρίνας και του Μώλου. Της Ζακύνθου που νοσταλγούσε ο Κάλβος:
«Ωραία και μόνη η Ζάκυνθος,με κυρίευει» και ευχόταν «Ας μη μου δώσει η μοίρα μου Εις ξένην γήν τον τάφον»
Και άλλοτε να μας οδηγεί στον αντίποδα της νοσταλγίας,  τη  τσιμεντένια  πεζή Αθήνα της δεκαετίας του εβδομήντα, της Κυψέλης των πολυκατοικιών και της αντιπαροχής, για να μας γυρίσει στο τέλος στη σημερινή Ζάκυνθο, των  ξενοδοχείων, των «ενοικιαζομένων» και των τουριστών. Μια άλλη Ζάκυνθο, μια σκιά αυτού που υπήρξε, που όμως, αν αφήσεις τα μάτια της καρδιάς ανοιχτά θα  αφουγκραστείς, κάπως  σαν μουσική υπόκρουση στο βάθος, τη γοητεία του άλλοτε  και ακόμη, αν είσαι τυχερός, θα νιώσεις  πανταχού παρούσα τη σκιά του ποιητή και ίσως  τον δεις ακόμη  και  τον ακούσεις να απαγγέλλει το Λάμπρο:
«Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα»  
Τον ποιητή ως φαίνεται άκουσε και η  Φραντζέσκα, μια και ο απόηχος του « Λάμπρου» και της «Φαρμακωμένης» του Σολωμού αλλά και του  «Ματωμένου Γάμου» του Λόρκα, διακρίνονται αχνά στο βάθος του μύθου, η ίδια η συγγραφέας άλλωστε το ομολογεί. Μη ψάξετε όμως να βρείτε ομοιότητες και αντιστοιχίες με τα έργα αυτά. Κάτι αδιόρατο, κάτι σαν φευγαλέα ανάμνηση, σα μουσική που κάποτε ακούσαμε και αγαπήσαμε αλλά ξεχάσαμε  διατρέχει το μύθο, αχνές πινελιές στο βάθος της εικόνας.   

