Καλή Ανάσταση σε όλους φίλους και μη, οσους μας αγαπάνε και όσους όχι. Να έχουμε ανάσταση στις καρδιές μας και να λάμψει το φως που σώζει στα σκοτάδια που μας απειλούν.
Πέμπτη 21 Απριλίου 2011
ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ
Καλή Ανάσταση σε όλους φίλους και μη, οσους μας αγαπάνε και όσους όχι. Να έχουμε ανάσταση στις καρδιές μας και να λάμψει το φως που σώζει στα σκοτάδια που μας απειλούν.
Παρασκευή 15 Απριλίου 2011
Ο καταστρεπτικός τυφώνας «Υποψία»
Καλημέρα!
Για αυτή την εβδομάδα η φίλη μας Νοέλ Μπάξερ μας έχει σερβίρει έναν Τυφώνα: τον καταστρεπτικό τυφώνα «Υποψία». Όπως όλοι οι καλοί τυφώνες έχει όνομα γένους θηλυκού.
Ο καταστρεπτικός τυφώνας «Υποψία"
Ο τυφώνας «υποψία ανεργίας» θα μείνει στην ιστορία σας. Θα καταγραφεί ως μια από τις καταστρεπτικότερες υποψίες που σας έπληξε ποτέ, ιδιαίτερα άμα αποδειχθεί σωστή κι είστε άνεργος όπως το υποψιάζεστε.
Πριν σας χτυπήσει ο τυφώνας, το τελευταίο προ ανεργίας πλάνο σας σάς δείχνει να περιφέρεστε στο «βρίσκομαι ανάμεσα σε δυο δουλειές» στάδιο. Περιφέρεστε άσκοπα στο στάδιο σκοτώνοντας τον χρόνο σας (έχετε πολύ χρόνο μπροστά σας αλλά δεν το ξέρετε ακόμη) και για να διασκεδάσετε τον εαυτό σας πηδάτε τα εμπόδια με θεατρική δυσκολία. Μιμείστε τις επευφημίες κόσμου και άλλα τέτοια σαχλά. Παίζετε τον νικητή, ασφαλώς εσείς δεν ανήκετε στους ηττημένους.
Εκεί, στο στάδιο, θα σας βρει η πρώτη ψιχάλα υποψίας. Το λαμπρό φως χαμηλώνει με ντίμερ, λίγο-λίγο γίνεστε πιο σκοτεινός και τα κατάλευκα δόντια σας πιο κατάλευκα. Βλέπετε εμάς μέσα από τον φακό. Πίσω από εμάς βλέπετε να πλησιάζει μια δύση δίχως χρώματα.
Είναι ο τυφώνας που πλησιάζει χωρίς βουητό. Παρακολουθείτε τον κινούμενο ουράνιο έλικα να μεγαλώνει. Ο τυφώνας-τιρμπουσόν πιθανώς να είναι η τελευταία χαριτωμένη σκέψη σας πριν σας κοπεί το γέλιο. Ο τυφώνας «υποψία» σάς χτυπάει, όπως και πολλούς άλλους στην ίδια μοίρα με σας, με ένα τσουνάμι απαισιοδοξίας. Δεν ξέρετε τι είναι αυτό που καταπίνετε. Δεν ξέρετε πού πήγε ο κόσμος που σας κράταγε παρέα, δεν ξέρετε για πού το ‘βαλε ο κόσμος.
Η τέως ευφορία σας μπροστά στα μάτια σας και στα μάτια μας χαριεντίζεται με θράσος με τους τέως θεατές στις κερκίδες. Τους βλέπετε σκοτεινούς, κόντρα στο φως τους, σκιές από πλάσματα που ξέμειναν πίσω. Η ισχύς του τυφώνα ωθεί παλιές ζητωκραυγές πέρα μακριά, προς την ανοιχτή θάλασσα με τα καρυδότσουφλα.
Κοιτάτε σιωπηλός. Άναυδος. Για όποιον δεν ξέρει, ο τρόμος του επερχόμενου σάς έδωσε την τόλμη να βάλετε ο ίδιος εσώκλειστο το περιεχόμενό σας και να σφραγίσετε το γράμμα.
Έχει ξεκινήσει αν δεν το έχετε ακόμη καταλάβει η γύμνωση και ταπείνωση του βασιλιά. Διστακτικά, χωρίς το πανωφόρι σας, εισέρχεστε στη βεβαιότητα ότι είστε άνεργος. Εκεί δεν θα υπάρχουν πια τυφώνες κι υποψίες, μόνο σιγουριά και ένας μπόγος από άδεια βασιλικά ρούχα.
Σκέψη στο περιθώριο
Τους τυφώνες ακολουθεί νηνεμία πάνω από ερείπια.
Νοέλ Μπάξερ
Ένα από τα κείμενά της για την ανεργία
Με την ευχή να έχετε μια ανέφελη ημέρα
Για αυτή την εβδομάδα η φίλη μας Νοέλ Μπάξερ μας έχει σερβίρει έναν Τυφώνα: τον καταστρεπτικό τυφώνα «Υποψία». Όπως όλοι οι καλοί τυφώνες έχει όνομα γένους θηλυκού.
Ο καταστρεπτικός τυφώνας «Υποψία"
Ο τυφώνας «υποψία ανεργίας» θα μείνει στην ιστορία σας. Θα καταγραφεί ως μια από τις καταστρεπτικότερες υποψίες που σας έπληξε ποτέ, ιδιαίτερα άμα αποδειχθεί σωστή κι είστε άνεργος όπως το υποψιάζεστε.
Πριν σας χτυπήσει ο τυφώνας, το τελευταίο προ ανεργίας πλάνο σας σάς δείχνει να περιφέρεστε στο «βρίσκομαι ανάμεσα σε δυο δουλειές» στάδιο. Περιφέρεστε άσκοπα στο στάδιο σκοτώνοντας τον χρόνο σας (έχετε πολύ χρόνο μπροστά σας αλλά δεν το ξέρετε ακόμη) και για να διασκεδάσετε τον εαυτό σας πηδάτε τα εμπόδια με θεατρική δυσκολία. Μιμείστε τις επευφημίες κόσμου και άλλα τέτοια σαχλά. Παίζετε τον νικητή, ασφαλώς εσείς δεν ανήκετε στους ηττημένους.
Εκεί, στο στάδιο, θα σας βρει η πρώτη ψιχάλα υποψίας. Το λαμπρό φως χαμηλώνει με ντίμερ, λίγο-λίγο γίνεστε πιο σκοτεινός και τα κατάλευκα δόντια σας πιο κατάλευκα. Βλέπετε εμάς μέσα από τον φακό. Πίσω από εμάς βλέπετε να πλησιάζει μια δύση δίχως χρώματα.
