Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Θάλασσα πικροθάλασσα και πικροκυματούσα








Σας έχω δείξει κάποιες εικόνες της θάλασσας του χωριού μου, όπως τη χαιρόμαστε τα καλοκαίρια, τώρα όμως θέλω να δείτε και το μεγαλείο του Ιονίου όταν το πιάνουν οι καιροί και το μικρό λιμανάκι περιμένει τις βαρκούλες να απαγγιάσουν.

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Μαθήματα απλής φυσικής

Καλημέρα φίλοι μου, εν μέσω απεργιών, καταλήψεων, επιτροπών και άλλων ψυχοφελών, ας διαβάσουμε και κάτι που μας αγγίζει όλους νομίζω, ένα ακόμη κειμενάκι της φίλης Νοέλ Μπάξερ

Μαθήματα απλής φυσικής για αρχαρίους ανέργους

Ο Νόμος της Ταλάντωσης της Φυσικής τα λέει με το νι και με το σίγμα: Σαν το εκκρεμές, οι φρέσκοι άνεργοι θα πηγαινοερχόμαστε ώσπου σε ένα σημείο θα καταλήξουμε, το οποίο θα είναι άλλο από εκεί απ’ όπου ξεκίνησε η ταλάντωση!

Το σημείο της έναρξης της ταλάντωσης είναι η στιγμή της ανακοίνωσης της απώλειας της εργασίας. Η δυναμική που αναπτύσσεται, κατά τον Νόμο μεταφράζεται σε κινητική ενέργεια. Πάμε! Η διαδρομή μας ξεκινάει! Ακολουθούμε το νοητό εκκρεμές της Φυσικής. Κατεβαίνουμε ουουουπ και στην συνέχεια ανεβαίνουμε. Αντίρροπες δυνάμεις (έτσι τις λέει η Φυσική, εμείς τις λέμε αλλιώς) φρενάρουν την κίνησή μας. Αγκυλωνόμαστε σε ένα σημείο που δεν έχει εταζέρα να πατήσουμε όπως στους ακροβάτες στο τσίρκο. ΔΕΝ αφήνουμε το σχοινί. Προσοχή, γιατί εκεί είναι που χάνονται οι περισσότεροι. Στο τσίρκο της ζωής δεν υπάρχει προστατευτικό δίχτυ.

Ψιλοπλαγιαστοί εκεί πάνω, μένουμε μετέωροι. Δεν είναι βολικά αλλά δεν θα μείνουμε για πολύ, μόνο τόσο για να αφουγκραζόμαστε τι καιρό κάνει εκεί πάνω ή για όσο αναρωτιόμαστε για πού θα το βάλουμε τώραααααα, ξεκινάει νέα κάθοδος, ουουπς ... ουφ νέα άνοδος. Στάση για αναπνοή και για να απολαύσουμε από ψηλά τα αξιοθέατα, νέα πτώση, λίγο συντομότερη όσο πάει ευτυχώς. Δυστυχώς είναι συντομότερη και η άνοδος αλλά τι να κάνουμε; Δεν μπορούμε να επέμβουμε στη Φύση! Εξάλλου τώρα ξέρουμε ότι όταν βρεθούμε στα πολύ κάτω θα ξανανέβουμε αντίρροπα. Να ‘σαι καλά, Αντίρροπη!

Η νέα πτώση είναι ακόμα πιο σύντομη. Η επόμενη άνοδος συντομότερη της πτώσης που προηγήθηκε αλλά, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας, η πτώση που ακολουθεί είναι επίσης συντομότερη! Όσο πηγαινοερχόμαστε, αρχίζει να ξεχωρίζει σιγά-σιγά, να αποκαλύπτεται, το σημείο όπου θα λήξει η Ταλάντωση. Που θα έχουν ολοκληρωθεί οι ταλαντευτικές μας διαδρομές.

Το νέο σημείο, ο Νέος Εαυτός μας, εκεί που θα καταλήξουμε και θα αποβιβαστούμε πιθανώς ζαλισμένοι σαν κοτόπουλα, ο Νόμος λέει πως σίγουρα δεν θα είναι το σημείο της αφετηρίας της ταλάντωσης (θυμίζω πως αφετηρία ήταν η ανακοίνωση της απόλυσης) και μάλιστα υπόσχεται πως θα είναι πέρα μακριά.

