Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

Ο παππούς μου, ο μετανάστης


Περισσότερο από 100 χρόνια πριν, στα τέλη του 19ου αιώνα, ο παππούς μου, αγόρι τότε γύρω στα 15, ξεκίνησε από ένα χωριό της Νοτιοδυτικής Ελλάδας να βρει μια καλύτερη τύχη στην Αμερική. Ο παππούς μου δεν ήταν παρά ένας από τα χιλιάδες ελληνόπουλα που θέλοντας να γλυτώσουν από την ανέχεια και τη δυστυχία μιας πτωχευμένης και ντροπιασμένης από τον πόλεμο του΄97 Ελλάδας, έφυγαν κυνηγώντας το «αμερικανικό όνειρο».
Διέσχιζαν τον Ατλαντικό με καράβια, όχι λίγες φορές επικίνδυνα , στο κατάστρωμα ή στο αμπάρι. Τρέφονταν με τα αποφάγια της πρώτης θέσης που τους τα «σέρβιραν» οι ναύτες αδειάζοντας μπροστά στα πεινασμένα μάτια τους βαρέλια με το περιεχόμενο τους.. Οι πιο πολλοί είχαν ξοδέψει όλες τις οικονομίες τους για να αποκτήσουν το εισιτήριο για το όνειρο, άλλοι είχαν αγοράσει το εισιτήριο υπογράφοντας συμβόλαια δουλείας. ΄Ολοι ή σχεδόν όλοι βιώσαν απάνθρωπες συνθήκες. Ο παππούς μου έμενε με άλλους σαράντα σε ένα δωμάτιο. Μοιράζονταν με βάρδιες τα λιγοστά κρεβάτια. Και φυσικά δεν υπήρχε ούτε ασφάλεια, ούτε υγειονομική περίθαλψη αν πάθαιναν ένα ατύχημα.. Συνέχισαν να τρώνε αποφάγια που αγόραζαν για 5 σέντς το βαρέλι από τα εστιατόρια. Και όμως όλοι αυτοί που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα είναι αυτοί που συνέβαλαν με τις δυνάμεις τους για να δημιουργηθεί το «θαύμα’ στη χώρα που τους δέχθηκε. Είναι οι ίδιοι που δεν ξέχασαν την πατρίδα και με τις όποιες δυνάμεις τους, φτωχικές ή μη, βοήθησαν κάθε φορά που η ανάγκη το ζητούσε. ΄Αλλοτε στέλνοντας δολάρια και δέματα στα αρφανεμένα σπίτια τους, άλλοτε χτίζοντας σχολεία, εκκλησίες, νοσοκομεία και άλλοτε δίνοντας και αίμα τους για την πατρίδα.
Μίλησα για τον παππού μου και όσα έμαθα ακούγοντας τον ίδιο να μου διηγείται όταν ήμουνα παιδί, όμως τα ίδια αντιμετώπισαν και οι πατριώτες μας που ξενιτευτήκαν στη Γερμανία, ή την Αυστραλία ή τη Νέα Ζηλανδία. ΄Ολοι μετανάστες, Gastarbeiter, φιλοξενούμενοι εργάτες, έτσι τους έλεγαν στη Γερμανία όταν έχτιζαν και το εκεί «θαύμα».
Λίγες νομίζω είναι οι ελληνικές οικογένειες που δεν είχαν κάποιο συγγενή ή φίλο ή γνωστό έστω μετανάστη, στην Αμερική, στην Αυστραλία, στη Γερμανία. Γιατί λοιπόν το ξεχνάμε; Γιατί ο ξένος είναι ανεπιθύμητος; Γιατί θεωρούμε ότι ο δικός μας ο παππούς, ο συγγενής, ο φίλος, ήταν κάτι διαφορετικό, κάτι καλύτερο από τον Αφγανό, τον Αλβανό, τον Πακιστανό τον όποιο μετανάστη; Γιατί δε συγκινούμαστε από το θέαμα ανθρώπων σκλάβων κάποιων «οργανώσεων» που «δουλεύουν» στα φανάρια και στις στάσεις του Μετρό, άλλοτε πλένοντας τζάμια, άλλοτε πουλώντας την πραμάτεια τους και άλλοτε ζητιανεύοντας. Γιατί κλείνουμε τα μάτια στις σιωπηλές φιγούρες που ψάχνουν στα σκουπίδια για να βρουν κάτι φαγώσιμο ή κάτι χρήσιμο; Γιατί δε μας ταράζει, η εικόνα ενός παιδιού που βρήκε το θάνατο τη στιγμή που χαιρόταν γιατί νόμιζε πως είχε βρει ένα ρολόι; Είναι μήπως γιατί η ιστορία του παππού μου και η ιστορία του κάθε παππού μετανάστη είναι ήδη μακρινή, γιατί σήμερα, έστω μέχρι χθες, ζούμε στην μακαριότητα της κατανάλωσης και γιατί πώς να το κάνουμε είμαστε πεπεισμένοι πως εμείς είμαστε κάτι άλλο είμαστε «το άλας» της γης και ο κόσμος όλος μας χρωστάει δεν του χρωστάμε.