Είναι ο τυφώνας που πλησιάζει χωρίς βουητό. Παρακολουθείτε τον κινούμενο ουράνιο έλικα να μεγαλώνει. Ο τυφώνας-τιρμπουσόν πιθανώς να είναι η τελευταία χαριτωμένη σκέψη σας πριν σας κοπεί το γέλιο. Ο τυφώνας «υποψία» σάς χτυπάει, όπως και πολλούς άλλους στην ίδια μοίρα με σας, με ένα τσουνάμι απαισιοδοξίας. Δεν ξέρετε τι είναι αυτό που καταπίνετε. Δεν ξέρετε πού πήγε ο κόσμος που σας κράταγε παρέα, δεν ξέρετε για πού το ‘βαλε ο κόσμος.
Η τέως ευφορία σας μπροστά στα μάτια σας και στα μάτια μας χαριεντίζεται με θράσος με τους τέως θεατές στις κερκίδες. Τους βλέπετε σκοτεινούς, κόντρα στο φως τους, σκιές από πλάσματα που ξέμειναν πίσω. Η ισχύς του τυφώνα ωθεί παλιές ζητωκραυγές πέρα μακριά, προς την ανοιχτή θάλασσα με τα καρυδότσουφλα.
Κοιτάτε σιωπηλός. Άναυδος. Για όποιον δεν ξέρει, ο τρόμος του επερχόμενου σάς έδωσε την τόλμη να βάλετε ο ίδιος εσώκλειστο το περιεχόμενό σας και να σφραγίσετε το γράμμα.
Έχει ξεκινήσει αν δεν το έχετε ακόμη καταλάβει η γύμνωση και ταπείνωση του βασιλιά. Διστακτικά, χωρίς το πανωφόρι σας, εισέρχεστε στη βεβαιότητα ότι είστε άνεργος. Εκεί δεν θα υπάρχουν πια τυφώνες κι υποψίες, μόνο σιγουριά και ένας μπόγος από άδεια βασιλικά ρούχα.
Σκέψη στο περιθώριο
Τους τυφώνες ακολουθεί νηνεμία πάνω από ερείπια.
Νοέλ Μπάξερ
Ένα από τα κείμενά της για την ανεργία
Με την ευχή να έχετε μια ανέφελη ημέρα
Παρασκευή 8 Απριλίου 2011
Παρακαλώ, τι ώρα ανοίγει η αγορά εργασίας;
Οι αγορές ως γνωστόν, είτε λαϊκές λέγονται, είτε χρηματιστηριακές είτε άλλως πως έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό, έχουν τακτή ώρα ενάρξεως. Με μία εξαίρεση, την αγορά εργασίας. Ας δούμε τι λέει πάνω σε αυτό η Νοέλ Μπάξερ στο καινούργιο της κείμενο για την ανεργία.
Παρακαλώ, τι ώρα ανοίγει η αγορά εργασίας;
Η «αγορά εργασίας» δεν είναι εμπορικό κέντρο.
Θα μπορούσε ίσως. Η «κλειστή αγορά εργασίας» φέρνει στο νου κατεβασμένα ρολά και την περιπλανώμενη ησυχία που ακούει τα τακούνια της στο πλακόστρωτο. Ενώ το «ανοιχτή αγορά εργασίας» φέρνει οχλοβοή, κόσμο που πηγαινοέρχεται και ψωνίζει.
Η «αγορά εργασίας» είναι ένας όρος που φυτρώνει σε εφημερίδες. Ανοιγοκλείνει σαν το στρείδι ανάλογα με ποιος επαγγελματικός κλάδος την αγγίξει. Χωρίζεται στην «εντός εργασίας αγορά» και στην «εκτός εργασίας αγορά». Ανάμεσα σε αυτές τις δύο ομάδες επικρατούν οι συνθήκες του πάνω και κάτω μαχαλά, όπου οι κάτοικοι του μεν κατηγορούν τους δε ότι τους κλέβουν το νερό για πότισμα, αιγοπρόβατα και το τοπικό τους θερινό φεστιβάλ.
Στο φως της ημέρας, η ζωή κυλάει χωρίς εκπλήξεις στην «αγορά εργασίας». Ο πάνω μαχαλάς έχει τις δουλειές του, ο κάτω περνάει την ώρα του στο καφενείο. Αλλάζουν κάποιες ματιές κάτω από τον πλάτανο, κι αυτό είναι όλο. Την νηνεμία του τοπίου όπου τίποτα δεν κουνιέται, διασπά κατά καιρούς μια παντρειά-έκπληξη και μεμονωμένοι αντάρτες από την «εκτός εργασίας αγορά» που αρπάζουν τις εργασιακές θέσεις του κοσμάκη.
Τη νύχτα είναι που γίνεται το έλα-να-δεις. Τότε γίνονται οι περισσότερες μετακινήσεις, στο σκοτάδι. Είχαν ξεκινήσει τη μέρα με ύποπτα «ψου-ψου» στη βρύση. Οι τοπικές κουκουβάγιες αντικρίζουν τότε έκπληκτες σκυφτούς ανθρώπους να μπουσουλούν στα τέσσερα, άλλους να αναρριχώνται σε εργασιακές θέσεις κοιμισμένων ή, τις νύχτες με πανσέληνο, διακρίνουν καθαρά ανθρώπινες σκιές στον απέναντι ασβεστωμένο μαντρότοιχο που περιμένουν το «πυρ» της εκτέλεσης.
Σε όλο αυτό το δραματικό σκηνικό, υπάρχει ασφαλώς - πώς θα μπορούσε να λείπει; - ο ήρωας ζεν πρεμιέ που εισβάλλει στη ζωή της «αγοράς εργασίας» πατώντας φουριόζικα την κόρνα από το σκονισμένο φορτηγάκι του που φέρει την επιγραφή «αναλαμβάνω μετακινήσεις στελεχών». Ο ρόλος του είναι ρόλος δράσης. Σκηνοθετικά σηκώνει λίγο Ζορό, λίγο Ρομπέν, λίγο Σούπερμαν. Στήνει το πλιαν τραπεζάκι του κάτω από τον πλάτανο, ανοίγει την ατζέντα του και λέει τη μαγική φράση «να περάσει ο πρώτος, παρακαλώ».
Το δειλινό τον βρίσκει με μια στοίβα βιογραφικά και έναν τόνο αγωνίες που το τριαξονικό του θα μεταφέρει στην συνέχεια σε γειτονικές επιχειρηματικές ραχούλες.