Δύο λόγια για την υπόθεση,
Δύο αδελφές, δύο πλάσματα ανόμοια, η Κατίνα και η Δέσποινα. Η Κατίνα, η μεγάλη, το δεξί χέρι του πατέρα της,  το καμάρι της οικογένειας, αλλά και όλης της μικρής κοινωνίας του νησιού.Η άλλη η  Δέσποινα. η  μικρότερη, άτακτη και ανεξάρτητη,άτομο παθιασμένο και παρορμητικό,  αφήνει τα αισθήματά της να καθορίζουν συνειδητά ή ασυνείδητα τις πράξεις της. Θέλοντας  να ξεφύγει από τη σκιά της μεγάλης αδερφής θα  κάνει μια πράξη που θα την σημαδεύει και κατατρέχει τη ζωή της.
Η μοίρα της  Κατίνας όμως είναι προδιαγεγραμμένη, είναι εκείνη των ωραίων πλασμάτων που δεν τους είναι  γραφτό να μείνουν για πολύ στον κόσμο τούτο. Η Κατίνα, φεύγει από τη ζωή πρόωρα, βυθίζοντας στο πένθος την οικογένειά της. Πεθαίνει, δε φεύγει  όμως και από τη ζωή των άλλων. Τη στοιχειώνει. Εξακολουθεί να είναι συνεχώς παρούσα, πότε σαν ίσκιος  πότε σα μέτρο σύγκρισης, πάντα όμως  σα πόνος
Ο θάνατος της Κατίνας και ο σεισμός του 53 ανατρέπουν τα πάντα στη ζωή της Δέσποινας.
«Το χάσμα δεν το άνοιξε ο σεισμός και ούτε γιόμισε άνθη» λέει η συγγραφέας.
Μετανάστριες στην Αθήνα, αυτή και η μητέρα της, ο πατέρας έχει και αυτός φύγει από τη ζωή,  αγωνίζονται να ζήσουν σε ένα περιβάλλον ξένο,  μουντό.  Η Δέσποινα  ωριμάζει  πρόωρα, παίρνει τη ζωή στα χέρια. Ξαναβρίσκει στην Αθήνα τον παιδικό της έρωτα  το συμπατριώτη της Φραγκίσκο,  αριστοκράτη, άλλοτε βουλευτή και τώρα  μεγαλοδικηγόρο, και ζει μαζί του στιγμές έρωτα και πάθους. Ο Φραγκίσκος όμως είναι «Φλέβα θαλασσινή, χωρίς αρμύρα» όπως τον είχε κάποτε χαρακτηρίσει ο πατέρας της δε θέλει δεσμεύσεις και η Δέσποινα όταν το συνειδητοποιεί αποφασίζει να αφήσει τον έρωτα για να κάνει ένα γάμο συμβατικό που την εγκλωβίζει σε μια ζωή μουντή χωρίς όνειρα. Ποιος όμως ορίζει τη μοίρα του;  Μια σειρά από απρόσμενα γεγονότα με πρώτο την έφοδο στη ζωή της ενός τρίτου προσώπου, του παθιασμένου με τη ζωή νέου Ντανιέλε,  ανατρέπουν τα πάντα και κάποτε έρχεται η στιγμή, μετά από μια προσωπική δυστυχία, να  γίνει το όνειρο πραγματικότητα   Ο Φραγκίσκος γίνεται  άντρας της Δέσποινας. Στο γάμο όμως αυτό είναι πάντα τρεις. Η Δέσποινα ο Φραγκίσκος και η νεκρή Κατίνα. Ο  κύκλος όμως δεν κλείνει.  Στο γαϊτανάκι της ζωής πλέκονται και ξεμπλέκονται σε ένα αέναο χορό έρωτα, πάθους, ζήλειας, θανάτου,  γύρω από τη νεκρή Κατίνα, εκτός από τη Δέσποινα  ο Φραγκίσκος, ο Ντανιέλε και η Κατερίνα, μια γυναίκα ευάλωτη, μια  θολή αντανάκλαση μιας άλλης ζωής. Πίσω όλοι ξανά στη νέα Ζάκυνθο θα βιώσουν ανατροπές και αποκαλύψεις. Η Κατερίνα, γίνεται άθελά της ο καταλύτης που θα πυροδοτήσει ξεχασμένες επιθυμίες, και  σαν το «μικρό μαχαιράκι» του Λόρκα θα κόψει τις κορδέλες  από το γαϊτανάκι αφήνοντας τους χορευτές  μετέωρους.   
 
