Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

Ετεροχρονισμένα Πασχαλινά

Tο ταχυδρομικό περιστέρι με τα προ και μετα πασχαλινά κειμενα για την ανεργία της Νοέλ Μπάξερ χάθηκε κάπου στη διαδρομή. Λέτε να το έφαγαν ψητό κάποιοι πεινασμένοι; ΄Η μήπως φαντάστηκε τον εαυτό του ως κομιστή κλάδου ειρήνης και...έκανε μεταβολή; ΄Ο,τι και να έγινε γεγονός είναι πως δεν τα έλαβα για να τα αναρτήσω εγκαίρως. Τώρα βέβαια δεν παίρνω και όρκο πως δε χάθηκαν κάπου στη μαύρη τρύπα του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μου....Για να σας αποζημιώσω λοιπόν (ανα)δημοσιεύω μονοκοπανιά και τα τρία και σας φιλώ γλυκά με Πασχαλιάτικες ευχές.

Κείμενο Πρώτο
Ένα χθεσινό κορίτσι μια Μεγάλη Παρασκευή
Περπατούσα πιο αργά από τους άλλους επίτηδες. Καθυστέρησα το βήμα μου αφήνοντας τον κόσμο να περνάει από δίπλα μου. Κάποιοι με σκουντούσαν, κάποιοι με προσπερνούσαν και με έξυναν, άλλοι ήταν πιο προσεχτικοί. Ίσως είχαν καταλάβει πως ήμουν εύθραυστη. Κάποιος εύθραυστος άνθρωπος. Βρέθηκα στην οπισθοφυλακή του Επιταφίου, στην άκρη-άκρη της μακριάς ουράς του κόσμου.

Κοντοστάθηκα κάτω από ένα φανάρι του δρόμου κι ακούμπησα στον στύλο του. Σαν μια γυναίκα του δρόμου. Όπως η ταπεινή γυναίκα που αγάπησε ο Χριστός. Από εκεί παρατηρούσα το παράξενο πλάσμα του Επιταφίου να περπατάει έρποντας και κυματιστά μέσα στα στενά της γειτονιάς μου. Έβλεπα στη φωτεινή ουρά του τα μικρά φωτάκια από τα κεριά να απομακρύνονται σαν σμήνος πυγολαμπίδες.

Μόνο συγκρίνοντας με κάτι ίδιο, όπως ο Επιτάφιος που επαναλαμβάνεται τυφλά και ίδια κάθε χρόνο, βοηθιέται κανείς να διακρίνει τις συνολικές αλλαγές.

Άφησα την θέση μου κάτω από τον φανοστάτη, κι ας έχασα το φως του, και χώθηκα στο ημίφως και σε τοπικά σκοτάδια. Λοξοδρόμησα και, κάνοντας μια δική μου πορεία Επιταφίου, ξεκίνησα να περπατώ μόνη μου με κατεύθυνση το Κέντρο της πόλης. Οδηγούσα τον εαυτό μου στον πυρήνα της, εκεί που στοχεύουν οι βολές των τόξων.

Κρατούσα το αναμμένο μου κερί και βάδιζα με την κατάνυξη αυτού που επιστρέφει. Αναζήτησα την παλιά μου πόλη γιατί τότε θυμάμαι πως υπήρξα ευτυχισμένη. Σίγουρα, ευτυχέστερη. Μια που το παρόν με απωθεί και το μέλλον με φοβίζει, πού αλλού είχα να στραφώ παρά στο παρελθόν;

Έφτασα στο Κέντρο της πόλης μου με την ψυχή στο στόμα.

Ήταν μια μακριά διαδρομή και χώρεσε όλα αυτά που άλλαξαν. Τίποτα δεν έμεινε στάσιμο, να περιμένει μετά από χρόνια ένα χθεσινό κορίτσι μια Μεγάλη Παρασκευή. Τίποτα, διαπίστωσα, δεν είχε την καλοσύνη να με περιμένει.

Έμεινα με το τόξο μου αμήχανο να κοιτάει έναν άγνωστο τόπο με γνώριμα χτίρια. Το Κέντρο μου είχε χάσει προ πολλού την ακμή του. Έως και το περίφημο αττικό φως τού αρνιέται σήμερα την λάμψη του, αλλιώς δεν εξηγείται πώς το φως εδώ είναι τόσο γκρίζο και θαμπό. Σαν να κοιτάς μέσα από βρώμικο τζάμι.

Τα βέλη μου, κατάλαβα, θα πήγαιναν χαράμι. Από καμία πέτρα δεν θα ανάβλυζε καθαρό νερό σε αυτό το βρώμικο και τρισάθλιο μέρος. Ήταν όλες οι πέτρες πολύ γερασμένες. Αφυδατωμένες πέρα ως πέρα. Κι αυτά που δεν τα θυμάμαι να ήταν τότε πέτρες, πέτρωσαν με τον καιρό, πέτρωσαν από τον φόβο τους ή, τα έμψυχα, απέκτησαν πέτρινη καρδιά για να αντέξουν.