Ο όρος «αγορά εργασίας» αναφέρεται στο αγοραίο μέρος της εργασίας. Επικρατεί η γλώσσα των αριθμών, η φωνή της λογικής και η μέθοδος των τριών. Ο άνεργος ως ον κι όχι ως κωδικός ή στατιστικό ποσοστό, απουσιάζει από την πράξη.
Η Κοινωνία δεν μπορεί να συμμετάσχει στην μαθηματική πράξη όταν είναι αφηρημένη. Αν αντιμετωπίζεται ως αφηρημένη έννοια. Έτσι όπως είναι σήμερα, δεν επηρεάζει το γινόμενο. Ο άνεργος απουσιάζει ως κοινωνική μονάδα. (Καλά κάνει γιατί, όταν δεν απουσιάζει, μέμφεται ότι επιβαρύνει το σύνολο.)
Το ότι ο εργαζόμενος χωρίς δουλειά έχει αντικατασταθεί από μια στατιστική μονάδα, ενώ λείπει σπίτι του, είναι προϊόν λογικής επεξεργασίας. Αυτό όμως που δεν ξέρω αν εσείς συγχωρείτε στη λογική είναι η βαριά οσμή τεχνοκρατισμού, το ότι δεν πλύθηκε και με λίγο συναίσθημα. Από το μεγάλο πρόβλημα έκοψε μόνο την μπουκιά με την ψίχα.
Από την «αγορά εργασίας» ο άνθρωπος αυτός περιμένει να αντιμετωπίζεται ως εργαζόμενος, γιατί η νοοτροπία του είναι η νοοτροπία του ανθρώπου που εργάζεται και, επιπλέον, έχει επενδύσει σε αυτόν τον τίτλο, άρα τον δικαιούται. Νιώθει όμως πως πλανάται μια νοητή προϊστάμενη αρχή που τον επιπλήττει σαν να ήταν «προβληματικός» εργαζόμενος εντός εργασίας. Λες κι ανήκει ακόμα σε εργασιακό περιβάλλον, αισθάνεται την πίεση άγραφων κανόνων καλής συμπεριφοράς, όπως το αγόρι που του ‘ρχεται να κλάψει όμως του απαγορεύεται να κλάψει «γιατί είναι άνδρας».
Άλλοτε «άνδρας» άλλοτε μαμμόθρεπτο. Έχει επίγνωση, δεν το νιώθει απλώς, ότι τα πράγματα γίνονται ερήμην του. Η συμμετοχή του είναι παθητική. Διαβάζει, βλέπει, ακούει, πληροφορείται. Δεν ορίζει τις εξελίξεις «του». Ακούει από το σπίτι του, όπου βρίσκεται αποκλεισμένος, το πανηγύρι που γίνεται στην κεντρική πλατεία «αγορά εργασίας».
Λοιπόν, η «αγορά εργασίας» ως όρος φαίνεται να χρειάζεται επειγόντως έναν αντίποδα-όρο για να αναμετρηθούν τα αναστήματά τους. Το πεδίο του νέου όρου ευνόητα εκτείνεται στην ευρύτερη επαρχία της «εργασίας» και βλέπει, από την πίσω πλευρά της «αγοράς», την τωρινή αθέατη πλευρά του «ανθρώπου».
Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα βαθμό απόπειρα σύγκλισης της τωρινής μας «αγοράς» με την αρχική έννοια της αρχαίας ελληνικής λέξης «αγορά» όπου άνθρωποι συγκεντρωνόντουσαν για να συζητήσουν και να επιλύσουν θέματα. Με αυτή την έννοια και γνωρίζοντας την αντίληψη των προγόνων μας για «το άτομο» και «το σύνολο», ασφαλώς η αρχαία ελληνική «αγορά εργασίας» θα ήταν άλλου, αρχαίου επιπέδου.
Αυτές οι σκέψεις, να που φέρνουν στην αρχή αυτού του κειμένου. Η «αγορά εργασίας» όπως είναι σήμερα είναι ένα «εμπορικό κέντρο».
Και μέχρι εκεί.
Σκέψη στο περιθώριο
Μια που μιλάμε με όρους, υπάρχει και «αγοραφοβία εργασίας»;
Νοέλ Μπάξερ
Ένα ακόμη από τα κείμενά της για την ανεργία
Παρακαλώ, τι ώρα ανοίγει η αγορά εργασίας;
Η «αγορά εργασίας» δεν είναι εμπορικό κέντρο.
Θα μπορούσε ίσως. Η «κλειστή αγορά εργασίας» φέρνει στο νου κατεβασμένα ρολά και την περιπλανώμενη ησυχία που ακούει τα τακούνια της στο πλακόστρωτο. Ενώ το «ανοιχτή αγορά εργασίας» φέρνει οχλοβοή, κόσμο που πηγαινοέρχεται και ψωνίζει.
Η «αγορά εργασίας» είναι ένας όρος που φυτρώνει σε εφημερίδες. Ανοιγοκλείνει σαν το στρείδι ανάλογα με ποιος επαγγελματικός κλάδος την αγγίξει. Χωρίζεται στην «εντός εργασίας αγορά» και στην «εκτός εργασίας αγορά». Ανάμεσα σε αυτές τις δύο ομάδες επικρατούν οι συνθήκες του πάνω και κάτω μαχαλά, όπου οι κάτοικοι του μεν κατηγορούν τους δε ότι τους κλέβουν το νερό για πότισμα, αιγοπρόβατα και το τοπικό τους θερινό φεστιβάλ.
Στο φως της ημέρας, η ζωή κυλάει χωρίς εκπλήξεις στην «αγορά εργασίας». Ο πάνω μαχαλάς έχει τις δουλειές του, ο κάτω περνάει την ώρα του στο καφενείο. Αλλάζουν κάποιες ματιές κάτω από τον πλάτανο, κι αυτό είναι όλο. Την νηνεμία του τοπίου όπου τίποτα δεν κουνιέται, διασπά κατά καιρούς μια παντρειά-έκπληξη και μεμονωμένοι αντάρτες από την «εκτός εργασίας αγορά» που αρπάζουν τις εργασιακές θέσεις του κοσμάκη.