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

Της ζωής και της αγάπης

Επιτέλους!!! Τα κατάφερα, τώρα μπορείτε εύκολα να δείτε το βίντεο και όχι μόνο..τώρα που έμαθα...θα σας τρελάνω.

Παρασκευή, 5 Μαρτίου 2010

ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΓΥΡΙΣΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ

Οι αδελφές Μπρόγερ επί το έργον...
Μια εικόνα όσο χίλιες λέξεις..
Κάποιες απόψεις από το ακροατήριο.

Η Νοέλ σε ρόλο ηθοποιού..
Και εδώ συγγραφέως...

Χθές το βράδυ, σε μια ζεστή και φιλική ατμόσφαιρα στον Ευριπίδη στη Στοά στο Χαλάνδρι, η Νοέλ Μπάξερ καιεγώ μιλήσαμε για το τελευταίο βιβλίο της. Παρά τις δυσκολίες που υπήρχαν στις συγκοινωνίες, λόγω άλλης μια διαδήλωσης από αυτές που μας ταλαιπωρούν, μαζεύτηκε τόσος κόσμος που κάποιοι άτυχοι έμειναν όρθιοι.
Για όσους δεν τα κατάφεραν τελικά να έρθουν δίνω μια περίληψη των όσων είπαμε. Λοιπόν….Αρχή του Παραμυθιού…