Σαν τον Λωτ, τότε που εγκαταλείπαμε το άστυ μας για τα προάστια και τις σπηλιές των βράχων, μας είχε ζητηθεί από μια υψηλότερη φωνή που δεν ήταν η συνείδησή μας να μην κοιτάξουμε πίσω, για να διασωθούμε και να μην μεταμορφωθούμε κι εμείς σε πέτρες. Ένα βλέμμα πίσω και θα μέναμε «στήλη άλατος», ό,τι, αλίμονο, έπαθε η γυναίκα του Λωτ όταν έφευγαν άρον-άρον από τα βιβλικά Σόδομα.

Εμείς που παραβλέπουμε γενικά τις οδηγίες, συμμορφωθήκαμε με το «μην περιβλέψεις οπίσω σου, δια να μη απολεσθείς» (Γεν. ιθ’ 17) και την προειδοποίηση «ενθυμείσθε την γυναίκα του Λωτ» (Λουκ. ιζ’ 32) που ακούσαμε στα σχολειά μας. Υπακούσαμε και δεν κοιτάξαμε πίσω μας.

Ίσως, όμως, έτσι γίναμε όλοι πέτρινοι.

Μια ευαίσθητη νύχτα Μεγάλης Παρασκευής ξαναέβαλα το βέλος στην φαρέτρα. Δεν είχαν οι αναμνήσεις μου πού να χτυπήσουν. Εκεί κατέληξα. Έσπασα το τόξο στο γόνατο, το έκανα κομμάτια. Το πέταξα στον σωρό σκουπίδια που ξεχύνονταν έξω από τους κάδους σαν εμετός και πήρα τον δρόμο για πίσω δίνοντας μάχη να ανασάνω τα άνθη από τις νεραντζιές στα πεζοδρόμια. Όπως άλλοτε τέτοιες μέρες.

Ο Επιτάφιος μου στην επιστροφή του είχε ακολουθία από πιστούς ρύπους, θορύβους, κακοσμίες και βέβηλη ασχήμια. Με σβηστά κεριά ασφαλώς. Πορευόμουν ανάκατη με αυτό το πλήθος. Πιθανώς κι εγώ σε τέτοια κακή διάθεση αποτελούσα μια ασχήμια της πόλης. Όσες νεραντζούλες είδα στα πεζοδρόμια ήταν κάμποσο γερασμένες για να έχουν άνθη και υπερβολικά αηδιασμένες για να ανθοφορήσουν. Πίσω από τις νεραντζιές, καθώς περπατούσα διάβαζα ωραία συνθήματα γραμμένα σε λερούς τοίχους χτιρίων. Χωρίς να το θέλω ακολουθούσα την πορεία ενός επίμονου πιστού σε μία Μαρία. «Μαρία, σ’ αγαπώ.» «Μαρία, σε λατρεύω.» «Μαρία, πεθαίνω.»

Οι Επιτάφιοι μας συναντήθηκαν στο σταυροδρόμι.

Νοέλ Μπάξερ
Πάσχα 2011
(Για το ηλεκτρονικό περιοδικό Ως3)

Κείμενο δεύτερο
Όταν μεγαλώσω θα γίνω άνεργος σαν τον μπαμπά και την μαμά
Ο επαγγελματικός προσανατολισμός ξεκινάει από το σπίτι του παιδιού. Η δουλειά του μπαμπά και της μαμάς είναι τα πρώτα επαγγέλματα που το παιδί γνωρίζει σε βάθος. Εάν μάλιστα αντιληφθεί ότι πρόκειται για «σπουδαία» επαγγέλματα, από τον παιδικό σταθμό κιόλας δηλώνει ότι θα γίνει το ίδιο όταν μεγαλώσει. Αναζητώντας το μερτικό από την χρυσόσκονη που του αναλογεί στην οικογενειακή μερίδα.

Πιο σημαντικό από το όνομα του επαγγέλματος νομίζω πως είναι η «υπόσταση» επαγγέλματος. Από τότε που το παιδί γεννιέται σχηματίζει εικόνες με τα φανερά πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της δουλειάς που «έρχεται στο σπίτι». Το παιδί ανέργων είναι προφανές πως μη έχοντας ανάλογες προσλαμβάνουσες στερείται της δυνατότητας αυτής.

Τα παιδιά με την μέθοδο του παζλ, ξεκινώντας με παζλ για νήπια, εκείνα με τα μεγάλα κομμάτια, και συνεχίζοντας με όλο και μικρότερα κομματάκια, σιγά-σιγά συνθέτουν, χρόνο-χρόνο αναπτύσσουν, σταδιακά ολοκληρώνουν και, τέλος, αποκαλύπτουν την εικόνα του επαγγέλματος του γονέα. Που τους αρέσει και την κορνιζάρουν στο μυαλό τους με το μελλοντικό τους πτυχίο, ή δεν τους αρέσει και δεν ξανασχολούνται.