Το πόσο μακριά, εξαρτάται από τη δυναμική της απώλειας της εργασίας, η οποία ποικίλει ανά περίπτωση. Είναι ανάλογα με το Βάρος του Σώματος υπό ταλάντωση, με τον τρόπο δηλαδή που θα αντιληφθεί την απώλεια της εργασίας του το κάθε άτομο. Και ασφαλώς ανάλογα με τη Δύναμη της Ταλάντωσης, το πόσο δυνατά ή μαλακά θα τον σπρώξει ο Εργοδότης του έξω από τη δουλειά. Όλα τα υπόλοιπα λειτουργούν συμπληρωματικά (όπως το πόσο έχει επενδύσει στην εργασία του ο εργαζόμενος) ή αντίρροπα (το οικογενειακό του στήριγμα).

Ο Νέος Εαυτός μας είναι ο Νέος Κόσμος μας. Καλώς τον βρήκαμε!

Σκέψη στο περιθώριο
Το «εκκρεμές» έχει την ίδια ρίζα αλλά όχι την ίδια σημασία με την «εκκρεμότητα». Η εκκρεμότητα έχει τη δύναμη, εκτός κάθε Νόμου, να μένει στάσιμα ακίνητη! Το πρόβλημα της ανεργίας εκκρεμεί …από το «εκκρεμές» ή από την «εκκρεμότητα»;

Νοέλ Μπάξερ

Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

TEMPUS FUGIT (συνέχεια)



Μετά τη δημοσίευση της προηγούμενης ανάρτησης το blog http://pyrgostrifylias.blogspot.com που διαχείριζεται μια ομάδα δυναμικών νέων με όρεξη και αγάπη για τον τόπο τους μου έστειλαν αυτή την αρχειακή φωτογραφία του καφενείου του παππού μου και τους ευχαριστώ ιδιαίτερα. Σκέφτηκα ότι θα ήταν καλό να τη δείτε και εσείς. Μπροστά λοιπόν διακρίνεται ο παππούς Μήτσος, με τη μακριά άσπρη ποδιά να σερβίρει τους πελάτες, αν προσέξετε θα δείτε ένα μικρό δεντράκι, είναι πλατάνι που το είχε φυτέψει ο ίδιος και τώρα είναι τεράστιο. Πάνω στο μπαλκόνι του σπιτιού αν προσέξετε θα δείτε κάποια κεφαλάκια, το ένα από αυτά ανήκει στον πατέρα μου, πιο μπροστά, με τον ψηλό κότσο πρέπει να είναι η μητέρα του πατέρα μου, η γιαγιά μου Ελένη. Υποψιάζομαι πως η άλλη γυναίκα είναι η νόνα του πατέρα μου, η Γιαννούλα, μητέρα του παππού μου. Τρείς γενιές δηλαδή πριν από μένα στη φωτογραφία αυτή και όπως λένε, τρείς γενέές κάνουν ένα αιώνα...

Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011


TEMPUS FUGIT ( Ο ΧΡΟΝΟΣ ΦΕΥΓΕΙ )