Τη νύχτα της παραμονής των πεντηκοστών γενεθλίων της, η Σουλτάνα Καπαγιαννίδου, μια δυναμική αλλά και ευαίσθητη γυναίκα, ξενυχτά σε ένα καφενείο στη σημερινή Κερασούντα του Πόντου παρέα με τον ξάδερφό της Σερχάτ. Η Σουλτάνα είναι αστυνόμος. Λίγες μέρες πριν έλυσε το αίνιγμα ενός σκοτεινού εγκλήματος. Η Σουλτάνα όμως αισθάνεται πως περνά μια υπαρξιακή κρίση. Δεν ξέρει αν θέλει να συνεχίσει να επιλύει εγκλήματα και δεν ξέρει αν η σχέση της με τον άντρα που αγαπά θα συνεχίσει να είναι η ίδια ή θα μεταλλαχθεί λόγω του επισυμβάντος θανάτου της γυναίκας εκείνου. Η Σουλτάνα που είναι δεύτερη γενιά ξεριζωμένων Ποντίων, μεγαλωμένη από τη συνονόματη γιαγιά της με το όραμα της χαμένης πατρίδας πάντα ζωντανό,παίρνει την απόφαση και επιστρέφει στις ρίζες εκείνης. Καθισμένη απέναντι από τον ξάδερφό της Σερχάτ, αλλόθρησκο, αλλά όχι εντελώς αλλόφυλο τη νύχτα αυτή που θα τελειώσει το πρώτο μισό της ζωής της του διηγείται τις ιστορίες της στη δική της γλώσσα και εκείνος θα τις καταλάβει στη δική του. Της αρκεί η σιωπηλή παρουσία του, της αρκεί να βυθίζεται στο καταγάλανο των ματιών του, ίδιο με της γιαγιάς της και να εξομολογείται σε εκείνον, όπως έκανε με τη γιαγιά της Μέσα από σκοτεινά μονοπάτια της μνήμης της δικής της και της γιαγιάς της επιζητεί να βρει τη λύτρωση και τη λύση στα δύο διλλήματα που τη βασανίζουν. ΄Ομοια με τον Αλέξανδρο καλείται η Σουλτάνα να ξεμπλέξει το γόρδιο δεσμό της ζωής της.
« Τη νύχτα που θα γίνω πενήντα χρονών ή θα αλλάξω τη ζωή μου ή δε θα την αλλάξω» λέει. στο ξάδερφο της.
Τη νύχτα που ο τροχός του χρόνου γυρίζει προς τα εμπρός η Σουλτάνα Καπαγιαννίδου τον γυρίζει και αντίστροφα, προς τα πίσω. Φωτίζει σκιερές γωνίες, φανερώνει μυστικά, πίκρες και καημούς. Μοιάζει με ξενύχτι νεκρού η νύχτα αυτή, οι ίσκιοι του παρελθόντος ζωντανεύουν και τρέφονται με το αίμα της καρδιάς της Σουλτάνας.
Με βήματα διστακτικά, βαδίζοντας πότε στο παρόν, όταν προσπαθούσε να λύσει το δυσεπίλυτο έγκλημα,πότε κάνοντας αναδρομές στους πρώτους νεανικούς έρωτές της και στη σχέση της με τον άντρα που αγαπά, και τους Ποντίους φίλους της και πότε ψηλαφώντας το απώτερο παρελθόν, η νεώτερη Σουλτάνα ξεδιπλώνει και την ιστορία της γιαγιάς παράλληλα με τη δική της. Όλη τη μοίρα της φυλής της, των Ποντίων, όλη την πίκρα του ξεριζωμού από τη πατρογονική για αιώνες κοιτίδα των Ποντίων και όλη την τραγωδία της πορείας του «λευκού θανάτου» στα βουνά της Τουρκίας μέχρι να καταλήξει πρόσφυγας στη «μητέρα» ή μάλλον πιο σωστό να πω «μητριά», Ελλάδα, στοιχειώνουν τη ζωή της γιαγιάς Σουλτάνας και μαζί της και τη ζωή της εγγονής της..
Μια πλεξούδα συνδέει το παρόν με το παρελθόν. Η κοριτσίστικη πλεξούδα της γιαγιάς που κουβαλάει της μνήμες της χαμένης μάνας και της πατρίδας της, αλλά και τη μυρωδιά της νεκρής αδελφούλας της. Η πλεξούδα της γιαγιάς που κουρεύεται σύρριζα μόλις αυτή πατάει το πόδι της στην Ελλάδα. Η πλεξούδα που για χάρη της η γιαγιά παντρεύεται τον άντρα που δε θα έπρεπε, μόνο και μόνο γιατί αυτός της υπόσχεται πως δε θα αφήσει ποτέ πια να της την κόψουν. Η πλεξούδα των γηρατειών της γιαγιάς και του τέλους και της απρόσμενης κατάληξης της…. Αλλά και η ξεχτένιστη πλεξούδα ενός μικρού κοριτσιού, της κόρης του θύματος του εγκλήματος που καλείται να εξιχνιάσει η Σουλτάνα. Και