Εννοείται πως η εικόνα του επαγγέλματος του γονέα δεν έχει να κάνει μόνο με εμφανή εξωτερικά χαρακτηριστικά όπως το επαγγελματικό ντύσιμο και το «πώς» («διαφορετικά») μιλάμε στο τηλέφωνο. Αόρατα κομμάτια παζλ συνθέτουν την εικόνα μιας άυλης εργασιακής συμπεριφοράς: του πνεύματος του συγκεκριμένου επαγγέλματος και της εργασιακής αύρας ανεξαρτήτως επαγγέλματος.

Το παιδί ανέργων δεν έχει εικόνα. Δεν μπορεί να παίξει παζλ.

Η ικανοποίηση της εργασίας και η χαρά της επαγγελματικής προόδου ανήκουν βέβαια κι αυτά στο παζλ που το παιδάκι ανέργου δεν μπορεί να δει. Δεν τα ξέρει, δεν αναζητάει να τα μιμηθεί «μεγάλος» αφού δεν ξέρει να τα αναζητήσει, αγνοεί πώς να τα χειριστεί αργότερα ως ενήλικας. Μια ολοφάνερη δυσκολία το περιμένει όταν με την πρώτη του δουλειά τού ζητηθεί να συμπεριφερθεί ως «εργαζόμενος». Ξεκινώντας από τα βασικά, όπως να μπει σε σφιχτό εργασιακό πρόγραμμα ενώ είναι μαθημένος ο χρόνος να τρέχει ελεύθερος. Ή ουρανοκατέβατα να του τεθούν από την μια στιγμή στην άλλη αυστηρές προθεσμίες, στον ευέλικτο τρόπο ζωής που έμαθε από το σπίτι του.

Για το παιδί εργαζόμενου, όμως, αυτό ήταν το πρώτο κομμάτι του παζλ. Του δόθηκε στο χέρι ως απάντηση όταν ρώτησε «μπαμπά και μαμά, γιατί να πάτε σήμερα πάλι στη δουλειά και δεν κάθεστε σπίτι να παίξουμε;».

Το παιδάκι αυτό πλεονεκτεί και σε κάτι άλλο ανήκοντας σε εργασιακή οικογένεια. Έχει μεγαλύτερη ευκαιρία από τον «συμμαθητή με άνεργο γονέα» να αξιοποιηθούν από μικρή ηλικία κλίσεις και χαρίσματα. Το καθοριστικό για το μέλλον αυτού του τυχερού παιδιού είναι ότι την ευκαιρία αυτή να ανακαλυφθούν και αξιοποιηθούν οι κλίσεις και τα χαρίσματά του εν υπνώσει, την έχει και ο γονέας του παιδιού και μπορεί να χρηματοδοτήσει την αφύπνισή τους.

Κι αν όλα αυτά θεωρηθούν λόγια και μελλούμενα, ας μην πάμε μακριά, ας πάμε μια βόλτα σε ένα τυχαίο θεατρικό παιχνίδι στον παιδικό σταθμό της γειτονιάς. Το παιδάκι ανέργου ξεχωρίζει από τα «άλλα» της ομάδας γιατί, στερούμενο άλλων επαγγελματικών μοντέλων, επιλέγει μόνιμα να παίζει «τη δασκάλα» και «τον παιδίατρο». (Εκτός αν η δασκάλα και ο παιδίατρος είναι οι γονείς του.)

Τον χειρότερο ρόλο σε αυτό το θεατρικό παιχνίδι θα τον έχει το παιδάκι που θα πει πως θα παίξει τον άνεργο «όπως ο μπαμπάς και η μαμά». Εκτός από το ότι δεν θα έχει τι να παίξει στην παντομίμα, θα κατηγορηθεί πως στερείται φαντασίας.

Κι αν δεν μας κάνει κόπο να πάμε λίγο μακρύτερα από τον παιδικό σταθμό της γειτονιάς, ας πεταχτούμε σε άλλες χώρες με μεγαλύτερη παράδοση και πιο προχωρημένη κοινωνική υποδομή για τους ανέργους, κι ας ρωτήσουμε «τι έγιναν όταν μεγάλωσαν» τα παιδιά των «μόνιμων» ανέργων.

Επιστρέφοντας στα δικά μας, ας επιστρέψουμε με ένα γεγονός:

Όσο αυξάνονται τα άνεργα σπίτια, αυξάνεται η ευθύνη της κοινωνίας να ετοιμάσει τους αυριανούς της εργαζόμενους. Ώστε τα παιδιά, ιδιαίτερα των χρόνιων ανέργων, να λάβουν εκτός σπιτιού (αναγκαστικά) την εκπαίδευση του άρτια προετοιμασμένου εργαζόμενου.