Τη νύχτα είναι που γίνεται το έλα-να-δεις. Τότε γίνονται οι περισσότερες μετακινήσεις, στο σκοτάδι. Είχαν ξεκινήσει τη μέρα με ύποπτα «ψου-ψου» στη βρύση. Οι τοπικές κουκουβάγιες αντικρίζουν τότε έκπληκτες σκυφτούς ανθρώπους να μπουσουλούν στα τέσσερα, άλλους να αναρριχώνται σε εργασιακές θέσεις κοιμισμένων ή, τις νύχτες με πανσέληνο, διακρίνουν καθαρά ανθρώπινες σκιές στον απέναντι ασβεστωμένο μαντρότοιχο που περιμένουν το «πυρ» της εκτέλεσης.
Σε όλο αυτό το δραματικό σκηνικό, υπάρχει ασφαλώς - πώς θα μπορούσε να λείπει; - ο ήρωας ζεν πρεμιέ που εισβάλλει στη ζωή της «αγοράς εργασίας» πατώντας φουριόζικα την κόρνα από το σκονισμένο φορτηγάκι του που φέρει την επιγραφή «αναλαμβάνω μετακινήσεις στελεχών». Ο ρόλος του είναι ρόλος δράσης. Σκηνοθετικά σηκώνει λίγο Ζορό, λίγο Ρομπέν, λίγο Σούπερμαν. Στήνει το πλιαν τραπεζάκι του κάτω από τον πλάτανο, ανοίγει την ατζέντα του και λέει τη μαγική φράση «να περάσει ο πρώτος, παρακαλώ».
Το δειλινό τον βρίσκει με μια στοίβα βιογραφικά και έναν τόνο αγωνίες που το τριαξονικό του θα μεταφέρει στην συνέχεια σε γειτονικές επιχειρηματικές ραχούλες.
Ο όρος «αγορά εργασίας» αναφέρεται στο αγοραίο μέρος της εργασίας. Επικρατεί η γλώσσα των αριθμών, η φωνή της λογικής και η μέθοδος των τριών. Ο άνεργος ως ον κι όχι ως κωδικός ή στατιστικό ποσοστό, απουσιάζει από την πράξη.
Η Κοινωνία δεν μπορεί να συμμετάσχει στην μαθηματική πράξη όταν είναι αφηρημένη. Αν αντιμετωπίζεται ως αφηρημένη έννοια. Έτσι όπως είναι σήμερα, δεν επηρεάζει το γινόμενο. Ο άνεργος απουσιάζει ως κοινωνική μονάδα. (Καλά κάνει γιατί, όταν δεν απουσιάζει, μέμφεται ότι επιβαρύνει το σύνολο.)
Το ότι ο εργαζόμενος χωρίς δουλειά έχει αντικατασταθεί από μια στατιστική μονάδα, ενώ λείπει σπίτι του, είναι προϊόν λογικής επεξεργασίας. Αυτό όμως που δεν ξέρω αν εσείς συγχωρείτε στη λογική είναι η βαριά οσμή τεχνοκρατισμού, το ότι δεν πλύθηκε και με λίγο συναίσθημα. Από το μεγάλο πρόβλημα έκοψε μόνο την μπουκιά με την ψίχα.
Από την «αγορά εργασίας» ο άνθρωπος αυτός περιμένει να αντιμετωπίζεται ως εργαζόμενος, γιατί η νοοτροπία του είναι η νοοτροπία του ανθρώπου που εργάζεται και, επιπλέον, έχει επενδύσει σε αυτόν τον τίτλο, άρα τον δικαιούται. Νιώθει όμως πως πλανάται μια νοητή προϊστάμενη αρχή που τον επιπλήττει σαν να ήταν «προβληματικός» εργαζόμενος εντός εργασίας. Λες κι ανήκει ακόμα σε εργασιακό περιβάλλον, αισθάνεται την πίεση άγραφων κανόνων καλής συμπεριφοράς, όπως το αγόρι που του ‘ρχεται να κλάψει όμως του απαγορεύεται να κλάψει «γιατί είναι άνδρας».
Άλλοτε «άνδρας» άλλοτε μαμμόθρεπτο. Έχει επίγνωση, δεν το νιώθει απλώς, ότι τα πράγματα γίνονται ερήμην του. Η συμμετοχή του είναι παθητική. Διαβάζει, βλέπει, ακούει, πληροφορείται. Δεν ορίζει τις εξελίξεις «του». Ακούει από το σπίτι του, όπου βρίσκεται αποκλεισμένος, το πανηγύρι που γίνεται στην κεντρική πλατεία «αγορά εργασίας».
Λοιπόν, η «αγορά εργασίας» ως όρος φαίνεται να χρειάζεται επειγόντως έναν αντίποδα-όρο για να αναμετρηθούν τα αναστήματά τους. Το πεδίο του νέου όρου ευνόητα εκτείνεται στην ευρύτερη επαρχία της «εργασίας» και βλέπει, από την πίσω πλευρά της «αγοράς», την τωρινή αθέατη πλευρά του «ανθρώπου».
Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα βαθμό απόπειρα σύγκλισης της τωρινής μας «αγοράς» με την αρχική έννοια της αρχαίας ελληνικής λέξης «αγορά» όπου άνθρωποι συγκεντρωνόντουσαν για να συζητήσουν και να επιλύσουν θέματα. Με αυτή την έννοια και γνωρίζοντας την αντίληψη των προγόνων μας για «το άτομο» και «το σύνολο», ασφαλώς η αρχαία ελληνική «αγορά εργασίας» θα ήταν άλλου, αρχαίου επιπέδου.
Αυτές οι σκέψεις, να που φέρνουν στην αρχή αυτού του κειμένου. Η «αγορά εργασίας» όπως είναι σήμερα είναι ένα «εμπορικό κέντρο».
Και μέχρι εκεί.
Σκέψη στο περιθώριο
Μια που μιλάμε με όρους, υπάρχει και «αγοραφοβία εργασίας»;
Νοέλ Μπάξερ
Ένα ακόμη από τα κείμενά της για την ανεργία
Κυριακή 3 Απριλίου 2011
Ειπωμωνύ ή αλλιώς Υπομονή
Το καινούργιο κειμενάκι της Νοέλ Μπάξερ .
Η αλλιώτικη «ειπωμωνύ» της ανεργίας
Ανάμεσα στους συντρόφους, τους σωστούς συντρόφους παντός καιρού, ισχύει ο νόμος των συγκοινωνούντων δοχείων. Μαζί με μία ανεργία, παίρνουμε ακόμη μία ανεργία δώρο για τον/την σύντροφό μας.