τέλος η πλεξούδα της Αντιγόνης στην παράσταση που παρακολουθεί η Σουλτάνα με τον αγαπημένο της και που της δίνει την αίσθηση πως η ηρωίδα της τραγωδίας μιλά μόνο σε εκείνη βοηθώντας τη να λύσει το αίνιγμα του εγκλήματος.. Είναι καταπληκτικό αυτό το εύρημα της Νοέλ Μπάξερ, να κάνει την πλεξούδα όλων αυτών των γυναικών, μία, σύμβολο και ορόσημο και συνδετικό κρίκο του παρόντος και του παρελθόντος. . Η πλεξούδα είναι τελικά αυτή που θα οδηγήσει την αστυνόμο Σουλτάνα να κάνει κάτι που η γιαγιά της ποτέ δε θα έκανε. Να προδώσει..
Σε λίγο θα ξημερώσει.. η αφήγηση τελειώνει. Θα ξημερώσει άραγε μια καινούργια ζωή για τη Σουλτάνα Καπαγιαννίδου, θα κοιτάξει κατάματα το παρελθόν και θα ξαναγεννηθεί; Θα λυτρωθεί από τον ίσκιο της γιαγιάς της και θα τραβήξει χωρίς εκείνη το δρόμο της, χωρίς το παρελθόν να ορίζει το μέλλον της, ή θα συνεχίσει να τη κουβαλάει μέσα της, όπως εκείνη κάποτε κουβαλούσε τη νεκρή αδελφούλα της; Θα λυτρωθεί από το παρελθόν ή το παρελθόν θα την βαρύνει πάντα;
Το βιβλίο αυτό της Νοέλ Μπάξερ δεν είναι ένα τυχαίο μυθιστόρημα. Δεν είναι άλλη μια ιστορία για χαμένες πατρίδες με λίγη αστυνομική πλοκή και κάποια κρυμμένα μυστικά. « Η νύχτα που γύρισε ο χρόνος» είναι όλα τα παραπάνω, αλλά πάνω απ΄όλα είναι ένα βαθύ ψυχογράφημα μια σκοτεινή κατάβαση στα απύθμενα βάθη της ψυχής ανθρώπων. Τα επίπεδα του είναι πολλά και όσο προχωρεί η κατάβαση τόσο ο αναγνώστης νιώθει να βυθίζεται μαζί με την ηρωίδα σε δαιδαλώδεις ατραπούς που δεν ξέρει που τελικά θα τον οδηγήσουν. Η Νοέλ Μπάξερ έχτισε το βιβλίο της πάνω σε γερά θεμέλια. ΄Εχοντας ζήσει και η ίδια μεγάλο μέρος της ζωής της στην Καβάλα, κοντά στα Καπνοχώρια, έχοντας φίλους Ποντίους ξέρει καλά να μιλήσει για τον τόπο και τους ανθρώπους.
Μέσα από την αφήγηση της Σουλτάνας της νεώτερης και δι΄αυτής μέσα από την ιστορία της γιαγιάς Σουλτάνας η Νοέλ Μπάξερ πλέκει ένα γοητευτικό μυθιστόρημα. Ζωντανεύει για χάρη μας τη καθημερινή ζωή στο Κουρουτζού, το καπνοχώρι της Καβάλας με το σημερινό όνομα Κρυονέρι, κατοικημένο κυρίως από Πόντιους που ήρθαν στην Ελλάδα με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Μας γνωρίζει τους ανθρώπους που ζουν εκεί, τους καημούς και τις πίκρες τους, αλλά και τις μικρές χαρές τους. Με λιτές και ταυτόχρονα ζωντανές περιγραφές, η Νοέλ Μπόξερ στήνει χαρακτήρες ολοζώντανους, με κυρίαρχο το χαρακτήρα της γιαγιάς Σουλτάνας .
Η γιαγιά Σουλτάνα έχει πάντα το νου και την καρδιά στραμμένα στον Πόντο και κάθε τι που έχει σχέση με τη χαμένη πατρίδα, ποτέ δε θα βγάλει ρίζες στην καινούργια πατρίδα, την Ελλάδα και θέλει να κάνει και την εγγονή της να πάρει όχι μόνο το όνομά της, αλλά και να γίνει εικόνα και ομοίωση της . Θέλει μέσα από τη Σουλτάνα να δικαιώσει τον εαυτό της και να εξιλεωθεί για ό,τι δεν κατάφερε να μεταδώσει στην κόρη της, τη Γιώτα ,τη μητέρα της Σουλτάνας που μεταναστεύει στη Γερμανία, ζητώντας μια άλλη πατρίδα, ακριβώς γιατί δε θέλει να έχει σχέση με το παρελθόν που πληγώνει.
Ο χαρακτήρας της Σουλτάνας είναι πιο σύνθετος από της γιαγιάς της μια και η εγγονή δεν κουβαλάει μόνο το όνομα της γιαγιάς, αλλά και το βαρύ παρελθόν εκείνης. Η γιαγιά έχει «ξεβάψει» πάνω στην εγγονή. Τα χούγια και οι αντιδράσεις της γιαγιάς όλο και πιο πολύ γίνονται φανερά στην εγγονή που μοιάζει να πατάει στο παρόν με το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν. Οι ίσκιοι όμως και οι αράχνες του παρελθόντος πρέπει να βγουν στο φως για να καθαρίσει η ψυχή της Σουλτάνας και να πάρει τις αποφάσεις που θα καθορίσουν τη ζωή της από εδώ και πέρα.
