Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2010

Kαληνύχτα, μανούλα




Δύο λέξεις που δε θα ξαναπώ. Δυό λέξεις που σηματοδοτούν το τέλος μιας διαδρομής σχεδόν εκατό χρόνων. Γεννημένη στις 7.7.1914, τι σημαδιακός αλήθεια αριθμός, μας έφυγες στις 26.1.2010. Ήρεμα, γλυκά και αγαπημένα, όπως έζησες, με όλους μας γύρω σου. Σου κρατούσα το χέρι και ένιωθα τη ζωή να φεύγει σιγά σιγά, έβλεπα τις μικρές γαλάζιες φλέβες να πάλλονται απαλά και ήξερα πως σε λίγο δε θα είχα ούτε αυτό από σένα.
Δε θα κρατήσω ξανά το χέρι σου, δε θα με χαϊδέψεις, δε θα με πεις "αγάπη μου, παιδί μου, για μένα είσαι πάντα το παιδί μου". Δε θα είμαι ποτέ πια το παιδί κανενός. Κανείς δε θα με θυμάται παιδί και δε θα έχω καποιον να μοιραστώ μαζί του τις δικές μας, τις πολύ δικές μας αναμνήσεις, τις αναμνήσεις που δένουν τη μάνα με την κόρη. Δε θα ακούσω ξανά τις ίδιες χλιιοειπωμένες και χιλιοαγαπημένες ιστορίες. Πήρες μαζί σου τις μαγικές στιγμές της παιδικής μου ηλικίας. Δε θα διαβάσεις ποτέ πια κανένα βιβλίο μου και δε θα σε ακούσω ποτέ ξανά να μου λες τη γνώμη σου με κρίση ορθή και δίκαιη. Και όμως δε θα σε χάσω, θα σε κουβαλάω μέσα μου, νέα, όμορφη,γεμάτη αγάπη και καλωσύνη για όλους ...και θαρραλέα.
Προσπαθώ να σε φέρω κοντά μου μέσα από τις εικόνες της μνήμης. Πως σε θυμάμαι;Ποια είναι η πρώτη μου ανάμνηση, πως σε θυμάμαι για πρώτη φορά;. Μια εικόνα θολή, σαν παλιά κινηματογραφική ταινία. Δεν είμαι εγώ, δεν είσαι εσύ, αλλά και πάλι το ξέρω πως είμαστε εσύ και εγώ. Είμαστε στο πάνω πάτωμα του σπιτιού στο Διαλισκάρι και με μαθαίνεις εγγλέζικα, “this is my tummy, these are my shoes” με μαθαίνεις και να μετράω, τραγουδάμε ένα παιδικό τραγουδάκι “one, two buckle my shoe, three, four knock at the door”…Θολή αλλά χαρούμενη εικόνα. Μια άλλη εικόνα…έρχεται να χαλάσει την πρώτη. Αυτή δεν είναι χαρούμενη. Ενα αίσθημα απελπισίας να με πνίγει και να με συντρίβει. Η μητέρα μου, η δική μου μητέρα, η πηγή της ασφάλειας μου, σηκώνει και παίρνει στην αγκαλιά της ένα ξένο παιδί. Είμαστε κοντά στη θάλασσα, μυρίζω λυγαριές και σκίνα μαζί με την αρμύρα της θάλασσας. Πρέπει να είναι σούρουπο. Υπάρχουν και άλλες γυναίκες μαζί μας. Τις ακούω να γελάνε ενώ εγώ νοιώθω το σύμπαν να καταρρέει. Κρατάω τα πόδια της μητέρας μου και βλέπω αυτό το μισητό πράγμα στην αγκαλιά της. Δεν θυμάμαι αν κλαίω, θυμάμαι όμως πολύ καλά την απελπισία που με έχει καταλάβει.
Είναι αλήθεια λοιπόν αυτό που λένε ότι η ζήλια είναι το πιο ισχυρό αίσθημα ,
« Σκληρός ως Άδης ζήλος». Τότε δεν ήξερα τώρα ξέρω..