Τι να ήταν κείνο που πρωτοθαύμαζα από το καφενείο;
Τα μαρμαρένια τραπέζια- τέσσερα στον τοίχο συνέχεια στην κουζίνα μπροστά στους μουσαμαδένιους σε χρώμα καστανό καναπέδες, δύο στη μέση, από τη μια μεριά και την άλλη της στρογγυλής ξύλινης κολώνας που ανέβαινε από το υπόγειο και στήριζε το πάτωμα του σπιτιού, τρία στην πλευρά του πάγκου, ένα σιδερένιο στρογγυλό πλάι στην πόρτα και το μαύρο μεγάλο στρογγυλό τραπέζι που χαρτόπαιζαν, στην πέρα γωνία προς του Σταματέλλου. Τα πόδια τους από ξύλο καστανιάς, έκαναν καμπύλη και υψώνονταν στη μέση καλλιτεχνικά.
Το μεγάλο ρολόι κρεμασμένο στη μέση του τοίχου, πάνω από τους καναπέδες, με τον μπρούτζινο ανθρωπάκο, αθλητή γυμνό, με το μακρύ σφυρί του που χτύπαγε τις ώρες στο ασημί καμπανάκι, στο κάτω μέρος του ρολογιού; Άλλο όμοιο ρολόγι στην περιοχή ήταν στο καφενείο του Βρετού- αυτός είχε φέρει και το δικό μας.
Ήτανε και οι φωτογραφίες με τους βασιλιάδες. Τον ΄Οθωνα και την Αμαλία αριστερά, το Γεώργιο και την ΄Ολγα στον τοίχο του βάθους, τον Κωνσταντίνο και τη Σοφία στην ανατολή. Δύο κάδρα με ξένα τοπία από τη μια μεριά και την άλλη του καθρέφτη με τη χρυσή κορνίζα κάτω από το ρολόγι.
Το ζωντανότερο απ΄όλα ήταν οι άνθρωποι, ο κόσμος που έμπαινε και καθόταν στα μαρμαρένια τραπέζια , που σερβιριζόταν από τον πατέρα μου και το βοηθό του, τον Ντίνο, αναδεξιμιό του. Ο παπάς με το ναργιλέ του, ο παπά-Γιώργης, ο γιατρός-«γιατροπέτρος- που διάβαζε την εφημερίδα περασμένη στην εφημεριδοθήκη, ο δάσκαλος ο Παπαδόπουλος, ο μπάρμπα-Σωτήρης ο Γιωργακόπουλος, ο Αυγέρης ο Τσώλης, ο Χαραλάμπης ο Κάππος, ο Τάσος Αυρηλιώνης, ο Σεφκέτης, ο μπάρμπα-Τάσος ο Καλόγερος, ο Κατσουλόγιαννης, ο Πολυχρονοπανάγος, ο Λυγγόχρηστας, ο Τσοπελοκωσταντής, ο Θοδωροπανάγος, ο Θανάσης Αποστολόπουλος, ο Κωτσέας, ο Κωσταντής Αυρηλιώνης, ο Πάρεδρος, ο Αντώνης ο Χρονόπουλος, ο Στυλιανός Δημόπουλος, ο Ξυλάς, ο Κατσουλέκας, ο Βραχνός, ο Αντώνης Σταθόπουλος, ο Καραμποτσόγιαννης…
Εντύπωση μεγάλη μου έκανε, γι΄αυτό και χαράχτηκε βαθειά στη μνήμη ο Ντίνος που τον έβλεπα να γυρίζει το μύλο του καφέ με το αριστερό χέρι και με το δεξί να στουμπανάει με το βαρύ σιδερένιο γουδοχέρι τη ζάχαρι στο πέτρινο γουδί.. «Πολύ προκομμένο παιδί» έλεγαν στο σπίτι. Σε δύο τρία χρόνια ο πατέρας του έδωσε τα ναύλο από τους μισθούς κι έφυγε για την Αμερική, όπου σε λίγο πήρε την αδερφή του και τον αδερφό του το Γιώργη, συνομήλικό μου, τον «Καφέ» όπως τον λέγαμε γιατί του άρεσαν οι καφέδες που τον φίλευε ο Ντίνος.
Και ο μύλος με είχε εντυπωσιάσει, προπαντός η μεγάλη ρόδα του, βιδωμένη καλά στον άξονα του χεριού, όπου έσμιγαν οι ακτίνες της ,καμπυλωμένες σα φίδια.