Επικρατεί η αντίληψη ότι σ’ ένα ζευγάρι μόνο ο ένας σύντροφος, αυτός σε επαγγελματική κρίση, έχει το πρόβλημα. Ότι η αυτονόητη δουλειά του άλλου είναι να αναμένει και υπομένει. Απόδειξη, όποιος θέλει να μάθει αν υπάρχει κάτι νεότερο στο επαγγελματικό ανακοινωθέν του άνεργου, ρωτάει ιδιαιτέρως τον σύντροφό του. Ακόμη, δεν είναι τυχαίο ότι ο συχνότερος κοινωνικός έπαινος που απονέμεται στον σύντροφο ανέργου, είναι της Υπομονής.
Τα έμπειρα στην ανεργία ζευγάρια γνωρίζουν ότι το πρόβλημα είναι 1 + 1. Το δράμα έχει δύο πράξεις. Η πρώτη πράξη ανήκει δικαιωματικά στο μέλος που έχασε τη δουλειά του κι είναι φυσικά η πιο θεαματική, γι’ αυτήν μαζεύεται ο κόσμος. Η δεύτερη πράξη, το έργο του συντρόφου, είναι ένας μονόλογος που δεν κόβει εισιτήρια. Ο ρόλος αποδίδεται μάλιστα καλύτερα όταν δίδεται μπροστά σε άδεια καθίσματα με κλειστές τις πόρτες. Χωρίς να σημαίνει ότι έχει μικρότερη αξία επειδή δεν έχει θεατές. Απαραίτητη όμως σημείωση: Επειδή δεν έχει θεατές, μην περιμένετε χειροκρότημα.
Εάν αυτός που έμεινε χωρίς δουλειά είναι ο άντρας, επικρατεί επίσης η αντίληψη ότι τα πράγματα είναι πιο εύκολα σε συντροφικό επίπεδο, γιατί η γυναίκα έτσι κι αλλιώς είναι οπλισμένη με υπομονή.
Η συγκεκριμένη υπομονή πρόκειται για μία διαφορετική ειπωμωνύ. Με το που ανατρέπεται το καθεστώς και κάποιος από εργαζόμενος γίνεται «οικιακά», είτε είναι άντρας είτε γυναίκα ακολουθούν ντόμινο μια σειρά από ανατροπές που με τη δύναμη του τσουνάμι σαρώνουν το φοινικόδεντρο από όπου, καθισμένος στην κορυφή, στεγνός και ασφαλής, παρατηρούσε με τα κιάλια την επερχόμενη περιβαλλοντική καταστροφή του. Όσο φώναζε ότι πλησιάζει το κακό, ο/η σύντροφός του μάζευε βιαστικά τις καρέκλες.
Ο / Η σύντροφος ζει μια συντροφική εξ αγχιστείας ανεργία. Μια μοναχική, σιωπηλή, βαθιά θλιπτική συν-ανεργία κλάσεις ανώτερη από την κλασική υπομονή. Είναι η δύναμη του να είσαι πάντα εκεί όταν φυγοκεντρικά διώχνεσαι απών, οι τρυφερές συνωμοσίες και οι κρυφά πληρωμένοι λογαριασμοί, ο πάκος τα ματαιωμένα σχέδια στην τσάντα της ανακύκλωσης, η αναβολή της αναβολής ω αναβολή, η θετική αύρα στο σπίτι που δεν κυκλοφορεί σε σπρέι, το μοίρασμα της νυχτερινής εφίδρωσης, η αντοχή σε μια επώδυνη μονιμότητα, η νέα γνώση της νεοαπόγνωσης, η συνεχής επίκυψη για να σηκώνεις από κάτω πεσμένες κουβέντες, το κολλημένο χαμόγελο, η άγρυπνη ματιά κι όταν κοιμάσαι, η πλύνε-βάλε στολή κλόουν για μπροστά στα παιδιά, η ανώφελη επίγνωση ότι από τον σύντροφό σου και συγκεκριμένα από το δικό του πότε θα βρει νέα εργασία, εξαρτάται η λύση του δικού σου προβλήματος.
Η αλλιώτικη «ειπωμωνύ» της ανεργίας
Ανάμεσα στους συντρόφους, τους σωστούς συντρόφους παντός καιρού, ισχύει ο νόμος των συγκοινωνούντων δοχείων. Μαζί με μία ανεργία, παίρνουμε ακόμη μία ανεργία δώρο για τον/την σύντροφό μας.
Επικρατεί η αντίληψη ότι σ’ ένα ζευγάρι μόνο ο ένας σύντροφος, αυτός σε επαγγελματική κρίση, έχει το πρόβλημα. Ότι η αυτονόητη δουλειά του άλλου είναι να αναμένει και υπομένει. Απόδειξη, όποιος θέλει να μάθει αν υπάρχει κάτι νεότερο στο επαγγελματικό ανακοινωθέν του άνεργου, ρωτάει ιδιαιτέρως τον σύντροφό του. Ακόμη, δεν είναι τυχαίο ότι ο συχνότερος κοινωνικός έπαινος που απονέμεται στον σύντροφο ανέργου, είναι της Υπομονής.
Τα έμπειρα στην ανεργία ζευγάρια γνωρίζουν ότι το πρόβλημα είναι 1 + 1. Το δράμα έχει δύο πράξεις. Η πρώτη πράξη ανήκει δικαιωματικά στο μέλος που έχασε τη δουλειά του κι είναι φυσικά η πιο θεαματική, γι’ αυτήν μαζεύεται ο κόσμος. Η δεύτερη πράξη, το έργο του συντρόφου, είναι ένας μονόλογος που δεν κόβει εισιτήρια. Ο ρόλος αποδίδεται μάλιστα καλύτερα όταν δίδεται μπροστά σε άδεια καθίσματα με κλειστές τις πόρτες. Χωρίς να σημαίνει ότι έχει μικρότερη αξία επειδή δεν έχει θεατές. Απαραίτητη όμως σημείωση: Επειδή δεν έχει θεατές, μην περιμένετε χειροκρότημα.
Εάν αυτός που έμεινε χωρίς δουλειά είναι ο άντρας, επικρατεί επίσης η αντίληψη ότι τα πράγματα είναι πιο εύκολα σε συντροφικό επίπεδο, γιατί η γυναίκα έτσι κι αλλιώς είναι οπλισμένη με υπομονή.
Η συγκεκριμένη υπομονή πρόκειται για μία διαφορετική ειπωμωνύ. Με το που ανατρέπεται το καθεστώς και κάποιος από εργαζόμενος γίνεται «οικιακά», είτε είναι άντρας είτε γυναίκα ακολουθούν ντόμινο μια σειρά από ανατροπές που με τη δύναμη του τσουνάμι σαρώνουν το φοινικόδεντρο από όπου, καθισμένος στην κορυφή, στεγνός και ασφαλής, παρατηρούσε με τα κιάλια την επερχόμενη περιβαλλοντική καταστροφή του. Όσο φώναζε ότι πλησιάζει το κακό, ο/η σύντροφός του μάζευε βιαστικά τις καρέκλες.