Η Νοέλ Μπάξερ ξεδιπλώνει για χάρη των αναγνωστών της ιστορίες τραγικές, αλλά κοντά σε αυτές σαν αντίβαρο υπάρχουν και τα κωμικά στοιχεία. Όπως στην αρχαιότητα οι θεατές εκτόνωναν το δέος που τους είχαν προκαλέσει οι τραγωδίες με εμβόλιμες κωμωδίες, έτσι και στο βιβλίο της Νοέλ τα τραγικά διανθίζονται με κωμικά στοιχεία της καθημερινότητας.
Ο λόγος της Νοέλ Μπάξερ, σφιχτός, χωρίς περιττούς φιλολογικούς λυρισμούς ισορροπεί με τρόπο θαυμαστό σε τρείς χρόνους, το παρελθόν της γιαγιάς, το απώτερο και το πιο κοντινό, το παρελθόν της εγγονής και το παρόν. Μη γελαστείτε να νομίσετε πως το βιβλίο δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια αφήγηση με αναδρομές στο παρελθόν που γίνεται σε μια νύχτα, μέχρι το ξημέρωμα. Η Νοέλ Μπάξερ μέσα στην αφήγηση της Σουλτάνας έπλεξε τους χρόνους με τρόπο μαγευτικό, τους έπλεξε όπως θα έπλεκε η γιαγιά της μια καλοκαμωμένη πλεξούδα κάνοντας τους να εναλλάσσονται, να διασταυρώνονται και να συγχωνεύονται να γίνονται ένας, ο αέναος χρόνος ..Μέσα στο παρόν υπάρχει το παρελθόν που, «όσο είναι ζωντανό όσο το κουβαλούν στην πλάτη τους οι άνθρωποι δε χάνει την ικανότητά του να πληγώνει». Η αναφορά κάθε τόσο στον Ξενοφώντα, που τόσο αγαπά η γιαγιά Σουλτάνα, μαρτυρεί για του λόγου το αληθές, το διαχρονικό της Ιστορίας, ενώ τα διλήμματα και οι αποφάσεις των ηρωίδων του Σοφοκλή, της Αντιγόνης και της Ισμήνης, που έχουμε μάθει να θεωρούμε ως δειλή και αδύναμη, έχουν τη φρεσκάδα του σήμερα. Δεν είναι τυχαίο πως μέσα από την «Αντιγόνη» και την αγάπη της Ισμήνης για την αδερφή της δίνεται η λύση στο έγκλημα που βασανίζει την Σουλτάνα Καπαγιαννίδου. Παίζει και πάλι η Νοέλ Μπάξερ και σε αυτό το βιβλίο με την αρχαία Ελληνική Γραμματεία, όπως έκανε και με τον ΄Ομηρο στη «Δρυ». Εδώ όμως οι αναφορές είναι μικρότερες αλλά πιο υπαινικτικές, «Όλβιος όστις ιστορίης έσχε μάθησιν» είπε ο Ευριπίδης. Εγώ λέω ευτυχής η Νοέλ που ξέρει τόσο καλά την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία και μπορεί έτσι να μας μεταφέρει σε μας τους αναγνώστες της τα πανάρχαια και αναλλοίωτα μηνύματά της.
Δεν έχω τίποτε άλλο να πω παρά να ευχηθώ Καλοτάξιδο και τούτο το βιβλίο σου Νοέλ, με ούριους ανέμους να ταξιδεύεις και να μας χαρίζεις αριστουργήματα σαν τη "Δρυ" και τώρα τη «Νύχτα που γύρισε ο Χρόνος»

Y.Γ.Επιφυλάσσομαι να αναρτήσω φωτογραφίες ευθύς ως τις λάβω από τη φωτογράφο μας, τη γλυκειά ΄Ιριδα, κόρη της Νοέλ.

Τετάρτη, 3 Μαρτίου 2010

Μια άλλη σελίδα



Η ζωή προχωράει, είτε το θέλουμε είτε όχι. Και ο χρόνος γυρίζει προς τα μπρός και προς τα πίσω, ανάλογα πως θέλεις να γυρίζεις τον τροχό. Σας καλώ λοιπόν αύριο στις 7.00 το απόγευμα στο βιβλιοπωλείο ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΣΤΗ ΣΤΟΑ στο Χαλάνδρι, να γυρίσουμε μαζί τον τροχό του χρόνου και να γνωρίσουμε τη Σουλτάνα Καπαγιαννίδου, την ηρωίδα του καινούργιου βιβλίου της Νοέλ Μπάξερ ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΓΥΡΙΣΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ. Σας περιμένουμε.