Και του ισότιμα προετοιμασμένου εργαζόμενου. Που θα παραλάβει ως παιδάκι την σκυτάλη ενός Κράτος-Δικαίου και θα την τρέξει ως ενήλικας στην επόμενη γενιά του.

Τέλος, (τέλος;), όσο αυξάνονται τα άνεργα σπίτια, μόνο στην κοινωνία μένει να «διαβεβαιώσει» τα παιδιά ανέργων ότι όταν μεγαλώσουν δεν θα γίνουν άνεργα σαν τον μπαμπά και τη μαμά.

Σκέψη στο περιθώριο
Όσο η ανεργία στη χώρα μας υπολογίζεται με λάθος αριθμούς, ο επαγγελματικός προσανατολισμός στα σχολεία είναι λάθος.

Νοέλ Μπάξερ
Ένα ακόμη κείμενό της για την ανεργία


Κείμενο τρίτο
Αφαίμαξη στον κουμπαρά των παιδιών
Κανένας γονιός δεν είναι υπερήφανος όταν βάζει χέρι στον κουμπαρά των παιδιών. Πόσο μάλλον αν τον πιάσει το παιδί στα πράσα, με το χέρι μέσα στο γουρουνάκι.

Αν είστε άνεργος γονιός, περιμένετε. Θα έρθει η ώρα που θα συμβεί και στο γουρουνάκι-κουμπαρά του δικού σας παιδιού. Είναι καλό να γνωρίζετε, λοιπόν, ότι η κατάλληλη ώρα για αφαιμάξεις είναι όταν ο γουρουνοφύλακας λείπει στο σχολείο.

Ο τρόπος της αφαίμαξης συνιστάται να είναι μικρές δόσεις που δεν θα επηρεάσουν το βάρος του ζώου, με την ελπίδα ότι θα περάσουν απαρατήρητες. Εάν το παιδάκι σας είναι μικρό κι απονήρευτο, μια άλλη αποτελεσματική γονική συμπεριφορά είναι να κάνετε τη χορταστική σας αφαίμαξη αντικαθιστώντας στον κουμπαρά μεγάλα κέρματα με πιο μικρής αξίας για μπούγιο. Στα μικρά παιδιά το σύνολο του περιεχομένου του κουμπαρά ισούται με το μέγεθος της έντασης του κουδουνίσματός του, στοιχειώδη μαθηματικά που αν ίσχυαν και στον χασάπη της γειτονιάς σας δεν θα είχατε προβεί στον έκτακτο δανεισμό.

«Γίνεται για το καλό του παιδιού». Αυτό αν λέτε στον εαυτό σας, το γουρουνάκι την έχει άσχημα. Προτιμήστε να χρησιμοποιήσετε τα χρήματα αυτά για έξοδα του παιδιού. Θα σας κάνει να αισθανθείτε καλύτερα, τουλάχιστον λιγότερο άσχημα.

Ο παιδικός κουμπαράς μας είναι ένα ευχάριστο κεφάλαιο που οι περισσότεροι ενήλικες κουβαλάμε στο βιβλίο των παιδικών μας χρόνων. Πασπατεύοντας τον κουμπαρά του παιδιού σας, θα κουδουνίσουν διάφορες δικές σας παιδικές μνήμες. Με μέγιστη ωραία ανάμνηση, φυσικά, το άδειασμα του φίσκα κουμπαρά στο μεταλλικό ταψί της μαμάς (για να είναι η πτώση των κερμάτων θορυβώδης), παρουσία του μπαμπά-μετρητή (... ή μήπως αφαιμάκτη;).

Ως άνεργος γονιός, θα απολαύσετε εκ νέου δύο μεγάλες παιδικές χαρές σας: τη χαρά του μποναμά του γέρου θείου και τα κάλαντα.

Οι παππούδες και οι γέροι θείοι είναι μια διαχρονική πλουτοπαραγωγική μονάδα. Σύνολο μονάδων αν είστε τυχεροί κι ανήκετε σε πολυμελές σόι με πολλούς ηλικιωμένους θείους που τα ‘χουν τετρακόσια. Οι μποναμάδες στα παιδιά εκ παραδόσεως παραδίδονται στο χέρι του παιδιού ή με αντιπρόσωπο (εάν ο θείος επέλεξε εσάς, το γονιό χωρίς εισόδημα ως αντιπρόσωπο, μάλλον ατύχησε στην επιλογή του) τέσσερις φορές τον χρόνο: Χριστούγεννα, Πάσχα (χρονικά συμπίπτει με την καταβολή του δώρου της σύνταξης), στην ονομαστική εορτή του παιδιού και στα γενέθλια.