Χαιρόμουν ν΄ακώ το ξερό τρίξιμο του καφέ που αλέθονταν, να βλέπω να πέφτει αλεσμένος από το γερό σα σέσουλα στόμα του, να αιστάνομαι τη δυνατή μυρουδιά, τη μοσχοβολάδα του.
Κι ακόμα πιο πολύ χαιρόμουνα να βλέπω τον πατέρα μου να φτιάνει τους καφέδες. Τότε δεν ξέρω πως το έλεγα, σήμερα το λέω καθαρά «ιεροτελεστία». Κρατούσε το μπρίκι, μικρό ή μεγάλο, τέσσερα- πέντε όλα, το μεγαλύτερο για έξι καφέδες- και με το δεξί το κουταλάκι κι έριχνε πρώτα τον καφέ, κι ύστερα σε αναλογία τη ζάχαρη –μια καφέ, δύο ζάχαρη στο βαρύ γλυκό, κατάτι λιγότερο στο γλυκύ βραστό, κι ακόμα λιγότερο στο γλυκύ ελαφρό. Σ΄αυτούς που τον παράγγελναν «σκέτο», έπλενε πρώτα το μπρίκι με ζεστό νερό, γιατί ήταν « όλοι ιδιότροποι» και νευριάζονταν στην παραμικρή γεύση ζάχαρης. Το βρασμένο νερό από το καζάνι το΄ριχνε στο μπρίκι όσο γινόταν με μεγαλύτερη ακρίβεια για να μη γίνεται νερουλός και ανοσταίνει ο καφές. Το ψήσιμο στα κάρβουνα- που ήταν καλύτερα να έχουν και στάχτη- γινόταν με τέχνη και καπατσοσύνη, γιατί έπρεπε μόλις πήγαινε να τελειώσει το γύρισμα του καφέ, να τον τραβήξει από τα κάρβουνα και , αν ο καφές ήταν παραγγελμένος βαρύς- βαρύ γλυκός, πολλά βαρύς, μέτριος βαρύς τον κερνούσε χαμηλά ακουμπώντας την άκρη του μπρικιού στα χείλα του φλιτζανιού, χωρίς φουσκάλες το καϊμάκι. ΄Αν ο καφές παραγγελλόταν βραστός-γλυκύ βραστός, μέτριος ή ολίγο μέτριος βραστός ή με ολίγη ζάχαρη βραστός ελαφρός, το κέρασμα γινόταν ψηλοκρεμαστά. ΄Αρχιζε από το χείλος του φλιτζανιού ανέβαινε απότομα ψηλά, σταθερά, έτσι που να χτυπάει στη μέση του φλιτζανιού και να σχηματίζει μεγάλες και μικρές φουσκάλες… Φάνταζαν τόσο ωραία που καμιά φορά διάκρινες το πρόσωπό σου στη λαμπράδα τους όπως στις σαπουνόφουσκες.
Δεν κερνούσε τον καφέ αν πρώτα δεν καθάριζε το καθαροπλυμένο πάντα φλιτζάνι απ΄έξω και πιο καλά στα χείλα με την άσπρη ποδιά του, δεμένη στη μέση του, που το χρωματιστό ζωνάρι της με τα κρόσσια έπεφτε ως τα παπούτσια του. Το ίδιο γινόταν και με το πλύσιμο των ποτηριών και τότε έβανε στο δίσκο- έναν από τους τρείς αλουμινένιους δίσκους- , τον καφέ ή τους καφέδες με τα ποτήρια και σερβιρίζονταν οι πελάτες μέσα κι έξω στο καφενείο.
Έφτιανε τον καφέ όπως τον ήθελε ο κάθε πελάτης κι έβανε παραπάνω υλικά σ΄αυτούς που τον ήθελαν «πηχτόν» ή έρχονταν κουρασμένοι από τα χτήματα, ή τον έβραζε πολλές φορές και κάθε φορά χτυπούσε το μπρίκι στο πλακάκι για να τον κάμει «κατασταλαχτόν» σ΄αυτούς που ήταν όλο παραξενιά και ιδιοτροπία και παρεξηγιόνταν με το παραμικρό και της μύγας πέταγμα που λέει ο λόγος. ΄Ηταν και πελάτες που δεν παράγγελναν καφέ αν δε βρισκόταν στο καφενείο πατέρας να τον φτιάσει ο ίδιος.

θΈΜΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΟΣ

Δια το πιστόν της αντιγραφής Ε.Κ.Τσαμαδού

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

Ενώ στην Ευρώπη χιόνιζε ( Μέρος δεύτερο) και Πόνημα Ποιητικής Ανεργίας






Μιά φίλη που μένει στο Βέλγιο μου είχε στείλει αυτές τις παραμυθένιες φωτογραφίες της που θα έπρεπε να είχα αναρτήσει μαζί με τις δικές μου από τη Σαρωνίδα, αλλά μου διέφυγε. Ζητώ συγνώμη, ελπίζω να τις χαρείτε.

Την ίδια ώρα η φίλη Νοέλ Μπάξερ έγραφε άλλο ένα κείμενο για την ανεργία. Είπα να τα παντρέψω, οι εικόνες από τον κρύο βορρά με την υποψία των χρωμάτων βρήκα πως ταιριάζουν με το γλυκόπικρο κειμενό της. Τι λέτε;

Η παγκοσμιοποίηση της ανεργίας: Πόνημα ποιητικής ερμηνείας
Ας δώσουμε στον όρο την σωστή του ερμηνεία!

Η «παγκοσμιοποίηση της ανεργίας» κακώς ερμηνεύεται από πολλούς ως «η ανεργία είναι παγκόσμια», γιατί η ανεργία είναι ολόδική μου και του Γιάννη και του Κώστα και της φίλης μου της Μαργαρίτας.

Η «παγκοσμιοποίηση» τους ανέργους τούς κολακεύει, ασφαλώς, όχι γιατί τους κάνει διεθνείς, αλλά επειδή εμπεριέχει «ποίηση».

Βέβαια η Ποίηση ως γραπτός λόγος δεν μπορεί να είναι σε μία και παγκόσμια γλώσσα. Άρα η συγκατοίκησή τους στη λέξη «παγκοσμιοποίηση» δεν πρέπει να είναι και πολύ αρμονική. Όλο και θα συγκρούονται για το ποιος θα πλύνει τα φλιτζάνια στο νεροχύτη και θα καθαρίσει το μπάνιο, που είναι παγκοσμίως ισχύουσες πρακτικές που δεν ταιριάζουν όμως στην «ποίηση».

Όσο κάθεται στην τουαλέτα που θα έπρεπε να καθαρίσει, η ποίηση της «παγκοσμιοποίησης» χαϊδεύει στα μαλλιά ανέργους. Η τρυφερότητα της ποίησης είναι το ζητούμενο για τους ανθρώπους χωρίς δουλειά. Αυτό που τους λείπει. Σαν τον διψασμένο χαμένο διαβάτη στη μέση της Σαχάρας. Παρερμηνεία προϊόν εύκολης ανάγνωσης θα ήταν ότι το ζητούμενο για τους ανέργους θα μπορούσε ποτέ να ήταν το περιεχόμενο μιας ποιητικής συλλογής με τον τόσο τεχνοκρατικό τίτλο «η παγκοσμιοποίηση της ανεργίας».

Ίσως η «μελοποίηση» που έχει και το μέλι της «μελωδίας» να ήταν τουλάχιστον ηχητικά πιο γλυκό. «Η μελοποίηση της ανεργίας» θα έδινε σίγουρα μια πιο χαρωπή ατμόσφαιρα στη θλιπτική ανεργία. Θα ήταν σαν μια κουρτίνα με φωτεινές κλάρες σε ένα παράθυρο με γκρι ξεφλουδισμένα παντζούρια και σκονισμένα τζάμια.

Πίσω από την κρεμασμένη «παγκοσμιοποίηση»-κουρτίνα, το έμπειρο μάτι του ανέργου (αυτού που θα σταθεί μπροστά στην κουρτίνα της ανεργίας για μεγάλο χρόνο) μπορεί να διακρίνει μια κρυμμένη ερμηνεία για την «ποίηση», ένα αισιόδοξο μήνυμα που πετάγεται σαν μπιμπίκι στην πεσιμιστική παγκοσμιοποιημένη ανεργία: ότι η Ποίηση της «-ποίησης» της «παγκοσμιοποίησης» θα αναζητήσει αργά ή γρήγορα να εκφράσει την ανεργία με μια «στροφή». Φυλάσσοντας για τους τελευταίους της στίχους μια στροφή περισσής ποιητικής τρυφερότητας για τον άνθρωπο χωρίς δουλειά, που θα δώσει μία και θα γυρίσει την Ανεργία «του» μία «στροφή» 180 μοίρες.