Δε θέλω να σας πω περισσότερα για την πλοκή του μυθιστορήματος, να ανοίξω την όρεξή σας θέλω μόνο. Να κεντρίσω τη φαντασία σας. ΄Ο,τι και να πω όμως δε θα μπορέσω να σας χαρίσω την απόλαυση που θα σας δώσει η ανάγνωση του βιβλίου. Ενός βιβλίου μεστού και ώριμου. ενός καλοστημένου και ολοκληρωμένου μυθιστορήματος από αυτά που δεν ξεχνάς μόλις κλείσεις την τελευταία σελίδα.  Με χαρακτήρες βαθειά ανθρώπινους, ζωντανούς και όχι χάρτινους που μιλάνε, σκέφτονται, αντιδρούν σαν άνθρωποι με σάρκα και οστά. Σχεδόν τους αγγίζεις, τους γνωρίζεις, τους έχεις συναντήσει, κάποια στιγμή. Ακόμη και τα δευτερεύοντα πρόσωπα και εκείνα που κάνουν ένα φευγαλέο πέρασμα  διαγράφονται ξεκάθαρα .Ο ήσυχος, χαμηλών τόνων Αντρέας, η ζωηρή και χυμώδης κυρία Σούζη, ο επιρρεπής στα παραστρατήματα, κατά τα’ άλλα  σοβαρός οικογενειάρχης κ. συνταγματάρχης, ο  μερκουρικός γοητευτικός  ερωτύλος  Ντανιέλε.. Και φυσικά οι τρείς πρωταγωνιστές, η Δέσποινα, γήινη, ουσιαστική, παρορμητική, την τρομάζει η αλήθεια και την κρύβει  ακόμη και από τον ίδιο τον εαυτό της καλυπτόμενη πίσω από προσχήματα και συμβιβασμούς. Ο Φραγκίσκος ένας χαρακτήρας πολύπλευρος και αντιφατικός. Παιδί καταπιεσμένο από ένα αυταρχικό πατέρα, στερημένο από την αγάπη της μητέρας, δε θέλει δεσμεύσεις και περιορισμούς. Προς τα έξω δίνει την εικόνα του  επιτυχημένου επαγγελματικά, του άρχοντα, του ευγενικά αποστασιοποιημένου από τους άλλους και, ως ένα σημείο, εγωκεντρικού. Στο βάθος όμως δεν είναι παρά ένας ρομαντικός που αναζητά το χαμένο καιρό μέσα από εικόνες και ανθρώπους. Και τέλος η Κατερίνα, η  γυναίκα που ο  έρωτας έρχεται κάπως αργά στη ζωή της για να τη μεταμορφώσει, αλλά και άλλο τόσο για να την πληγώσει γιατί είναι ένας έρωτας ενάντια σε  κάθε λογική και σύμβαση. Η Κατερίνα είναι ευάλωτη και θύμα. Ως πιο βαθμό όμως; Που ορίζονται τα όρια του θύματος και του θύτη, έστω και ακούσιου; Δε σας πω. Θα το βρείτε μόνοι σας.

Άφησα επίτηδες τελευταίο το στοιχείο της γλώσσας. Ζωντανή, ρέουσα,  δυνατή, απαλλαγμένη από  περιττά στολίδια. Χαιρόμαστε να τη διαβάζουμε. Η γραφή της Φραντζέσκας Κολυβά άλλοτε  Ζέφυρος, απαλός γεμάτος  αρώματα των κήπων της Ζακύνθου,  άλλοτε καυτός Λίβας και βίαιος Γαρμπής   σηκώνει  κύματα θεόραταΗ  συγγραφέας με μαεστρία και  άνεση ξέρει να περνάει από την τραγωδία και το δράμα, στην κωμωδία, από το δάκρυ στο γέλιο. Κουφέτα με πικραμύγδαλο, γλυκά και πικρά μαζί, χαρά και γέλιο, δάκρυ και κλάμα.

Και  κάτι που ιδιαίτερα εκτίμησα ήταν η  χρήση της Ζακυθινής  ντοπιολαλιάς, μου ενίσχυσε την αίσθηση της αυθεντικότητας και της συνέχειας της παράδοσης του Διονυσίου Ρώμα για να αναφέρω τον πιο πρόσφατο από τους σπουδαίους επτανήσιους λογοτέχνες. 

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Δύο αγάπες, δύο απουσίες... σήμερα.


Λαλιγκιούλ, το Ρουμπίνι του Βοσπόρου



Με τον παράξενο αυτό τίτλο κυκλοφόρησε λίγες μέρες πριν από τις εκδόσεις "Ελφιλ", το πρώτο βιβλίο της Χριστίνας Αλεξάνδρου.

Από τον τίτλο και μόνο καταλαβαίνει κανείς ότι το βιβλίο θα έχει κάποια σχέση με την Ανατολή και το χιλιοτραγουδισμένο Βόσπορο.

Η συγγραφέας μέσα από τις 318 πυκνογραμμένες σελίδες ξετυλίγει στα μάτια του αναγνώστη μια ιστορία αληθινή και τόσο απίστευτη που μοιάζει με παραμύθι. Μια ιστορία μιας όμορφης Κρητικοπούλας με Ενετική καταγωγή που στα δεκαπέντε της και ενώ στην Κρήτη έχει ξεσπάσει η Κρητική επανάσταση, πέφτει στα χέρια δουλεμπόρων και καταλήγει στο χαρέμι του Σουλτάνου Αμπτούλ Ασίζ. Η ζωή της νεαρής κοπέλας στο χαρέμι είναι σκληρή, ιδίως που η απαγωγή της γίνεται την επομένη της ημέρας του αρραβώνα της με τον αγαπημένο της .