Εάν σας ενδιαφέρει να εξαντλήσετε αυτή την εισοδηματική πηγή, είναι καλό να γνωρίζετε ότι υπάρχει η δυνατότητα και δύο έκτακτων μποναμάδων στη διάρκεια του έτους: την εθνική εορτή της 25ης Μαρτίου αν κατορθώσετε και ντύσετε το αγοράκι σας τσολιά – το κοριτσάκι σας Μπουμπουλίνα, και τις Απόκριες. Τα λαγουδάκια πιάνουν καλή τιμή και οι πασχαλίτσες στα κοριτσάκια. Σημειώστε ότι κανένας παππούς δεν έχει χρηματοδοτήσει την εγγόνα του «γυναίκα του δρόμου».

Τα κάλαντα των Χριστουγέννων αποκτούν πρόσθετη αξία όταν είστε χρόνιος άνεργος. Έχετε το δικό σας ανομολόγητο λόγο για να ξυπνήσετε το παιδί σας από τα χαράματα, να προλάβει τους γείτονες πριν τους πουν τα κάλαντα οι ανταγωνιστές μπόμπιρες της γειτονιάς.

Κι αν πιστεύετε ότι δεν ανήκετε στην παραπάνω κατηγορία στυγνού άνεργου γονιού, αναλογιστείτε τον εαυτό σας όταν τις γιορτές «δρομολογεί» τα παιδικά δώρα των συγγενών προς τα νέα αθλητικά παπούτσια που χρειάζεται ο μικρός ποδοσφαιριστής ή το ψευτογούνινο ζακετάκι που γυάλισε στη μικρή κοκότα. Ακόμη χειρότερα, με τι ευκολία «διαμελίζετε» το καινούργιο κομπιούτερ σε κομμάτια δώρου ή, οι παλιοί, την πολύτομη εγκυκλοπαίδεια που δεν μπορείτε να αγοράσετε μόνος σας σε κομμάτια εγκυκλοπαιδικής τυρόπιτας, και τα μοιράζετε δεξιά κι αριστερά σε παππούδες και θείους.

Σκέψη στο περιθώριο
Είναι ωραίο να ξαναγίνεσαι πού και πού παιδί!

Νοέλ Μπάξερ
Ένα ακόμη κείμενό της για την ανεργία.

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ


Καλή Ανάσταση σε όλους φίλους και μη, οσους μας αγαπάνε και όσους όχι. Να έχουμε ανάσταση στις καρδιές μας και να λάμψει το φως που σώζει στα σκοτάδια που μας απειλούν.

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

Ο καταστρεπτικός τυφώνας «Υποψία»

Καλημέρα!

Για αυτή την εβδομάδα η φίλη μας Νοέλ Μπάξερ μας έχει σερβίρει έναν Τυφώνα: τον καταστρεπτικό τυφώνα «Υποψία». Όπως όλοι οι καλοί τυφώνες έχει όνομα γένους θηλυκού.

Ο καταστρεπτικός τυφώνας «Υποψία"

Ο τυφώνας «υποψία ανεργίας» θα μείνει στην ιστορία σας. Θα καταγραφεί ως μια από τις καταστρεπτικότερες υποψίες που σας έπληξε ποτέ, ιδιαίτερα άμα αποδειχθεί σωστή κι είστε άνεργος όπως το υποψιάζεστε.

Πριν σας χτυπήσει ο τυφώνας, το τελευταίο προ ανεργίας πλάνο σας σάς δείχνει να περιφέρεστε στο «βρίσκομαι ανάμεσα σε δυο δουλειές» στάδιο. Περιφέρεστε άσκοπα στο στάδιο σκοτώνοντας τον χρόνο σας (έχετε πολύ χρόνο μπροστά σας αλλά δεν το ξέρετε ακόμη) και για να διασκεδάσετε τον εαυτό σας πηδάτε τα εμπόδια με θεατρική δυσκολία. Μιμείστε τις επευφημίες κόσμου και άλλα τέτοια σαχλά. Παίζετε τον νικητή, ασφαλώς εσείς δεν ανήκετε στους ηττημένους.

Εκεί, στο στάδιο, θα σας βρει η πρώτη ψιχάλα υποψίας. Το λαμπρό φως χαμηλώνει με ντίμερ, λίγο-λίγο γίνεστε πιο σκοτεινός και τα κατάλευκα δόντια σας πιο κατάλευκα. Βλέπετε εμάς μέσα από τον φακό. Πίσω από εμάς βλέπετε να πλησιάζει μια δύση δίχως χρώματα.

Είναι ο τυφώνας που πλησιάζει χωρίς βουητό. Παρακολουθείτε τον κινούμενο ουράνιο έλικα να μεγαλώνει. Ο τυφώνας-τιρμπουσόν πιθανώς να είναι η τελευταία χαριτωμένη σκέψη σας πριν σας κοπεί το γέλιο. Ο τυφώνας «υποψία» σάς χτυπάει, όπως και πολλούς άλλους στην ίδια μοίρα με σας, με ένα τσουνάμι απαισιοδοξίας. Δεν ξέρετε τι είναι αυτό που καταπίνετε. Δεν ξέρετε πού πήγε ο κόσμος που σας κράταγε παρέα, δεν ξέρετε για πού το ‘βαλε ο κόσμος.