Ο / Η σύντροφος ζει μια συντροφική εξ αγχιστείας ανεργία. Μια μοναχική, σιωπηλή, βαθιά θλιπτική συν-ανεργία κλάσεις ανώτερη από την κλασική υπομονή. Είναι η δύναμη του να είσαι πάντα εκεί όταν φυγοκεντρικά διώχνεσαι απών, οι τρυφερές συνωμοσίες και οι κρυφά πληρωμένοι λογαριασμοί, ο πάκος τα ματαιωμένα σχέδια στην τσάντα της ανακύκλωσης, η αναβολή της αναβολής ω αναβολή, η θετική αύρα στο σπίτι που δεν κυκλοφορεί σε σπρέι, το μοίρασμα της νυχτερινής εφίδρωσης, η αντοχή σε μια επώδυνη μονιμότητα, η νέα γνώση της νεοαπόγνωσης, η συνεχής επίκυψη για να σηκώνεις από κάτω πεσμένες κουβέντες, το κολλημένο χαμόγελο, η άγρυπνη ματιά κι όταν κοιμάσαι, η πλύνε-βάλε στολή κλόουν για μπροστά στα παιδιά, η ανώφελη επίγνωση ότι από τον σύντροφό σου και συγκεκριμένα από το δικό του πότε θα βρει νέα εργασία, εξαρτάται η λύση του δικού σου προβλήματος.
Κυριακή 20 Μαρτίου 2011
Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Το δηλώσει πολλές φορές και το δηλώνω άλλη μια τώρα, θεωρώ την ποίηση τη πιο δύσκολη μορφή λογοτεχνίας. Ποτέ μου δεν έχω καταφέρει να γράψω ποίημα αν και αγαπώ την ποίηση και υπάρχουν ποίηματα που με συγκίνησαν και συγκινούν από την εποχή της νιότης μου.
Από πολύ τρυφερή ηλικία άκουγα ποίηση, μεγάλωσα με ποίηση.
Τον τελευταίο καιρό τακτοποιώντας τα αρχεία του πατέρα μου, μύστη του λόγου και της Θέμιδας, ανακάλυψα σημειώσεις του που αναφερόταν στη ζωή μας στη Σπάρτη την δύσκολη εποχή της Κατοχής και ιδιαίτερα στις τελευταίες μέρες λίγο πριν φύγουν οι Γερμανοί . Την περίοδο αυτή ο κατακτητής είχε επιβάλλει πολύ αυστηρούς κανονισμούς απαγορεύοντας την κυκλοφορία όλη την διάρκεια της ημέρας με εξαίρεση δύο ώρες το πρωί.
Τις μέρες λοιπόν εκείνες, τις σκληρές, μόνη παρηγοριά του πατέρα μου υπήρξε η λογοτεχνία και η ποίηση. Διάβαζε πολύ, έγραφε και μου μάθαινε ποίηματα που, κατά τα γραφόμενά του, παρά την τρυφερή μου ηλικία φαίνεται πως απήγγηλα με πάθος.
΄Ενα από τα ποίηματα που έμαθα τότε και θυμάμαι ακόμη ήταν ο "Διγενής και ο Χάροντας " του Κωστή Παλαμά. Αν δεν κάνω λάθος είναι από τα τελευταία που έγραψε ο ποιητής.
Παρόλον ότι από τότε η ποίηση έχει ακολουθήσει άλλες φόρμες έκφρασης, εντούτοις έχω τη γνώμη πως το νόημα του συγκεκριμένου ποίηματος μιλάει στην καρδιά μας ιδιαίτερα στους δύσκολους καιρούς που ζούμε σήμερα. Σας το αφιερώνω.
Ο Διγενής κι ο Χάροντας
Καβάλλα πάει ο Χάροντας
τον Διγενή στον 'Αδη,
κι άλλους μαζί. Κλαίει, δέρνεται
τ' ανθρώπινο κοπάδι.
Και τους κρατεί στου αλόγου του
δεμένους στα καπούλια,
της λεβεντιάς τον άνεμο,
της ομορφιάς την πούλια.
Και σα να μην τον πάτησε
του Χάρου το ποδάρι
ο Ακρίτας μόνο ατάραχα
κοιτάει τον καβαλλάρη
"Ο Ακρίτας είμαι, Χάροντα
δεν περνώ με τα χρόνια.
Μ' άγγιξες και δε μ' ένοιωσες
στα μαρμαρένια αλώνια;
Εγώ είμαι η ακατάλυτη
ψυχή των Σαλαμίνων,
στην Εφτάλοφην έφερα
το σπαθί των Ελλήνων.
Δε χάνομαι στα Τάρταρα,
μονάχα ξαποσταίνω,
στη ζωή ξαναφαίνομαι
και λαούς ανασταίνω!"
Και με την ευκαιρία θα ήθελα να μου λύσει κάποιος την απορία:
Αν έχουν δίκιο όσοι λένε πως οι ΄Ελληνες είχαν χάσει την επίγνωση της ταυτότητάς τους τα σκοτεινά χρόνια της τουρκοκρατίας και πως αποκτήσαμε συνείδηση του παρελθόντος και της Ιστορίας μας χάρη στο Γαλλικό Διαφωτισμό και τους εκπροσώπους του, Κοράη, Ρηγα κλπ, πως γίνεται η "Φυλλάδα του Μεγαλέναξντρου" ή άλλως " Διήγησις Αλεξάνδρου" να ήταν το δημοφιλέστερο ανάγνωσμα όλων "ραγιάδων", όχι μόνο των "γραμματιζούμενων" αλλά και του απλού λαού από τα πρώτα χρόνια της ΄Αλωσης μέχρι σχεδόν τις μέρες μας;
Και για του λόγου το αληθές ιδού πως τελειώνει ένα από τα διασωθέντα
"..ετούτο ετυπώθηκε με την δική μου γνώμη,
Γραικών υπάρχω γενεά, Ζακύνθου πατριώτης,
σ΄την Βενετιάν εγένετον, το άνθος της ολότης.""
Και αλλού..