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΛΗΜΝΟΥ



Ναυμαχία Λήμνου


Πόσοι από εμάς θυμούνται πως σαν σήμερα πριν εκατόν ένα ακριβώς χρόνια έγινε η Ναυμαχία της Λήμνου, η δεύτερη σπουδαία, μετά τη Ναυμαχία της Έλλης, ναυμαχία μεταξύ του Ελληνικού Βασιλικού Ναυτικού και του Οθωμανικού Στόλου  κατά τον  Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο; Το ιστορικό της ναυμαχίας με δύο λόγια όπως το δανείζομαι από τη Wikipedia έχει ως εξής:

Τη νύχτα της 4ης Ιανουαρίου 1913 ο οθωμανικός στόλος με επικεφαλής τον ναύαρχο Ταχίρ Μπέη, κατευθύνθηκε  προς το ελληνικό ορμητήριο του Μούδρου στη Λήμνο. Η έξοδος όμως έγινε έγκαιρα αντιληπτή και αρχηγός του ελληνικού στόλου ναύαρχος Κουντουριώτης  έσπευσε αποπλεύσει στέλνοντας συγχρόνως  προς τον στόλο το ακόλουθο σήμα:
«Ο ναύαρχος εύχεται την καλήν ημέραν εις τα γενναία επιτελεία και τα πληρώματα».
Στη ναυμαχία που ακολούθησε το πρωί της 5 Ιανουαρίου 1913, ο Ελληνικός στόλος με τη ναυαρχίδα "Αβέρωφ" και τα θωρηκτά "Σπέτσαι", "Ύδρα" και "Ψαρά" και 6-7 αντιτορπιλικά, κατάφερε καίρια πλήγματα στον οθωμανικό, αποφεύγοντας  δικά του, χάρη στους επιδέξιους χειρισμούς του ναυάρχου Κουντουριώτη και του κυβερνήτη του "Αβέρωφ". Όταν τα θωρηκτά του οθωμανικού στόλου, «Μπαρμπαρόσα» και «Μεσουδιέ» υπέστησαν μεγάλες ζημιές ο οθωμανικός  στόλος, εστράφη, πλέοντας με μεγάλη αταξία, κατευθυνόμενος προς τα στενά των Δαρδανελίων. Την κρίσιμη στιγμή όμως ο ναύαρχος Κουντουριώτης διέταξε τον ελληνικό στόλο να  καταδιώξει τον εχθρό και το «Αβέρωφ» πλέοντας με μεγάλη ταχύτητα  έπληξε με τα πυροβόλα του   καίρια το οθωμανικό θωρηκτό «Τουργούτ», αναγκάζοντας τον εχθρικό στόλο, ηττημένο  να καταφύγει τελικά στα Δαρδανέλια.
Ο ελληνικός στόλος είχε έναν και μοναδικό τραυματία και ασήμαντες ζημιές στο κατάστρωμα του «Αβέρωφ». Αντίθετα ο οθωμανικός  είχε πολλούς νεκρούς και τραυματίες και πολλές ζημιές στα πλοία του, στο πυροβολικό και τον εξοπλισμό του.
Και κατά τη ναυμαχία αυτή αποδείχθηκε η ηθική υπεροχή του Αρχηγού του Επιτελείου, των Πληρωμάτων και η δεξιότητα των χειρισμών του νεότευκτου αποκτήματος της Ελλάδος του «Αβέρωφ» που είχε τη δυνατότητα να αναπτύσσει μεγάλη  ταχύτητα  και ήταν εξοπλισμένο με μεγάλης ισχύος και αποτελεσματικότητας πυροβόλα.    
Το  αποτέλεσμα της ναυμαχίας ήταν ο Τουρκικός στόλος να μην επιχειρήσει ξανά έξω από τα Δαρδανέλλια κατά τη διάρκεια των ετών που ακολούθησαν, αφήνοντας την κυριαρχία του Αιγαίου στην Ελληνικό στόλο και την απελευθέρωση των νησιών μας.
Μπορεί να σας φαίνεται περίεργο που η ανάρτηση αυτή δεν έχει να κάνει με βιβλία. Έχει να κάνει όμως με την άλλη αγάπη μου, τη θάλασσα και το Ναυτικό που έζησα κοντά του πενήντα τόσα χρόνια. Αλλά και με τη Λήμνο, την απώτερη πατρίδα που αγάπησα αυτό το καλοκαίρι…