Η τέως ευφορία σας μπροστά στα μάτια σας και στα μάτια μας χαριεντίζεται με θράσος με τους τέως θεατές στις κερκίδες. Τους βλέπετε σκοτεινούς, κόντρα στο φως τους, σκιές από πλάσματα που ξέμειναν πίσω. Η ισχύς του τυφώνα ωθεί παλιές ζητωκραυγές πέρα μακριά, προς την ανοιχτή θάλασσα με τα καρυδότσουφλα.

Κοιτάτε σιωπηλός. Άναυδος. Για όποιον δεν ξέρει, ο τρόμος του επερχόμενου σάς έδωσε την τόλμη να βάλετε ο ίδιος εσώκλειστο το περιεχόμενό σας και να σφραγίσετε το γράμμα.

Έχει ξεκινήσει αν δεν το έχετε ακόμη καταλάβει η γύμνωση και ταπείνωση του βασιλιά. Διστακτικά, χωρίς το πανωφόρι σας, εισέρχεστε στη βεβαιότητα ότι είστε άνεργος. Εκεί δεν θα υπάρχουν πια τυφώνες κι υποψίες, μόνο σιγουριά και ένας μπόγος από άδεια βασιλικά ρούχα.

Σκέψη στο περιθώριο
Τους τυφώνες ακολουθεί νηνεμία πάνω από ερείπια.

Νοέλ Μπάξερ
Ένα από τα κείμενά της για την ανεργία


Με την ευχή να έχετε μια ανέφελη ημέρα

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

Παρακαλώ, τι ώρα ανοίγει η αγορά εργασίας;

Οι αγορές ως γνωστόν, είτε λαϊκές λέγονται, είτε χρηματιστηριακές είτε άλλως πως έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό, έχουν τακτή ώρα ενάρξεως. Με μία εξαίρεση, την αγορά εργασίας. Ας δούμε τι λέει πάνω σε αυτό η Νοέλ Μπάξερ στο καινούργιο της κείμενο για την ανεργία.

Παρακαλώ, τι ώρα ανοίγει η αγορά εργασίας;

Η «αγορά εργασίας» δεν είναι εμπορικό κέντρο.

Θα μπορούσε ίσως. Η «κλειστή αγορά εργασίας» φέρνει στο νου κατεβασμένα ρολά και την περιπλανώμενη ησυχία που ακούει τα τακούνια της στο πλακόστρωτο. Ενώ το «ανοιχτή αγορά εργασίας» φέρνει οχλοβοή, κόσμο που πηγαινοέρχεται και ψωνίζει.

Η «αγορά εργασίας» είναι ένας όρος που φυτρώνει σε εφημερίδες. Ανοιγοκλείνει σαν το στρείδι ανάλογα με ποιος επαγγελματικός κλάδος την αγγίξει. Χωρίζεται στην «εντός εργασίας αγορά» και στην «εκτός εργασίας αγορά». Ανάμεσα σε αυτές τις δύο ομάδες επικρατούν οι συνθήκες του πάνω και κάτω μαχαλά, όπου οι κάτοικοι του μεν κατηγορούν τους δε ότι τους κλέβουν το νερό για πότισμα, αιγοπρόβατα και το τοπικό τους θερινό φεστιβάλ.

Στο φως της ημέρας, η ζωή κυλάει χωρίς εκπλήξεις στην «αγορά εργασίας». Ο πάνω μαχαλάς έχει τις δουλειές του, ο κάτω περνάει την ώρα του στο καφενείο. Αλλάζουν κάποιες ματιές κάτω από τον πλάτανο, κι αυτό είναι όλο. Την νηνεμία του τοπίου όπου τίποτα δεν κουνιέται, διασπά κατά καιρούς μια παντρειά-έκπληξη και μεμονωμένοι αντάρτες από την «εκτός εργασίας αγορά» που αρπάζουν τις εργασιακές θέσεις του κοσμάκη.

Τη νύχτα είναι που γίνεται το έλα-να-δεις. Τότε γίνονται οι περισσότερες μετακινήσεις, στο σκοτάδι. Είχαν ξεκινήσει τη μέρα με ύποπτα «ψου-ψου» στη βρύση. Οι τοπικές κουκουβάγιες αντικρίζουν τότε έκπληκτες σκυφτούς ανθρώπους να μπουσουλούν στα τέσσερα, άλλους να αναρριχώνται σε εργασιακές θέσεις κοιμισμένων ή, τις νύχτες με πανσέληνο, διακρίνουν καθαρά ανθρώπινες σκιές στον απέναντι ασβεστωμένο μαντρότοιχο που περιμένουν το «πυρ» της εκτέλεσης.