Κι αν, ακόμη, η «στροφή» της παλιοπαγκοσμιο-Ποίησης δεν έρθει, τουλάχιστον μένει ελεύθερη η προσδοκία (ποιητική αδεία) ότι η Ανεργία καταλήγει σε Ποίηση.

Νοέλ Μπάξερ
Ένα από τα κείμενά της για την Ανεργία

Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

Ενώ στην Ευρώπη χιόνιζε...






Tο Σάββατο που μας πέρασε και όλη την εβδομάδα μέχρι τα Φώτα την περάσαμε στη Σαρωνίδα. Μέρες όμορφες με κρύο αλλά και με ομορφιά. Δε χρειάζεται να πας μακριά για να βρείς την ομορφιά, είναι δίπλα μας, κοντά μας αρκεί να έχουμε τα μάτια ανοιχτά και να τη δούμε.

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Λυρικός αναστεναγμός

Με τον καινούργιο χρόνο σας έχω άλλο ένα διαμαντάκι της φίλης Νοέλ Μπάξερ έτσι για δώρο για να πάρουμε μια ανάσσα ελπίδας.


Σε κάθε γωνιά της στρογγυλής Γης μας
(Λυρικός αναστεναγμός)

Ο αναστεναγμός είναι ίδιος σε κάθε γλώσσα. Ένας παγκόσμιος αναστεναγμός δοξάζει την παγκοσμιοποιημένη παγκοσμιοποιήσιμη παγκόσμια ανεργία. Συγχρονίζονται οι Χοθέ, Χανς, Ντομινίκ, Σουλεϊμάν, Λεϊλά και οι δικοί μας Κώστας, Γιάννης, Μαργαρίτα, συγχρονίζονται σε κάθε γωνιά της στρογγυλής Γης και αναστενάζουν με το ένα-δύο-τρία, μήπως κι ακουστούν. «Υπάρχει κανείς να μας ακούσει;». Υπάρχει κανείς να τους ακούσει; Υπάρχει κανείς στην άκρη του παγκόσμια, μήπως στο τελικό «άλφα» ή έστω στο λιγνό λιτοδίαιτο ξερακιανό προτελευταίο «γιώτα»; Ακόμη και το «παν» τους, ο παγκόσμιος κόσμος κατάφερε και το έκρυψε στο «παγ», να μην φανεί το «παν», να μη φανερωθεί το «όλον» και το «ολόκληρο», να μην προδοθεί το μέγεθος. Ένας βουβός αναστεναγμός υπερίπταται παγκόσμια. Σαν το όζον πλανάται από ανοιγμένες τρύπες. Μέσα από σύννεφα τρυπώνει και ξετρυπώνει. Φουντώνει ο αναστεναγμός, φουσκώνει σαν αερόστατο και βουβός, ήσυχος, κατά διαστήματα ξεφυσώντας φωτιά, υπερίπταται πάνω από τα κεφάλια μας. Δεν κάνει θόρυβο αλλά όμως ξυπνά τον κόσμο. Ίσως όχι του παγκόσμιου κόσμου. Του υπόλοιπου «παν». Βγαίνει στα παράθυρα ο μη παγκόσμιος κόσμος των Χοθέ, Χανς, Ντομινίκ, Σουλεϊμάν, Λεϊλά, Κώστα, Γιάννη, Μαργαρίτας να θαυμάσουν τη θέα, το αερόστατο των στεναγμών, μια γιγαντιαία ιριδίζουσα σαπουνόφουσκα που έφυγε στον αέρα από χιλιάδες συγχρονισμένα στόματα. Χιλιάδες ιριδίζουσες σαπουνόφουσκες, όσες οι άνεργες Λεϊλά και οι Μαρίες αυτού του κόσμου. Περιμένουν να σκάσει, να πλημμυρίσει ο τόπος χρώματα. Μέχρι τότε ακουμπισμένες μέρα - νύχτα στο περβάζι τους, αναστενάζουν.

«Αχ», αναστενάζει η Ανεργία παγκόσμια.


Νοέλ Μπάξερ
Ένα από τα κείμενά της για την ανεργία.