Μια άλλη εικόνα και αυτή πιο πικρή και σκοτεινή. Παραλίγο να σε χάσω τότε,θυμάσαι;΄Ημουν μόλις τεσσάρω χρονών και εσύ ούτε τριάντα. Είσαι ξαπλωμένη στο κρεββάτι και πεθαίνεις, αργά, σαν το αίμα που φεύγει από μέσα σου, ΅κρυώνω΅λες, " τα πόδια μου έχουν παγώσει, που είναι το παιδί, δε βλέπω", η γιαγιά κλαίει, η μαμή κοιτάζει ανήμπορη τον ουρανό. Θα πέθαινες τότε αν δε σε έσωζε ο καλός σου άγγελος η θεία Φλωρεντία, που ήρθε την ύστατη στιγμή να σε σώσει. Εσύ σώθηκες, ο χάρος όμως πήρε αντάλλαγμα τη δική της τη ζωή, ένα χρόνο μετά.
Η ζωή σε κέρδισε και σε βλέπω και πάλι να ομορφαίνεις το κόσμο γύρω σου στο μικρό σπίτι στη Σπάρτη. Κατοχή, πείνα...είσαι ακόμη αδύνατη, ένα βήμα απέχεις από τη φυματίωση, αλλά δεν παραπονιέσαι, το αυγό που με κόπους κατάφερε να βρει ο πατέρας για σένα για να δυναμώσεις το δίνεις κρυφά σε μένα..και ταίζεις με τα ψίχουλα από το φτωχικό φαί μας ένα ποντικάκι που βγαίνει τα βράδια βόλτα στο δωμάτιο μας.
Λίγα χρόνια μετά στην Πάτρα, γεννιέται ο αδερφός μου, χαρά και αγωνία μας. Ο μικρός είναι ασθενικός, πρέπει να του κάνεις ενέσεις πενικιλλίνης κάθε τρεις ώρες, έτσι είπε ο γιατρός θα του περάσει το άσθμα που κάνει το μικρό του στήθος να ανεβοκατεβαίνει με κόπο. Και εσύ με το χαμόγελο και τα παραμύθια ξέρεις να ηρεμείς το άρρωστο παιδί αλλά ταυτόχρονα να μη στερείς την αγάπη από μένα τη μεγαλύτερη. Ποτέ δεν ένιωσα ότι ερχόμουν δεύτερη στην αγάπη και στη φροντίδα σου,ποτέ δε ζήλεψα το μικρό αδύνατο "δρακο" μας.
Και μετά η μεγάλη δοκιμασία, η αρρώστια του πατέρα. "Δεν έχει ζωή" είπαν οι γιατροί. Ο πατέρας 43 χρονων και εσύ 36. Κολώνα στάθηκες, κερί αναμένο, κανείς δεν κατάλαβε πόσο κρίσιμη ήταν η κατάσταση. Ο πατέρας έζησε άλλα 38 χρόνια κοντά σου, χρόνια αγάπης.
Τι να πρωτοθυμηθώ και τι να γράψω· Πως μεγάλωσες τα παιδιά μου, καλύτερα από μένα; Σίγουρα καλύτερα από μένα, εσύ ήσουν ήρεμη και σοφή, έγώ πάντα νευρική. Γιαυτό και σε αγαπούσαν τόσο..Να γράψω για τις θυσίες σου; Για τα στερημένα χρόνια.. Ποτέ "εγώ", ποτέ " θέλω". Πάντα οι άλλοι, πάντα οι επιθυμίες των άλλων, μέχρι το τέλος.."Να πάτε σπίτι, είμαι καλά...δε λυπάσαι τον άντρα σου να κάθεται στην πολυθρόνα τόση ώρα..πηγαίνετε σπίτι". Αυτό έλεγες ως το τέλος.. και "σ΄αγαπώ, σ΄αγαπώ...παρα παρα πάρα πολύ"
Το μόνο που μπορώ είναι να σου πω, "Καληνύχτα,μανούλα" όπως σου έλεγα τις σκοτεινες νύχτες της παιδικής μου ηλικίας, τότε που οι δύο αυτές λέξεις ξόρκιζαν κάθε κακό που παραμόνευε στις γωνίες του δωματίου μόλις έσβηνε το φως, "Καλήνυχτα, μανούλα" και όλα γίνονταν φως και πάλι.