Και κάτι άλλο ακόμη, νομίζω πως θα συμφωνήσετε μαζί μου ότι θα πρέπει να θυμόμαστε, ιδίως τις πικρές μέρες του σήμερα, πως όταν δε μας τρώει ο διχασμός και η μιζέρια μπορούμε να  κάνουμε σπουδαία πράγματα.   


Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

ΙΟΥΣΤΙΝΗ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ: ΨΗΛΑ ΤΑΚΟΥΝΙΑ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Ψηλά τακούνια για πάνταΔεν είναι η πρώτη φορά που θα σας μιλήσω για ένα βιβλίο της Ιουστίνης Φραγκούλη- Αργύρη και είμαι σίγουρη πως δε θα είναι η τελευταία και τούτο γιατί  η  Ιουστίνη Φραγκούλη είναι μια ακούραστη εργάτρια της πέννας που υπηρετεί με συνέπεια και επιτυχία τόσο τη λογοτεχνία όσο και τη δημοσιογραφία. Γράφει στα Ελληνικά, στα Αγγλικά και τα Γαλλικά, εκτός από τα βιβλία της, δημοσιογραφεί  στο Ηuffington Post,  και στέλνει ανταποκρίσεις στον ελληνικό τύπο από τον Καναδά και την Αμερική. Κάθε κείμενό  της, είτε είναι λογοτεχνικό, είτε δημοσιογραφική ανταπόκριση, είτε ανάρτηση σε blog ακόμη και κουβεντούλα στο facebook φέρει τη σφραγίδα της ποιότητας του λόγου της ευαισθησίας και της αγάπης στο αντικείμενο.

Η Ιουστίνη Φραγκούλη είναι η Ελληνίδα συγγραφέας της διασποράς. Ζει χρόνια τώρα στον Καναδά, εκεί είναι το σπίτι της, η οικογένειά της, ο αγαπημένος Τέντ και ο προικισμένος Αλέξανδρος,  η καρδιά της όμως, τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος της, γυρίζει σαν το ηλιοτρόπιο στον ήλιο, κάθε τόσο στην Ελλάδα, στη Λευκάδα το αγαπημένο της νησί και  στις καταβολές και τα βιώματα της παιδικής και νεανικής ηλικίας,  για να αντλήσει έμπνευση και να δημιουργήσει. Στα βιώματα αυτά, ιδωμένα μέσα από το πρίσμα της ωριμότητας και της απόστασης του χρόνου,  ξαναγυρίζει με το βιβλίο της "Ψηλά τακούνια για πάντα" που επανεκδόθηκε τον περασμένο μήνα από τις εκδόσεις "Αρμός"

Είχα διαβάσει το βιβλίο  στην πρώτη έκδοσή του από τα «Ελληνικά Γράμματα» και με χαρά το διάβασα και πάλι στην καινούργια καλαίσθητη έκδοσή του από τον "Αρμό". Αυτό που  εκτιμώ πάντα στα βιβλία της Ιουστίνης Φραγκούλη είναι  πως ξέρει τον τρόπο να αγγίζει την ψυχή του αναγνώστη. Καταπιάνεται με  λεπτά και ευαίσθητα  θέματα, αληθινές ιστορίες  και πάθη ανθρώπων που πόνεσαν και αγάπησαν. Η  συγγραφέας όμως δεν περιορίζεται απλώς  στο να διηγηθεί μια ιστορία, διανθισμένη με έρωτα και περιπέτεια, αλλά έχοντας δουλέψει προηγουμένως πάνω στα ιστορικά και πραγματολογικά δεδομένα της ιστορίας καταφέρνει να μεταφέρει τον αναγνώστη, ακόμη και εκείνους, ιδιαίτερα τους νέους που δεν έχουν τις  εμπειρίες των πιο ώριμων, στο χώρο και στο χρόνο και να τον κάνει να βιώσει τις εμπειρίες και τα πάθη των ηρώων, αλλά κυρίως των ηρωίδων της.
   