Σε όλο αυτό το δραματικό σκηνικό, υπάρχει ασφαλώς - πώς θα μπορούσε να λείπει; - ο ήρωας ζεν πρεμιέ που εισβάλλει στη ζωή της «αγοράς εργασίας» πατώντας φουριόζικα την κόρνα από το σκονισμένο φορτηγάκι του που φέρει την επιγραφή «αναλαμβάνω μετακινήσεις στελεχών». Ο ρόλος του είναι ρόλος δράσης. Σκηνοθετικά σηκώνει λίγο Ζορό, λίγο Ρομπέν, λίγο Σούπερμαν. Στήνει το πλιαν τραπεζάκι του κάτω από τον πλάτανο, ανοίγει την ατζέντα του και λέει τη μαγική φράση «να περάσει ο πρώτος, παρακαλώ».

Το δειλινό τον βρίσκει με μια στοίβα βιογραφικά και έναν τόνο αγωνίες που το τριαξονικό του θα μεταφέρει στην συνέχεια σε γειτονικές επιχειρηματικές ραχούλες.

Ο όρος «αγορά εργασίας» αναφέρεται στο αγοραίο μέρος της εργασίας. Επικρατεί η γλώσσα των αριθμών, η φωνή της λογικής και η μέθοδος των τριών. Ο άνεργος ως ον κι όχι ως κωδικός ή στατιστικό ποσοστό, απουσιάζει από την πράξη.

Η Κοινωνία δεν μπορεί να συμμετάσχει στην μαθηματική πράξη όταν είναι αφηρημένη. Αν αντιμετωπίζεται ως αφηρημένη έννοια. Έτσι όπως είναι σήμερα, δεν επηρεάζει το γινόμενο. Ο άνεργος απουσιάζει ως κοινωνική μονάδα. (Καλά κάνει γιατί, όταν δεν απουσιάζει, μέμφεται ότι επιβαρύνει το σύνολο.)

Το ότι ο εργαζόμενος χωρίς δουλειά έχει αντικατασταθεί από μια στατιστική μονάδα, ενώ λείπει σπίτι του, είναι προϊόν λογικής επεξεργασίας. Αυτό όμως που δεν ξέρω αν εσείς συγχωρείτε στη λογική είναι η βαριά οσμή τεχνοκρατισμού, το ότι δεν πλύθηκε και με λίγο συναίσθημα. Από το μεγάλο πρόβλημα έκοψε μόνο την μπουκιά με την ψίχα.

Από την «αγορά εργασίας» ο άνθρωπος αυτός περιμένει να αντιμετωπίζεται ως εργαζόμενος, γιατί η νοοτροπία του είναι η νοοτροπία του ανθρώπου που εργάζεται και, επιπλέον, έχει επενδύσει σε αυτόν τον τίτλο, άρα τον δικαιούται. Νιώθει όμως πως πλανάται μια νοητή προϊστάμενη αρχή που τον επιπλήττει σαν να ήταν «προβληματικός» εργαζόμενος εντός εργασίας. Λες κι ανήκει ακόμα σε εργασιακό περιβάλλον, αισθάνεται την πίεση άγραφων κανόνων καλής συμπεριφοράς, όπως το αγόρι που του ‘ρχεται να κλάψει όμως του απαγορεύεται να κλάψει «γιατί είναι άνδρας».

Άλλοτε «άνδρας» άλλοτε μαμμόθρεπτο. Έχει επίγνωση, δεν το νιώθει απλώς, ότι τα πράγματα γίνονται ερήμην του. Η συμμετοχή του είναι παθητική. Διαβάζει, βλέπει, ακούει, πληροφορείται. Δεν ορίζει τις εξελίξεις «του». Ακούει από το σπίτι του, όπου βρίσκεται αποκλεισμένος, το πανηγύρι που γίνεται στην κεντρική πλατεία «αγορά εργασίας».

Λοιπόν, η «αγορά εργασίας» ως όρος φαίνεται να χρειάζεται επειγόντως έναν αντίποδα-όρο για να αναμετρηθούν τα αναστήματά τους. Το πεδίο του νέου όρου ευνόητα εκτείνεται στην ευρύτερη επαρχία της «εργασίας» και βλέπει, από την πίσω πλευρά της «αγοράς», την τωρινή αθέατη πλευρά του «ανθρώπου».

Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα βαθμό απόπειρα σύγκλισης της τωρινής μας «αγοράς» με την αρχική έννοια της αρχαίας ελληνικής λέξης «αγορά» όπου άνθρωποι συγκεντρωνόντουσαν για να συζητήσουν και να επιλύσουν θέματα. Με αυτή την έννοια και γνωρίζοντας την αντίληψη των προγόνων μας για «το άτομο» και «το σύνολο», ασφαλώς η αρχαία ελληνική «αγορά εργασίας» θα ήταν άλλου, αρχαίου επιπέδου.

Αυτές οι σκέψεις, να που φέρνουν στην αρχή αυτού του κειμένου. Η «αγορά εργασίας» όπως είναι σήμερα είναι ένα «εμπορικό κέντρο».