Ετετυπώθη το λοιπόν, έλαβε γαρ και τέλος
ετούτη η ιστόρια και το ωραίον μέλος,
έτει μετά την λύτρωσιν ανθρώπων γαρ την νέα,
χίλια πεντακόσια δις δέκα και εννέα, στα δεκαπέντε του μηνός, λέγω του Σεπτεμβρίου, κόπως και δεξιότητι Ζήνου του Δημητρίου"
(Διήγησις του Αλεξάνδρου" David Holton, Bυζαντινή και Νεοελληνική Βιβλιοθήκη,Θεσσαλονίκη 1974)
Σάββατο 19 Μαρτίου 2011
Το business plan του πάγκου με τα φρούτα
Nα μαστε και πάλι...ιδέες πως να αποφύγετε κάποιες κακοτοπιές αναζητώντας εργασία...Τουλάχιστον έτσι μας συμβουλεύει η φίλη μας η Νοέλ Μπαξερ
"Το business plan του πάγκου με τα φρούτα
Και να θέλουμε, στις μέρες μας είναι δύσκολο να γίνουμε από δήμαρχος κλητήρας. Γιατί υπάρχουν κλητήρες χωρίς δουλειά που ψάχνουν για δουλειά. Γιατί να πάρουν δήμαρχο;
Στις ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες τέτοια σενάρια ήταν δημοφιλή. Βέβαια, δεν ήταν κωμωδίες. Η κόρη πλουσίας οικογενείας που από κόρη δημάρχου έγινε σύζυγος κλητήρα πλάνταζε στο κλάμα, και το νεόπτωχο παλικάρι στην οικοδομή που βρόντηξε κάτω δημαρχίες κι αηδίες τραγούδαγε πικρά τραγούδια. Η ευχαρίστηση του θεατή ήταν ότι αυτό δεν συνέβαινε σε αυτόν (στον θεατή). Μασούλαγε τον πασατέμπο του από απόσταση ασφαλείας.
Πια, δεν είμαστε σε απόσταση ασφαλείας. Πρωταγωνιστούμε εμείς! Η εποχή έχει γυρίσει σελίδα και η ζωή δεν είναι άσπρη-μαύρη. Τα λόγια ότι στην ανάγκη «θα πάω πωλήτρια στο σούπερ μάρκετ» είναι σε παλιά γλώσσα. Στα σύγχρονα, δεν μεταφράζεται έτσι και δεν πολυισχύει. Επειδή σε μία εργασιακή σχέση παντρεύονται δύο ανάγκες: η ανάγκη του εργοδότη και η ανάγκη του εργαζόμενου. Πριν ξαναπείτε λοιπόν ότι στην ανάγκη «θα πάω να πουλάω ψωμί», σκεφθείτε αν η ανάγκη που επικαλείστε συμφωνεί με του συγκεκριμένου κυρίου-Γιάννη, του αρτοποιού της γειτονιάς σας.
Όσο πιο κλητήρας είμαστε διατεθειμένοι να πάμε, τόσο πιο δήμαρχος θα διαπιστώνουμε πως είμαστε! Κανένας προϊστάμενος κλητήρων δεν θα πετάξει την σκούφια του να μας έχει από κάτω του. Κανένα αφεντικό δεν θα νιώσει αρκετά αφεντικό κοντά μας. Είμαστε παράταιροι, είμαστε απειλή. Ο ακαδημαϊκός όρος είναι «overqualified».
Ενός λάθους μύρια έπονται. Όταν πάμε να χτυπήσουμε μια λάθος πόρτα, θα συναντήσουμε λάθος άνθρωπο (τον κύριο-Γιάννη) και μάλλον θα του πούμε λάθος λόγια. Ο άσσος που κρίνουμε πως έχουμε στο μανίκι μας, ότι ξεσκονίζοντας το ράφι του θα ξεσκονίσουμε και την επιχείρησή του προσφέροντας δωρεάν στον εργοδότη μας, παράδειγμα, ένα σούπερ business plan που ούτε στο όνειρό του δεν το έχει δει, είναι άλλης τράπουλας άσσος. Της παλιάς μας τράπουλας.
Άρα, ή να βρούμε τα σωστά λόγια να πούμε στον κύριο-Γιάννη (γνωρίζοντας τον κίνδυνο «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού») ή να μείνουμε σταθεροί στον επαγγελματικό μας στόχο και σε αναμονή (γνωρίζοντας τον κίνδυνο «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού»).
Οπωσδήποτε, όσο πιο κοντά παραμένει κανείς στον Στόχο του, τόσο τον βλέπει και τον θυμάται. Μερικές αποφάσεις, τελικά, είναι ζήτημα θέσης.
Σκέψη στο περιθώριο
Ουδέν προσωρινότερον! Αντί του ουδέν μονιμότερον.
"
"Το business plan του πάγκου με τα φρούτα
Και να θέλουμε, στις μέρες μας είναι δύσκολο να γίνουμε από δήμαρχος κλητήρας. Γιατί υπάρχουν κλητήρες χωρίς δουλειά που ψάχνουν για δουλειά. Γιατί να πάρουν δήμαρχο;
Στις ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες τέτοια σενάρια ήταν δημοφιλή. Βέβαια, δεν ήταν κωμωδίες. Η κόρη πλουσίας οικογενείας που από κόρη δημάρχου έγινε σύζυγος κλητήρα πλάνταζε στο κλάμα, και το νεόπτωχο παλικάρι στην οικοδομή που βρόντηξε κάτω δημαρχίες κι αηδίες τραγούδαγε πικρά τραγούδια. Η ευχαρίστηση του θεατή ήταν ότι αυτό δεν συνέβαινε σε αυτόν (στον θεατή). Μασούλαγε τον πασατέμπο του από απόσταση ασφαλείας.
Πια, δεν είμαστε σε απόσταση ασφαλείας. Πρωταγωνιστούμε εμείς! Η εποχή έχει γυρίσει σελίδα και η ζωή δεν είναι άσπρη-μαύρη. Τα λόγια ότι στην ανάγκη «θα πάω πωλήτρια στο σούπερ μάρκετ» είναι σε παλιά γλώσσα. Στα σύγχρονα, δεν μεταφράζεται έτσι και δεν πολυισχύει. Επειδή σε μία εργασιακή σχέση παντρεύονται δύο ανάγκες: η ανάγκη του εργοδότη και η ανάγκη του εργαζόμενου. Πριν ξαναπείτε λοιπόν ότι στην ανάγκη «θα πάω να πουλάω ψωμί», σκεφθείτε αν η ανάγκη που επικαλείστε συμφωνεί με του συγκεκριμένου κυρίου-Γιάννη, του αρτοποιού της γειτονιάς σας.