Στον απόηχο λοιπόν των νεανικών αναμνήσεων της, στο  περιβάλλον του νησιού της παιδικής ηλικίας και της εφηβείας,και του Καναδά της ωριμότητας, η συγγραφέας στήνει  το ωραίο της  μυθιστόρημα « Ψηλά τακούνια για πάντα». Ένα μυθιστόρημα για τη νιότη και το πέρασμα στην ωριμότητα.  Η Τζούλια και οι φίλες της, κορίτσια στην αυγή της ζωής, βιάζονται να μεγαλώσουν, να πετάξουν σχολικές ποδιές και βιβλία και να φορέσουν  ψηλά τακούνια όπως οι μητέρες τους, κάνοντας την αρχή με ξύλινα τακούνια πρόχειρα καρφωμένα στις σαγιονάρες τους.  Βιάζονται ν΄αδράξουν τη ζωή, να πιουν και να μεθύσουν από τους χυμούς της και να γνωρίσουν τον έρωτα στην απόλυτη μορφή του.. Πιστεύουν, με αφοπλιστική αθωότητα, πως πάντα θα είναι όλα ρόδινα και σύμφωνα με τα όνειρά τους. Ένα τραγικό γεγονός όμως, ένας αδόκητος θάνατος, αυτός του πατέρα της Τζούλιας  την ίδια ακριβώς ημέρα της αποφοίτησης των κοριτσιών από το σχολείο, θα οδηγήσει στη  ματαίωση των ονείρων της Τζούλιας  και το βίαιο αποχωρισμό της   από τη νησί της και τις φίλες της. Η Τζούλια και οι φίλες της θα σκορπίσουν στους πέντε ανέμους. Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν θα χάσουν την επαφή τους, πολλές θα δουν τα όνειρα τους να διαψεύδονται, θα πικραθούν κάποιες. άλλες θα παραιτηθούν και θα συμβιβαστούν και κάποιες θα επαναστατήσουν. Και ξάφνου, όταν η ωριμότητα έχει διαδεχθεί τη νιότη, εκεί που δεν το περιμένουν, έρχεται η πρόσκληση.  Η Τζούλια, η ψυχή της παρέας, αλλά και ο καταλύτης της, το κορίτσι  που έχει περάσει μέσα από τις σιδερές πύλες της γνώσης και της απόγνωσης που έχει ρίξει μαύρη πέτρα κόβοντας με το μαχαίρι δεσμούς και αγάπες που τη συνδέουν με το παρελθόν, στην αυγή των σαράντα χρόνων της ξαναγυρίζει σε αυτές ακριβώς τις αγάπες που άφησε πίσω της.  Θυμάται τον όρκο που έκαναν τότε, στα χρόνια της αθωότητας, να ξαναβρεθούν στα γενέθλια των σαράντα χρόνων της και τις καλεί στη νέα πατρίδα της τον Καναδά, στο σπιτικό της, να γιορτάσουν μαζί και να ξαναπλέξουν τον ιστό που τις ένωνε κάποτε. Πόσο είναι αυτό εφικτό, πόσο έχουν αλλάξει οι φίλες, πόσο οι διαφορετικές εμπειρίες της ζωής θα ξεπεραστούν για να έρθουν και πάλι κοντά;  Υπάρχει ακόμη ο δεσμός που τις ένωνε; Η απόσταση του χρόνου και του τόπου πόσο τον έχει επηρεάσει και αυτόν;  Η μήπως η   δύναμη της φιλίας που χτίστηκε τα κρίσιμα χρόνια της νιότης τότε που διαπλάστηκε  ο χαρακτήρας μας είναι πράγματι ακατάλυτη και η μόνη που μπορεί να λυτρώσει και να διώξει τις αράχνες από το παρελθόν; ΄Ηταν άραγε για τη Τζούλια οι δοκιμασίες που της επιφύλαξε η ζωή κάτι σαν τις αρχαίες τελετές διάβασης , για να μάθει και να εκτιμήσει τελικά, αυτό που πάντα είχε και ποτέ δεν έχασε την αγάπη;