Και μέχρι εκεί.

Σκέψη στο περιθώριο
Μια που μιλάμε με όρους, υπάρχει και «αγοραφοβία εργασίας»;

Νοέλ Μπάξερ
Ένα ακόμη από τα κείμενά της για την ανεργία

Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

Ειπωμωνύ ή αλλιώς Υπομονή

Το καινούργιο κειμενάκι της Νοέλ Μπάξερ .

Η αλλιώτικη «ειπωμωνύ» της ανεργίας

Ανάμεσα στους συντρόφους, τους σωστούς συντρόφους παντός καιρού, ισχύει ο νόμος των συγκοινωνούντων δοχείων. Μαζί με μία ανεργία, παίρνουμε ακόμη μία ανεργία δώρο για τον/την σύντροφό μας.

Επικρατεί η αντίληψη ότι σ’ ένα ζευγάρι μόνο ο ένας σύντροφος, αυτός σε επαγγελματική κρίση, έχει το πρόβλημα. Ότι η αυτονόητη δουλειά του άλλου είναι να αναμένει και υπομένει. Απόδειξη, όποιος θέλει να μάθει αν υπάρχει κάτι νεότερο στο επαγγελματικό ανακοινωθέν του άνεργου, ρωτάει ιδιαιτέρως τον σύντροφό του. Ακόμη, δεν είναι τυχαίο ότι ο συχνότερος κοινωνικός έπαινος που απονέμεται στον σύντροφο ανέργου, είναι της Υπομονής.

Τα έμπειρα στην ανεργία ζευγάρια γνωρίζουν ότι το πρόβλημα είναι 1 + 1. Το δράμα έχει δύο πράξεις. Η πρώτη πράξη ανήκει δικαιωματικά στο μέλος που έχασε τη δουλειά του κι είναι φυσικά η πιο θεαματική, γι’ αυτήν μαζεύεται ο κόσμος. Η δεύτερη πράξη, το έργο του συντρόφου, είναι ένας μονόλογος που δεν κόβει εισιτήρια. Ο ρόλος αποδίδεται μάλιστα καλύτερα όταν δίδεται μπροστά σε άδεια καθίσματα με κλειστές τις πόρτες. Χωρίς να σημαίνει ότι έχει μικρότερη αξία επειδή δεν έχει θεατές. Απαραίτητη όμως σημείωση: Επειδή δεν έχει θεατές, μην περιμένετε χειροκρότημα.

Εάν αυτός που έμεινε χωρίς δουλειά είναι ο άντρας, επικρατεί επίσης η αντίληψη ότι τα πράγματα είναι πιο εύκολα σε συντροφικό επίπεδο, γιατί η γυναίκα έτσι κι αλλιώς είναι οπλισμένη με υπομονή.

Η συγκεκριμένη υπομονή πρόκειται για μία διαφορετική ειπωμωνύ. Με το που ανατρέπεται το καθεστώς και κάποιος από εργαζόμενος γίνεται «οικιακά», είτε είναι άντρας είτε γυναίκα ακολουθούν ντόμινο μια σειρά από ανατροπές που με τη δύναμη του τσουνάμι σαρώνουν το φοινικόδεντρο από όπου, καθισμένος στην κορυφή, στεγνός και ασφαλής, παρατηρούσε με τα κιάλια την επερχόμενη περιβαλλοντική καταστροφή του. Όσο φώναζε ότι πλησιάζει το κακό, ο/η σύντροφός του μάζευε βιαστικά τις καρέκλες.

Ο / Η σύντροφος ζει μια συντροφική εξ αγχιστείας ανεργία. Μια μοναχική, σιωπηλή, βαθιά θλιπτική συν-ανεργία κλάσεις ανώτερη από την κλασική υπομονή. Είναι η δύναμη του να είσαι πάντα εκεί όταν φυγοκεντρικά διώχνεσαι απών, οι τρυφερές συνωμοσίες και οι κρυφά πληρωμένοι λογαριασμοί, ο πάκος τα ματαιωμένα σχέδια στην τσάντα της ανακύκλωσης, η αναβολή της αναβολής ω αναβολή, η θετική αύρα στο σπίτι που δεν κυκλοφορεί σε σπρέι, το μοίρασμα της νυχτερινής εφίδρωσης, η αντοχή σε μια επώδυνη μονιμότητα, η νέα γνώση της νεοαπόγνωσης, η συνεχής επίκυψη για να σηκώνεις από κάτω πεσμένες κουβέντες, το κολλημένο χαμόγελο, η άγρυπνη ματιά κι όταν κοιμάσαι, η πλύνε-βάλε στολή κλόουν για μπροστά στα παιδιά, η ανώφελη επίγνωση ότι από τον σύντροφό σου και συγκεκριμένα από το δικό του πότε θα βρει νέα εργασία, εξαρτάται η λύση του δικού σου προβλήματος.