Όσο πιο κλητήρας είμαστε διατεθειμένοι να πάμε, τόσο πιο δήμαρχος θα διαπιστώνουμε πως είμαστε! Κανένας προϊστάμενος κλητήρων δεν θα πετάξει την σκούφια του να μας έχει από κάτω του. Κανένα αφεντικό δεν θα νιώσει αρκετά αφεντικό κοντά μας. Είμαστε παράταιροι, είμαστε απειλή. Ο ακαδημαϊκός όρος είναι «overqualified».
Ενός λάθους μύρια έπονται. Όταν πάμε να χτυπήσουμε μια λάθος πόρτα, θα συναντήσουμε λάθος άνθρωπο (τον κύριο-Γιάννη) και μάλλον θα του πούμε λάθος λόγια. Ο άσσος που κρίνουμε πως έχουμε στο μανίκι μας, ότι ξεσκονίζοντας το ράφι του θα ξεσκονίσουμε και την επιχείρησή του προσφέροντας δωρεάν στον εργοδότη μας, παράδειγμα, ένα σούπερ business plan που ούτε στο όνειρό του δεν το έχει δει, είναι άλλης τράπουλας άσσος. Της παλιάς μας τράπουλας.
Άρα, ή να βρούμε τα σωστά λόγια να πούμε στον κύριο-Γιάννη (γνωρίζοντας τον κίνδυνο «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού») ή να μείνουμε σταθεροί στον επαγγελματικό μας στόχο και σε αναμονή (γνωρίζοντας τον κίνδυνο «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού»).
Οπωσδήποτε, όσο πιο κοντά παραμένει κανείς στον Στόχο του, τόσο τον βλέπει και τον θυμάται. Μερικές αποφάσεις, τελικά, είναι ζήτημα θέσης.
Σκέψη στο περιθώριο
Ουδέν προσωρινότερον! Αντί του ουδέν μονιμότερον.
"
Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011
Το βασίλειό μου για μια δουλειά
Σας ξάφνιασε ο τίτλος; Είναι καιρός τώρα να μιλάμε για βασίλεια; Διαβάστε το και θα δείτε. ΄Αλλο ένα κείμενο της Νοέλ Μπάξερ για την ανεργία.
Το ανταλλάσσεις; Το ανταλλάσσεις πράγματι; Τον εαυτό σου, το «βασίλειό» σου που μεγάλωσες με διαξιφισμούς ακροβατώντας σε επικίνδυνα τοιχία και το υπερασπίστηκες, άλλοτε, με μάχες πρόσωπο με πρόσωπο χωρίς να φοβηθείς το τρομερό προσωπείο του εχθρού; Αναρωτιέμαι τι έγινε ο ηγεμών που ήξερα στο σώμα σου! Πάει; Πήγε στο γραφείο; Μετά τις 5 το απόγευμα πια θα επιστρέφει ο βασιλιάς; Επικεφαλής ηγεμών χωρίς σώμα στρατού θα είναι! Πλέον μετά τις 5:00 καβάλα στον Βουκεφάλα του, παντέρημος θα καλπάζει στα παλιά πεδία μάχης που έχουν καλύψει άγριες ανεμώνες καταδιώκοντας την σκιά του.
Όλα τούτα και όοοολα εκείνα που κουβαλάνε οι σιωπές σου περιμένουν ένα νεύμα σου. Για να ξεφυσήσουν με ανακούφιση και να ξαναπλώσουν τα τρυφερά μέλη τους, ή την αρίδα τους, στο βασίλειο που τους έχτισες να ζήσουν, μνήμες βασιλοπούλες με βελούδινα βαρύτιμα φορέματα εποχής και ροδαλά τριανταφυλλένια μάγουλα.
Εδώ, σου βάζω τη δουλειά στην άκρη στο τραπέζι. Λιμπιστική δουλειά, ε; Την αρπάζεις; Κάτω το χέρι σου, δεν τα ‘παμε ακόμη! Δεν συμφωνήσαμε. Τι περιέχει το βασίλειό σου, τι έχεις από τον εαυτό σου να μου δώσεις για να πάρεις;
...Βάλε το «βασίλειό» σου πίσω στην τσέπη σου. Δεν θα το πάρω. Δεν το θέλω πια. Αν το κατάλαβες, δεν έχεις πλέον βασίλειο να πουλήσεις.
Σκέψη στο περιθώριο
Ανταλλακτική οικονομία με τον εαυτό μας;
Νοέλ Μπάξερ
Ένα από τα κείμενά της για την ανεργία
Το ανταλλάσσεις; Το ανταλλάσσεις πράγματι; Τον εαυτό σου, το «βασίλειό» σου που μεγάλωσες με διαξιφισμούς ακροβατώντας σε επικίνδυνα τοιχία και το υπερασπίστηκες, άλλοτε, με μάχες πρόσωπο με πρόσωπο χωρίς να φοβηθείς το τρομερό προσωπείο του εχθρού; Αναρωτιέμαι τι έγινε ο ηγεμών που ήξερα στο σώμα σου! Πάει; Πήγε στο γραφείο; Μετά τις 5 το απόγευμα πια θα επιστρέφει ο βασιλιάς; Επικεφαλής ηγεμών χωρίς σώμα στρατού θα είναι! Πλέον μετά τις 5:00 καβάλα στον Βουκεφάλα του, παντέρημος θα καλπάζει στα παλιά πεδία μάχης που έχουν καλύψει άγριες ανεμώνες καταδιώκοντας την σκιά του.
Όλα τούτα και όοοολα εκείνα που κουβαλάνε οι σιωπές σου περιμένουν ένα νεύμα σου. Για να ξεφυσήσουν με ανακούφιση και να ξαναπλώσουν τα τρυφερά μέλη τους, ή την αρίδα τους, στο βασίλειο που τους έχτισες να ζήσουν, μνήμες βασιλοπούλες με βελούδινα βαρύτιμα φορέματα εποχής και ροδαλά τριανταφυλλένια μάγουλα.
Εδώ, σου βάζω τη δουλειά στην άκρη στο τραπέζι. Λιμπιστική δουλειά, ε; Την αρπάζεις; Κάτω το χέρι σου, δεν τα ‘παμε ακόμη! Δεν συμφωνήσαμε. Τι περιέχει το βασίλειό σου, τι έχεις από τον εαυτό σου να μου δώσεις για να πάρεις;
...Βάλε το «βασίλειό» σου πίσω στην τσέπη σου. Δεν θα το πάρω. Δεν το θέλω πια. Αν το κατάλαβες, δεν έχεις πλέον βασίλειο να πουλήσεις.
Σκέψη στο περιθώριο
Ανταλλακτική οικονομία με τον εαυτό μας;
Νοέλ Μπάξερ
Ένα από τα κείμενά της για την ανεργία
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)