Αυτός είναι ο πυρήνας του  μυθιστορήματος της Ιουστίνης Φραγκούλη « Ψηλά τακούνια για πάντα». Διαβάζοντάς το θυμήθηκα τα «Ψάθινα Καπέλα» της  Λυμπεράκη και το «Μεγάλο Μώλν» του Αλαίν Φουρνιέ. Και τα δύο είναι βιβλία που μιλούν για τη νιότη και το πέρασμα στην ωριμότητα. Η Ιουστίνη Φραγκούλη όμως προχωρεί  πιο πέρα από τους συγγραφείς αυτούς. «Είμαι απόδημη Ελληνίδα. Ζω στο εξωτερικό. Η αποδημία είναι ένα από τα υπαρξιακά μου θέματα. Είναι στη θεματολογία μου πάντα. Γιατί αυτό είμαι. Δεν επιλέγω, γράφω αυτό που είμαι».΄Εχει  δηλώσει η ίδια σε παλιότερη συνέντευξή της στην Ελευθεροτυπία.. Ακριβώς αυτό κάνει και στο βιβλίο της « Ψηλά τακούνια για πάντα» Μέσα από την ανάλυση της ψυχοσύνθεσης της κεντρικής ηρωίδας, της Τζούλιας, των μεταπτώσεων και αλλαγών του χαρακτήρα της διαγράφονται ξεκάθαρα  τα υπαρξιακά θέματα του νόστου και της δύναμης της  φιλίας,  που προβληματίζουν,αλλά και  χαρακτηρίζουν τα έργα της Ιουστίνης Φραγκούλη και την ίδια τη συγγραφέα.

Τα «Ψηλά τακούνια για πάντα» είναι ένα βιβλίο που δε μπορείς να αφήσεις από το χέρια σου. Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας το ένιωσα πολλές φορές να ταυτίζομαι πότε με τη μια φίλη πότε με την άλλη. Βέβαια η εποχή που μεγάλωσα εγώ είχε σημαντικές διαφορές σε σχέση με αυτή της Τζούλιας και των άλλων κοριτσιών. Εκείνες έζησαν τη μεταχουντική εποχή, της ελευθερίας και των αγώνων, εγώ είμαι παιδί των μετακατοχικών χρόνων. Των στερήσεων. Παρά τις όποιες διαφορές όμως, αυτό που μπορώ να πω είναι πως η βάση, ο κεντρικός άξονας της ζωής των εφήβων κοριτσιών της εποχής της Τζούλιας και της δικής μου  είναι ο ίδιος. Η δεσμοί της οικογένειας και της φιλίας είναι οι ίδιοι σε όλες τις εποχές, από την εποχή του Ομήρου μέχρι σήμερα, θέλω να ελπίζω. Αυτό είναι και το μήνυμα που περνάει μέσα από το βιβλίο της Ιουστίνης. «Πιστεύω τω φίλω» μαθαίναμε στο πρώτο μάθημα στα «αρχαία», και αυτό όπως και τη συνέχειά του «Πιστόν φίλον εν κινδύνοις γιγνώσκεις»  μου θύμισε  και πάλι η Ιουστίνη Φραγκούλη με το ωραίο βιβλίο της. Αξίζει να το διαβάσετε και να το χαρείτε πολλές φορές.  Να είναι καλοτάξιδο.